Θ. Νικολάου «Η μουσική είναι ένας τόπος με πολλές ομορφιές”

0
2916

Συνέντευξη στην Στεφανία Τσολάκη

Κάθε φορά που χρησιμοποιούμε τον όρο «νέος», χωρίς απαραίτητα να εννοούμε την ηλικία αλλά ως προσδιορισμό του χρόνου που κάποιος ασχολείται με ένα επάγγελμα, φοβάμαι  πως αγνοούμε όλη εκείνη την περίοδο που σμίλευε με στωικότητα το έργο του. Την περίοδο της μελέτης, της εκπαίδευσης και της προσπάθειας να αναδείξει το χάρισμα ή το ταλέντο του και ως ανταμοιβή να αναγνωριστεί και στην πορεία να αγαπηθεί από τους αποδέκτες, δηλαδή το κοινό. Ο Θοδωρής Νικολάου είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις. Συναντηθήκαμε με αφορμή την παρουσίαση του πρώτου δίσκου του «Ομπρέλα» για να μάθουμε ποιος είναι, τι πρεσβεύει και όλη την διαδρομή του, πριν τον δίσκο, στον χώρο της μουσικής. Αυτό που κρατώ από την δική μας συνομιλία είναι η ευγένεια του, το  ήθος και την καθαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει την τέχνη του τραγουδιού. Εξάλλου ανήκει στην γενιά που τα όνειρα κοστίζουν ακριβά.

Θοδωρή είσαι από τα παιδιά που έκλειναν τα μάτια τους και ονειρεύονταν να ανέβουν μια μέρα στην σκηνή να τραγουδήσουν;

Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να δηλώνω να θέλω να γίνω τραγουδιστής. Μπορεί να έλεγα ότι θα γινόμουν τερματοφύλακας παρά τραγουδιστής.(γέλια) Υπήρχε όμως το μικρόβιο μέσα μου. Άκουγα μουσική, ήμουν συλλέκτης δίσκων και παραμένω.  Κάποιοι λένε έχω τόσα tera μουσικής, εγώ μπορεί να έχω ακούσει 1500 δίσκους αλλά τους έχω αγγίξει, ξέρω ποιος γράφει στίχους, μουσική, ποιοι παίζουν μέσα σε αυτούς, από ποια εταιρεία έχουν κυκλοφορήσει ή την χρονιά, την ιστορία του δίσκου. Είναι πολύ  σημαντικό αυτό για ‘μένα ακόμα και σήμερα. Για να επανέρθω στην ερώτηση σου όμως, δεν ήταν το όνειρο μου να τραγουδήσω, έπαιζα απλά πιάνο.

Πως βρέθηκες τότε στον χώρο;

Μια φίλη μου και πολύ καλή τραγουδίστρια, η οποία μένει ακόμα Πάτρα, η Μαρία Ρούτση έψαχνε για μουσική στέγη και της σύστησα ένα μαγαζί. Μου πρότεινε, λοιπόν, να πάμε μαζί να την συνοδεύσω στο πιάνο για να την ακούσει ο ιδιοκτήτης. Όντως πήγαμε μαζί και της πρότεινε να τραγουδήσει εκεί αλλά με εμένα να παίζω. Ξεκίνησα κάνοντας δεύτερες και λέγοντας κάποια τραγούδια, στην ουσία για να την ξεκουράζω.  Κατάλαβα ότι τελικά αυτό που με εκφράζει αμιγώς είναι το τραγούδι. Οργάνωσα κάποιες συναυλίες αλλά σύντομα κατάλαβα ότι όλο αυτό δεν θα οδηγούσε κάπου, γιατί ένιωθα «λίγος» για αυτό, άρα, έπρεπε να εξελιχθώ.

Η καταγωγή σου είναι από την Πάτρα; Πότε αποφάσισες να εγκατασταθείς μόνιμα πια στην Αθήνα και πως σου φάνηκε αυτή η μετάβαση;

Γεννήθηκα στην Πάτρα αλλά οι γονείς μου είναι από ένα χωριό δίπλα στο Βραχάτι. Ξέρεις για ‘μένα ειδικά που ασχολούμαι με το τραγούδι, είναι τιμή να λέω ότι κατάγομαι από το χωριό του Μίκη Θεοδωράκη. Όμως μεγάλωσα στην Πάτρα, εκεί πήγα σχολείο, εκεί έκανα τους πρώτους μου φίλους και όταν πια αποφάσισα να αφοσιωθώ στο τραγούδι, μετακόμισα στην Αθήνα. Φυσικά από το 2009 μέχρι το 2012 πηγαινοερχόμουν Πάτρα- Αθήνα λόγω των μαθημάτων στο κλασικό τραγούδι με έναν εξαιρετικό δάσκαλο τον Γιώργο Μισαηλίδη. Άργησα να το πάρω απόφαση να μετακομίσω, ίσως γιατί δεν είμαι των αλλαγών, είμαι συναισθηματικός. Όμως καταλαβαίνεις, το να έρχομαι από την Πάτρα, τρεις φορές την εβδομάδα για μάθημα, ήταν ασύμφορο από πολλές απόψεις.

