«Ουζερί Τσιτσάνης»: με τη ματιά του κομπάρσου

02/04/2015
Η χαραμάδα...

Η χαραμάδα…

Γράφει ο Γιάννης Κεσσόπουλος / [email protected]

Ήταν μια πολύ κοπιαστική μέρα. Τόσο που δεν το φανταζόμασταν. Ξεκίνησε ξημερώματα και τέλειωσε απόγευμα. Αλλά άξιζε τον κόπο. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία. Ήταν κι ένα μάθημα ιστορίας.

Το βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Ουζερί Τσιτσάνης» το είχα διαβάσει όταν πρωτοεκδόθηκε, το 2001. Το θεωρώ μία από τις καλύτερες τοπιογραφίες της Θεσσαλονίκης, αλλά και μια επιτομή της σχέσης του Τσιτσάνη με τη Θεσσαλονίκη, στα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, περίοδο που έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του.

Πριν από 10 μέρες, είδαμε οικογενειακώς στη Βιβλιοθήκη Άνω Πόλης ένα τοιχοκολλημένο Α4 με το οποίο η παραγωγή ζητούσε κομπάρσους για τα γυρίσματα της ταινίας στη Θεσσαλονίκη που θα ξεκινούσαν στις 29/3. Ενθουσιάστηκα, το συζητήσαμε, είχαμε μικροενστάσεις, αλλά κατά βάθος όλοι μας θέλαμε να ζήσουμε την εμπειρία συμμετοχής σε μια ταινία. Στείλαμε τα σχετικά (φωτογραφίες, ύψος, βάρος κλπ) και σε λίγες μέρες, την περασμένη Παρασκευή δέχθηκα το τηλεφώνημα της παραγωγής ότι «γινόμαστε δεκτοί» στα γυρίσματα.

Σάββατο απόγευμα ξεβολευτήκαμε, πήγαμε στο ξενοδοχείο Καψής, όπου είχε εγκατασταθεί η παραγωγή και το ενδυματολογικό, για να μας δούνε από κοντά (να κόψουν φάτσες) και να μας δώσουν ρούχα. Τα κατάλληλα ρούχα. Ή αν τα ‘χαμε να φορέσουμε δικά μας. Ο Μιχάλης, η κυρία Ιωάννα από την Κρήτη… Το ραντεβού κλείστηκε για το γύρισμα της Τρίτης, 31/3/201, στον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Την Τρίτη ξυπνήσαμε στις 4.45 το πρωί για την προετοιμασία. Έξω νύχτα. Τα μικρά ξύπνησαν εύκολα, όπως όταν είναι να πάμε εκδρομή. Στο δρόμο μιλούσαμε για τους Εβραίους και όσα συνέβησαν το 1943, για τους ναζί, για τη συγκέντρωση στην πλατεία Ελευθερίας, για τα τρένα που τους πήγαιναν στα άγνωστα τότε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στις 6 ήμασταν εκεί, υπήρχε κινητικότητα φυσικά γιατί οι κομπάρσοι άρχισαν να συγκεντρώνονται. Μια στροφή και μπήκαμε μέσα, στην αποβάθρα του Παλιού Σταθμού όπου γινόταν η υποδοχή των εμπορευμάτων.

Δύο μεγάλες τέντες είχαν στηθεί φωτισμένες με έναν κινηματογραφικό προβολέα με το ενδυματολογικό υλικό. Πάνω από διακόσια άτομα συγκεντρωμένοι εκεί. Όλες οι ηλικίες. Από 5 μέχρι 75 σίγουρα υπήρχαν, άνθρωποι με την επιθυμία να «παίξουν» στην ταινία, καθένας για λόγους διαφορετικούς -τι να κρύβανε άραγε οι γιαγιάδες μέσα τους; σαπουνοπερική φιλοδοξία, αγάπη για τον κινηματογράφο, «ήθελα να γίνω ηθοποιός αλλά…»; Διανομή ρούχων αρχικά, καπέλα μετά και αστέρια στο πέτο. Σιγά σιγά το ετερόκλητο πλήθος αποκτούσε μια ρετρό ομοιομορφία, με κείνο το αστέρι που ακόμη και σε συνθήκες χαλαρές, όπως αυτές, προκαλεί ένα δέος…

Κατά τις 8.30 ήρθε ο σκηνοθέτης Μανούσος Μανουσάκης. Πολλοί έσπευσαν αμέσως να τον χαιρετήσουν και να φωτογραφηθούν μαζί του. Ο Μανούσος θερμός, χαμογελαστός, προσηνής, χατίρι δε χάλασε. Είχε ξημερώσει πια. Σε λίγο ήρθαν τα πουλμανάκια της παραγωγής και οι ναζί στρατιώτες και αξιωματικοί, ηθοποιοί και κομπάρσοι, κέντρισαν αμέσως το ενδιαφέρον του κόσμου. Με άψογη αμφίεση τύπου «οι Γερμανοί ξανάρχονται», φωτογραφήθηκαν με όποιον το ζήτησε -«τα δευτερόλεπτα δημοσιότητας που δικαιούται καθένας» σχολίαζε χαμογελώντας ένας από τους στρατιώτες.

