ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΥΠΕΡΠΑΡΑΓΩΓΗ ΧΩΡΙΣ ΥΠΕΡΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

01/03/2017


Πόσο πολιτισμό χωράει μία χώρα; Η Ελλάδα που γέννησε το Θέατρο μάλλον θεωρεί πως πρέπει να παράγει αφειδώς ένα προϊόν με μάλλον ανελαστική ζήτηση και χωρίς κανένα ποιοτικό πρότυπο. Τουτέστιν: μάλλον παράγουμε περισσότερο θέατρο από όσο μπορούμε να καταναλώσουμε. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αλλά και μιας μικρής ιδιωτικής έρευνας που έγινε από τo thinkfree.gr.

Κείμενο και οπτικοποίηση της Κατερίνας Νικολάου / [email protected]

Μόνο κατά τη χειμερινή Θεατρική περίοδο 2016-2017 λειτούργησαν στη Θεσσαλονίκη περισσότερες από 30 θεατρικές σκηνές. Άλλες φιλοξενώντας παραγωγές τοπικών θιάσων, άλλες παράγοντας δικές τους παραστάσεις και άλλες φιλοξενώντας θιάσους της Αθήνας ή άλλων πόλεων. Δυστυχώς σε αυτή τη χρονική στιγμή είναι ακόμα αδύνατο να έχουμε εικόνα για την πολιτιστική παραγωγή του έτους ειδικά στα ιδιωτικά θέατρα αλλά και την προσέλευση. Έχουμε όμως μια εικόνα σχετικά με το θεατρικό κοινό των κρατικών και δημοτικών θεάτρων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια από τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.

Η διεθνής βιβλιογραφία υποστηρίζει πως το θεατρόφιλο κοινό είναι πολύ συγκεκριμένο από άποψη φύλου, ηλικίας και μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου: στην πλειοψηφία τους ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 35-54, είναι γυναίκες και είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό εξηγεί το γεγονός πως τα τελευταία 16 χρόνια ο αριθμός όσων παρακολούθησαν μία παράσταση σε κρατικό ή δημοτικό θέατρο στην Ελλάδα ή κάποια συναυλία δημοτικής ή Κρατικής ορχήστρας είναι σχετικά σταθερός με μικρές αποκλίσεις ανά έτος και σίγουρα από ότι φαίνεται από τα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δεν επηρεάζεται σημαντικά από τον αριθμό των έργων που παρουσιάζονται στα θέατρα αυτά. Με οικονομικούς όρους πρόκειται για ένα προϊόν με ανελαστική ζήτηση.

Η παραγωγή στα δημόσια θέατρα δεν φαίνεται να επηρεάζεται ούτε από τις αυξομειώσεις στο ΑΕΠ όπως άλλωστε και ο συνολικός αριθμός θεατών. Επιβεβαιώνοντας τη θεωρία, ο αριθμός θεατών ανά έργο είναι σχετικά σταθερός με μέση απόκλιση περίπου στο 2% με τάσεις μείωσης καθώς η χρονιές με αύξηση των θεατών ανά παράσταση δεν ταυτίζονται με τις χρονιές μεγαλύτερης παραγωγής όπως άλλωστε γίνεται φανερό κι από το γράφημα. Κάποιες χρονιές το κοινό αυξάνεται ελαφρώς αριθμητικά αλλά η «πίτα» σπάει σε μικρότερα κομμάτια αφού ανεβαίνουν ολοένα και περισσότερες παραστάσεις. Ωστόσο οι χρονιές με αύξηση κοινού δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις χρονιές με τις περισσότερες παραστάσεις.