Πριν από την αλλαγή προς το κλασικό τραγούδι, πιο είδος τραγουδιού προτιμούσες; Ποιο ήταν το ρεπερτόριο σου;

Δεν πιστεύω σε αυτού του είδους τους διαχωρισμούς παρά μόνο σε ένα πράγμα: Καλή μουσική, κακή μουσική. Θεωρώ  πως ασχολούμουν με την καλή μουσική, τουλάχιστον, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ. Το ρεπερτόριο μου ήταν από ρεμπέτικο, παραδοσιακό, λαϊκό -το λεγόμενο έντεχνο- και ξένη μουσική. Την καλή μουσική την βρίσκεις σε όλα τα είδη. Η μουσική είναι ένας τόπος με πολλές ομορφιές και εγώ αυτές θέλω να βλέπω.

Για να γίνει λίγο πιο κατανοητό, τι εννοούμε όταν λέμε «κάνω κλασικό τραγούδι»; Τι είναι αυτό δηλαδή που μαθαίνει κάποιος;

Στην ουσία μιλάμε για το bel canto. Bel canto,στα ιταλικά, σημαίνει ωραίο τραγούδι. Είναι ένα τραγούδι πολλών αιώνων πίσω που κινείται σε αυτούς τους δρόμους, τους κλασικούς. Η όλη λογική σε αυτό ήταν η εξής. Όπως ένας αθλητής που θέλει να ασχοληθεί με οποιοδήποτε άθλημα πρέπει πρωτίστως να γυμναστεί, έτσι και στο τραγούδι. Η βάση για όλα είναι η κλασική παιδεία.

Το κλασικό τραγούδι προϋποθέτει και καλή σχέση με τις αναπνοές, έτσι;

Προϋποθέτει καλή σχέση με την αναπνοή, συνέπεια, να αφήσεις πράγματα που έκανες στο παρελθόν και να αφοσιωθείς σε αυτό. Δε μπορεί να σπουδάζεις τραγούδι και να πίνεις, να καπνίζεις, να ξενυχτάς ή να σπαταλάς την φωνή σου άσκοπα. Θέλει να είσαι ένας στρατιώτης, τουλάχιστον τα πρώτα 4-5 χρόνια που πρέπει να γίνει η μετάβαση από τον «φυσικό» τραγουδιστή που είχες μάθει και να αποκτήσεις την τεχνική. Έχει θυσίες.

Για ποιόν λόγο επέλεξες όμως τον δρόμο του κλασικού τραγουδιού; Ποιος ήταν ο απώτερος σκοπός σου; Σε ενδιέφερε στο μέλλον να συμμετέχεις σε μία όπερα;

Για κάποιον που μπορεί να με ακούσει πρώτη φορά μπορεί να μην θεωρήσει ότι ακούει κάτι ιδιαίτερο, όμως για ‘μενα είναι πολύ μεγάλος ο δρόμος που έχω διανύσει. Και μπορεί σε σύγκριση με κάποιους άλλους που γεννήθηκαν με ένα χάρισμα να είμαι πιο κάτω ή σε ένα επίπεδο να έχω καταφέρει να προσεγγίσω. Όλη αυτή η προσπάθεια όμως  σημαίνει ότι έχω δουλέψει, σημαίνει επίσης ότι μου αρέσει πάρα πολύ και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Το μεγαλείο των τραγουδιών και της μουσικής της κλασικής με θαμπώνει. Δε νομίζω ότι θα ήμουν άξιος λυρικός τραγουδιστής, πέραν κάποιων εξαιρέσεων που αν τα δούλευα θα μπορούσα να σταθώ αξιοπρεπώς. Η όπερα απαιτεί και άλλα πράγματα, ακόμα πιο πολλές θυσίες, να είσαι ταγμένος. Εμένα η καρδιά μου χτυπάει στα ελληνικά. Όταν ακούω ένα τραγούδι του Μάνου Λοΐζου ή του Χατζιδάκι, ξέρω ότι είμαι εκεί! Ο στόχος μου είναι να καταφέρω μέσω της σπουδής αυτής, να σταθώ και στο ελληνικό ρεπερτόριο.