Στο μεταξύ το συνεργείο «έστηνε», έπαιρνε θέση, δοκίμαζε φακό και φως για το πρώτο γύρισμα. Μας έστησαν τρεις σειρές, καμιά 30αριά άτομα σε κάθε σκηνή. Ακούγεται η φωνή του Μανούσου: «η οικογένεια, που είναι η οικογένεια, φέρτε μου την οικογένεια!». Μας πήραν και μας έβαλαν στη σειρά των ηθοποιών. Στη σειρά της οικογένειας της Εστρέα. Μπροστά μας 2 μεγάλα παιδιά και 3 μικρά, από μια θεατρική ομάδα. Σαν οικογένεια. Δίπλα μου η Σμαρώ, μπροστά της η Ταρσή – Μαργαρίτα. Μπροστά μου η Στέλλα κι ο Θοδωρής. Μόλις ακουγόταν η φωνή του Μανούσου «Ώριμοι;;;» ή «Έτοιμοι;;;», έπαιρναν θέσεις, συγκεντρωνόταν, χαμήλωναν κεφάλι, κι έφτιαχναν φάτσα στεναχωρημένη και φοβισμένη.  Μαζί μας και η βαλίτσα. Η βαλίτσα που «έπαιζε» και είχε μέσα όλο το βιός που επέτρεψαν οι Γερμανοί να πάρουμε μαζί μας στο τρένο. Πίσω μας 5-6 κομπάρσοι και οι ηθοποιοί, η οικογένεια της Εστρέα στο δρόμο για το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πίσω μας ο Αλμπέρτο Εσκενάζη, ο Γιάννης Στάνκογλου, η Χριστίνα Μαντέση, η Μαρία Καβουκίδου, η Ρεγγίνα, δίπλα η Ιωάννα Παλαιοπάνου, ο Χρήστος Γλυκός, πιο πέρα η πρωταγωνίστρια Χριστίνα Χειλά και ο Χάρης Φραγκούλης φιλιούνται, τρέχουν, χάνονται…

Ο Αλόις Μπρούνερ με το καμτσίκι του και ο Χασόν της εβραϊκής αστυνομίας με το γκλομπ δίπλα μου, μια ο ένας μια ο άλλος με χτυπούσαν σε κάθε επανάληψη του πλάνου. Η εντολή του σκηνοθέτη ήταν «πιο γρήγορα για να φαίνεται ως αληθινό». Πιο γρήγορα βέβαια ίσον και πιο δυνατά… Οι ηθοποιοί ευγενέστατοι μου ζητούσαν συγγνώμη που με πονούσαν λίγο, αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις το θέμα είναι να βγει σωστό το πλάνο με τις λιγότερες δυνατές επαναλήψεις. Οπότε…

150331 manousakis 216Διάλειμμα για δεκατιανό με κουλούρι Θεσσαλονίκης! Μισή ώρα ωσότου η Χειλά και ο Φραγκούλης πετύχουν το δικό τους πλάνο. Μέχρι τις 2 κάτω από τον ήλιο που έφτανε στους 20 βαθμούς, εμείς με τα παλτό, σταθερά. Ο Μιχάλης Βογιατζάκης πανταχού παρών, ο Ανδρέας με τη βραχνή φωνή εργάτης στο κουμάντο, η Μαριάννα με τ’ αστέρια, η ενδυματολόγος, η κυρία της παραγωγής… Πρόσωπα που δύσκολα θα ξεχάσουμε όσοι ζήσαμε τα γυρίσματα.

Ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης καταφθάνει. Μένει εντυπωσιασμένος από την αληθοφάνεια της εικόνας που συναντά. Φωτογραφίζονται μαζί του κομπάρσοι. Δίνει συνεντεύξεις στα τηλεοπτικά κανάλια. Πώς είναι άραγε το βιβλίο σου να γίνεται ταινία;

Διάλειμμα με σάντουιτς μπαγκέτα.