Χρονιές σταθμοί της τελευταίας πενταετίας δείχνουν πως τα χρήματα δεν επηρεάζουν τη θεατρική παραγωγή. Το 2000 με μικρή σχετικά θεατρική παραγωγή σημειώθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός θεατών ανά παράσταση. Περίπου 524 είδαν κάθε εκδήλωση κρατικού ή δημοτικού θεάτρου ή ορχήστρας. Το 2008, την χρονιά με το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σημειώθηκε αρνητικό ρεκόρ στον αριθμό των θεατών ανά παράσταση. Το 2014, μέσα στην κρίση, ανέβηκαν τα περισσότερα έργα χωρίς όμως να αυξηθεί ανάλογα το κοινό με αποτέλεσμα τη μείωση των θεατών ανά παράσταση. Γνώστες του χώρου αποδίδουν την αύξηση του αριθμού των έργων στην μείωση έως και εξαφάνιση των ελληνικών σήριαλ. «Όλοι αυτοί οι ηθοποιοί που εργάζονταν στην τηλεόραση έπρεπε κάπως να απασχοληθούν», δηλώνει η Ρ. Σ. που ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια με τα θεατρικά δρώμενα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Ένα άλλο δυσοίωνο στοιχείο της ΕΛΣΤΑΤ είναι πως μόλις ένα λεπτό ανά ημέρα αφιερώνεται σε θέατρα και συναυλίες με ποσοστό συμμετοχής μόλις στο 1%! Δηλαδή μόλις ένας στους εκατό ανθρώπου αφιερώνει ένα λεπτό την ημέρα προκειμένου να δει μια θεατρική παράσταση, ένα μπαλέτο ή μία συναυλία. Την ίδια ώρα το 23,6% του πληθυσμού ξοδεύει επτά λεπτά την ημέρα για ανταλλαγή τηλεφωνημάτων κοινωνικής φύσεως σύμφωνα με την έρευνα χρήσης χρόνου της ΕΛΣΤΑ που πραγματοποιήθηκε το 2013-2014. Τι προοπτικές μπορεί να δείχνουν αυτά τα στοιχεία για το μέλλον του θεάτρου;

Τι είδαν όμως όσοι πήγαν σε κρατικά και δημοτικά θέατρα και ορχήστρες; Ένας στους τέσσερις επισκέπτες το 2015 παρακολούθησαν συναυλία ενώ ένα σημαντικό κομμάτι του κοινού παρακολούθησε παιδικές παραστάσεις που έρχονται τρίτες από άποψη επισκεψιμότητας. Δεν είναι τυχαίο πως ολοένα και περισσότερα θέατρα επενδύουν συνεχώς στην παραγωγή παιδικών παραστάσεων. Το 2000 ένας στους τρεις επισκέπτες παρακολουθούσε συναυλίες και δεύτερο δημοφιλέστερο είδος ήταν το παιδικό θέατρο. Από το 2000 έως το 2015 ο χορός υποχώρησε στην προτίμηση του κοινού αν και το μπαλέτο αύξησε το κοινό του ενώ γνώρισε αύξηση επισκεψιμότητας το αρχαίο θέατρο. Η όπερα πάλι υποδιπλασίασε σχεδόν τα ποσοστά της, έχασε δηλαδή το μισό της κοινό.

Ποσοστά επισκεψιμότητας ανά είδος το 1999-2000

Ποσοστά επισκεψιμότητας ανά είδος 2014-2015

Δεδομένου ότι τα στοιχεία που έχουμε για τα θέατρα είναι κυρίως δημόσια (κρατικά και δημοτικά) και ότι ο πολιτισμός είναι κοινωνικό αγαθό δεν αρμόζει να δει κανείς το θέμα αμιγώς οικονομικά και για το λόγο αυτό δεν αναφέρονται τα έσοδα των οργανισμών αλλά η επισκεψιμότητα. Ένας όμως οικονομικός δείκτης δεν μπορεί να μην τονιστεί: τα στοιχεία δείχνουν πως και στον πολιτισμό ισχύει ό,τι ισχύει και σε γενικές γραμμές στην οικονομία, πέρα από ένα σημείο ισορροπίας η επιπλέον παραγωγή δεν προσφέρει κέρδος αλλά απώλειες.

Κάποιες χρονιές σταθμοί της τελευταίας δεκαπενταετίας



Post a new comment