 Και να ‘μαστε τώρα κάτω από την «Ομπρέλα» σου. Πως ξεκινάει η διαδικασία για τον  δίσκο;

Ήταν περίπου έναν χρόνο πριν, εργαζόμουν σκληρά, είχα πια κουραστεί και χρειαζόμουν το επόμενο βήμα. Το επόμενο βήμα δεν ήταν να φτιάξω μια κομπανία με δύο όργανα και να παίξω σε ένα ταβερνάκι  -αυτό ήταν το εύκολο και θα μπορούσα πολλά χρόνια να το κάνω-  δεν ήθελα αυτό. Με στήριγμα την οικογένεια μου, ανοίγαμε σιγά- σιγά την μία πόρτα, μετά την άλλη… Είναι σαν να ψάχνεις μέσα στον λαβύρινθο εκείνη την πορτούλα που θα σου φανερωθεί με τον μυστικό φωτισμό, θα πεις τα σωστά λόγια σε εκείνη την γλώσσα των ξωτικών για να σου ανοίξει αυτή η πόρτα και να μπεις μέσα. Αυτή η πόρτα άνοιξε, βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι στον δρόμο μας, κάναμε κάποιες επιλογές  και να ’μαστε τώρα εδώ να ατενίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία.

Πιστεύεις ότι όταν μπαίνει στην τέχνη ο όρος χρήμα, αλλοιώνει την σύσταση της;

Και ναι, και όχι. Όλα είναι θέμα οπτικής και σωστής χρήσης. Το ιδανικό είναι όταν θέλεις να κάνεις τέχνη, γιατί δεν σημαίνει ότι επειδή βρισκόμαστε στο πεδίο της μουσικής ότι κάνουμε τέχνη- να είσαι στο πεδίο σου και να μπορείς να αμείβεσαι γι’ αυτό. Αυτό θα ήταν το ιδανικό, γιατί σημαίνει ότι δεν θα χρειάζεται να σπαταλάς τον χρόνο σου και την  ενέργεια σου αλλού. Τώρα, αν αναφέρεσαι στο χρήμα με την έννοια της απληστίας ή των υψηλών απολαβών ως στόχο και όχι το να κάνεις κάτι καλό, τότε σίγουρα αλλάζει. Υπάρχουν άνθρωποι που προσβλέπουν σε αυτό, άνθρωποι που δεν έχουν μπει στον χώρο για την μουσική καθαυτή αλλά για τα χρήματα, την αναγνωρισιμότητα, την δόξα, το φαίνεσθαι.

Ποιους τραγουδιστές αγαπάς να ακούς;

Θα σου κάνω μια περιγραφή των χαρακτηριστικών και έτσι θα καταλάβεις ποιοι μου αρέσουν. Μου αρέσει ένας καλλιτέχνης να μην έχει αγκύλες, στεγανά. Δεν είμαστε ποδοσφαιριστές – αυτό το κλέβω από έναν φίλο- να παίζουμε στις τέσσερις γραμμές ενός γηπέδου. Η μουσική, η ερμηνεία και η δημιουργικότητα δεν έχουν όρια. Άρα ένας καλλιτέχνης που μπορεί να κινηθεί σε πολλά είδη. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που δουλεύουνε και δεν στέκονται στο ταλέντο τους, αυτοί που εξελίσσονται. Μου αρέσουν εκείνοι που διαθέτουν αισθητική, που για εμένα είναι το σημαντικότερο. Μπορεί να ακούσεις μια μέτρια φωνή, και μέτρια εννοώ με την έννοια της έντασης, του ηχοχρώματος αλλά επειδή έχει αισθητική να μπορεί να αποδώσει ακόμα και το πιο δύσκολο έργο και να σε κερδίσει. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που «κοιτούν» την μουσική στα μάτια και την αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα. Επίσης οι καλλιτέχνες που επιλέγουν, που  έχουν λόγο στην τέχνη τους και δεν είναι φερέφωνα.