Και μετά πάλι, ντάλα ήλιος, έξι σειρές πια, για το μεγάλο πλάνο. Και το ανέβασμα στο τρένο. Το τρένο που ήρθε από τη Δράμα και είναι εκείνο που μετέφερε του Εβραίους το ’43 στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. «Εκατόν ενενήντα δύο, ένα!» η κλακέτα, «Έτοιμοι;;;» ο σκηνοθέτης, «όχι!» ο Θοδωρής, «πάμε!» ο σκηνοθέτης και το γύρισμα ξεκινούσε. Μία, δύο, τρεις… Πρόβα, πλάνο, ξανά πρόβα, πάλι πλάνο. Ήταν πολύ καλό, έπρεπε να βγει εξαιρετικό. «Μη χαμογελάτε, είστε φοβισμένοι, είστε στεναχωρημένοι, σας διώχνουν από τον τόπο σας, δεν ξέρετε που πάτε», η διαρκής προτροπή.

Πάνω στο βαγόνι νοιώσαμε κάπως από τη ζέστη την αφόρητη. «Είμαστε 20, σκεφτείτε ότι έβαζαν 100 σε κάθε βαγόνι» λέει ο Αλμπέρτο. Φωτογραφίσαμε από μια χαραμάδα τον κόσμο στο σταθμό. Μια χαραμάδα σαν εκείνες από όπου δραπέτευε το βλέμμα κι έσκαγε ο ήλιος στα κλεφτά σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Η Εστρέα με το ένα πόδι στο βαγόνι, το πικρό βλέμμα, το ελαφρύ χαμόγελο, το δάκρυ… Το σπρώξιμο του στρατιώτη, οι φωνές, η βία, ο εκκωφαντικός ήχος από το σύρσιμο της βαριάς σιδερένιας πόρτας του βαγονιού.

Και οι συνάδελφοι από τα ΜΜΕ εκεί: η Βάσω, η Αναστασία, η Ραλλιώ, ο Πάνος, η Χρύσα να καταγράφουν πως δημιουργείται η ταινία.

Η ώρα πήγε 5… Ο ήλιος καίει. Τελειώσαμε. Τα δανεικά ρούχα, τα «κοστούμια» της ταινίας, τα καπέλα και τα’ αστέρια, επιστροφή στο βεστιάριο.

Στο βαγόνι του θανάτου...

Στο βαγόνι του θανάτου…

Αξέχαστη εμπειρία. Πολλές σκέψεις. Ο νους στην ιστορία. Στις αφηγήσεις. Στους ανθρώπους που ανέβηκαν στο τρένο και χάθηκαν για πάντα.

Και εικόνες, πολλές εικόνες, ενσταντανέ που λέμε. Ο Μανούσος που καθοδηγεί τους πρωταγωνιστές τους, Ο Μανούσος με το κεφάλι κάτω από το μαύρο πανί για να ρυθμίσει το κάδρο, ο Μανούσος με τα μπράβο του στους κομπάρσους για κάθε πλάνο που βγαίνει καλό, ο Στάνκογλου που αναζητά τη βαλίτσα του, η Χειλά που ακούει με προσοχή τις παρατηρήσεις του Μανουσάκη, ο Εσκενάζη που αφηγείται τις μνήμες από την επίσκεψή του στο Άουσβιτς, ο Ανδρέας πάνω στο βαγόνι που κάνει κουμάντο πέρα ως πέρα, ο Σαμιώτης με τον καπνό, τα πιτσιρίκια που παίζουν με τον καπνό, το δέος των κομπάρσων στο βαγόνι, το δάκρυ της Εστρέας πριν τη σπρώξουν στο βαγόνι, οι κομπάρσοι που ξαποσταίνουν, το χειροκρότημα ικανοποίησης όταν «βγαίνει» το πλάνο…

Στο τέλος, ο Μανουσάκης πέρασε από όλους κι ευχαριστούσε προσωπικά, ενίοτε με φιλικό χτύπημα στην πλάτη.

Ήταν πράγματι μια πολύ κοπιαστική μέρα. Τόσο που δεν το φανταζόμασταν. Ξεκίνησε ξημερώματα και τέλειωσε απόγευμα. Αλλά άξιζε τον κόπο. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία! Κύριε Μανουσάκη, παραγωγή, παιδιά σας ευχαριστούμε! Ραντεβού το χειμώνα, στους κινηματογράφους!

 

*Ο Θοδωρής κοιμήθηκε στ’ αμάξι, στο δρόμο της επιστροφής. Ξύπνησε το άλλο πρωί. Έλεγε ότι θέλει να γίνει ηθοποιός… 



Post a new comment