Έχεις απογοητευτεί από ανθρώπους του χώρου που για λόγους μάρκετινγκ είδες να αλλάζουν οι επιλογές τους και η πορεία τους;

Στον χώρο που κινούμαι και αυτοί που παρακολουθώ είναι άνθρωποι που από την αρχή μέχρι και τώρα υπηρετούν την τέχνη τους. Οπότε δεν έχω παράδειγμα να σου δώσω. Ίσα- ίσα είναι πολλοί εκείνοι που θαυμάζω γιατί ακριβώς υπηρετούν τον συγκεκριμένο χώρο πιστά. Μπορώ να σου μιλήσω για τραγουδιστές οι οποίοι με κόστος ενδεχομένως να κάνουν  κάτι  λιγότερο εμπορικό και  για το ραδιόφωνο ή να έχουν μικρότερο κοινό, ακολουθούν την ίδια πορεία από την αρχή. Νέοι άνθρωποι όπως ο Θ. Βουτσικάκης, ο  Ζαχαρίας Καρούνης, ο Νίκος Καρακαλπάκης, η Μαρίζα Ρίζου.

Να επανέλθω στον δίσκο. Γιατί επέλεξες τον τίτλο «Ομπρέλα»;

Για πολλούς λόγους ονομάστηκε ο δίσκος «Ομπρέλα». Αρχικά, γιατί η ομπρέλα είναι το πρώτο τραγούδι που άκουσα. Ήμασταν στο στούντιο  με  τον Θοδωρή Λαχανά και τον Νεκτάριο Μπήτρο και πραγματικά είπα: «Εδώ είμαστε!» Η ομπρέλα επίσης σημειολογικά και μεταφορικά αν το δεις σε προστατεύει από κάτι. Είναι ένα όπλο προστασίας.

Στον δίσκο υπογράφουν και συμμετέχουν πολλοί και αξιόλογοι – ο καθένας στο είδος του- επαγγελματίες. Εύλογα θα σε χαρακτήριζε κάποιος τυχερό.

Το σημαντικότερο είναι ότι ήρθα σε επαφή και  συνεργάστηκα με ανθρώπους που θαυμάζω πολλά χρόνια. Έχουν γράψει για τον δίσκο ο Α. Μιτζέλος, ο Μ. Γκανάς, ο N. Αντύπας Θ. Λαχανάς, ο Ν. Μπήτρος. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω και να ευχαριστήσω την Νάγια Κατσούλη, την κόρη του αείμνηστου Ηλία Κατσούλη, για την εμπιστοσύνη που μας έδειξε δίνοντας μας στίχους του πατέρα της. Η Πένυ Παπαδάκη, μας έδωσε ένα κομμάτι «Σου το πα θέλει δύναμη». Μεγάλη  τιμή επίσης να συμμετέχει στον δίσκο ο Παντελής Θαλασσινός, στο τραγούδι «Μαύρο  τρυγόνι» του Η. Κατσούλη. Θα ήταν άδικο να μην αναφερθώ και στους σπουδαίους μουσικούς που παίζουν στον δίσκο και να τους ευχαριστήσω.

Και στην οπτικοποίηση Νίκος Σούλης, από όσο μπόρεσα να διακρίνω;

Σωστά. Χαίρομαι που γνώρισα τον Νίκο Σούλη γιατί πραγματικά είναι ένας απλός και προσιτός άνθρωπος, τον οποίον εκτιμώ. Δεν γίνεται εξάλλου να ασχολείσαι με την μουσική και να μην εκτιμάς τον άνθρωπο που έχει οπτικοποιήσει άπειρα τραγούδια. Επίσης, θα ήθελα να αναφερθώ στον Γιάννη Μαρκετουσάκη (φωτογραφία) και στην Τατιάνα Λοβέρδου που κατάφερε να με «λύσει» να κινηθώ στο videoclip, χωρίς χορογραφία αλλά δείχνοντας μου πώς να υπακούσει το σώμα, την καρδιά και να ακολουθήσει η κίνηση. Και φυσικά, την MLK την δισκογραφική εταιρία από την οποία κυκλοφορεί.

Ποιος θεωρείς ότι είναι ο πιο ερωτικός στίχος μέσα στον δίσκο;

Ο στίχος του ομώνυμου τραγουδιού… «Πρώτο να με  βρει η βροχή αυτή/ μήπως και μου ανοίξεις την ομπρέλα σου»

Κλείνοντας, μια ευχή-προτροπή…

Το «αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ» είναι μια πραγματικότητα, μπορούμε όμως να τον κάνουμε τουλάχιστον λίγο πιο όμορφο, με μικρά, καθημερινά πράγματα.

*O Θοδωρής Νικολάου θα παρουσιάσει τον προσωπικό του δίσκο στις 30 Ιανουαρίου στην Μουσική σκηνή Σφίγγα /Ώρα έναρξης:21:30

Ελεύθερη είσοδος

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here