ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΙΣΚΟΥ (IMAM BAILDI)

0
2155

Συνέντευξη στην Στεφανία Τσολάκη

Τον έχετε δει να ξεσηκώνει το κοινό με τα πνευστά του, παρέα με τους Ιμάμ Μπαϊλντί… Eίναι ο τύπος που καταφέρνει να μεταλλάσσει τους ήχους, κάνοντας το σαξόφωνο να «κλαίει» σαν κλαρίνο και το κλαρίνο να μαγεύει σαν σαξόφωνο. Η τέχνη εξάλλου εκτός από μελέτη χρειάζεται και φαντασία. Ο Γιάννης Δίσκος είναι πολύ νέος, μόλις 31 ετών και ήδη πατέρας. Η καταγωγή του είναι από την Aριδαία και αρκετά χρόνια τώρα ζει στην Αθήνα. Εκτός από μέλος των Ιμάμ Μπαιλντί έχει δημιουργήσει μαζί με τον Περικλή Αλιώπη, ένα πολύ ιδιαίτερο μουσικό σχήμα, τους Chouska. Chouska, είναι κόκκινη καυτερή πιπεριά και το όνομα αυτό είναι απόλυτα συνυφασμένο με την ένταση των βαλκανικών ήχων, της μπάντας. Ο Γιάννης Δίσκος εκτός από το να παίζει μουσική, διδάσκει και τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με την Windcraft (ΜΚΟ της Κύπρου) παραδίδοντας masterclass σε νέους, προετοιμάζοντας τους για την σκηνή. Σε λίγα χρόνια από τώρα μπορεί να γράφει μουσική για σινεμά ή soundtracks για video-games, κάτι που όπως μας είπε, αποτελεί κομμάτι των κρυφών επιθυμιών του.

Γιάννη πόσο σε επηρέασε το ότι ο πατέρας σου (Τάσος Δίσκος) είναι μουσικός και μάλιστα από τους σπουδαιότερους στο είδος του;

Ο πατέρας μας δεν μας πίεσε ποτέ να μάθουμε μουσική, φυσικά έκανε μία μικρή προπαγάνδα ,δηλαδή μας έπαιρνε μαζί του σε πολύ καλές δουλειές σε ωραία μέρη ώστε να δούμε τον κόσμο της μουσικής. Προσωπικά ξεκίνησα να ασχολούμαι με την μουσική εντελώς τυχαία. Στη Β’ δημοτικού, μετά το σχολείο πήγα στο μαγαζί του πατέρα μου (με μουσικά όργανα), εκείνος δεν κατάλαβε ότι είμαι εκεί και φεύγοντας με κλείδωσε μέσα. Εντάξει σκέφτηκα «τι μέρα είναι σήμερα, Τρίτη, άρα σε δύο ώρες θα ανοίξει οπότε ας διαβάσω», φυσικά δεν άνοιξα βιβλίο! Έπιασα μια κιθάρα, δεν μου βγήκε, φύσηξα ένα κλαρινέτο και το απόγευμα που ήρθε ο πατέρας μου, του είπα «αυτό θέλω να μάθω!». Ο πατέρας μου έκλεισε το μαγαζί και με πήγε για το πρώτο μάθημα. Έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με την μουσική.

Η καταγωγή σου και τα μουσικά ακούσματα αυτού του τόπου, συνέβαλλαν στο να θέλεις να ασχοληθείς με την Βαλκανική μουσική;

Είναι λογικό, όπως ένας Ηπειρώτης αν θέλει να ασχοληθεί με την παραδοσιακή μουσική θα ξεκινήσει με τα ακούσματα του τόπου του, έτσι και εγώ το πρώτο πράγμα που έμαθα  -γιατί τα ακούσματα είναι αυτά- ήταν η εντόπια μουσική. Καμία φορά όταν για παράδειγμα γονείς φέρνουν τα παιδιά τους στο Ωδείο και μου λένε «το παιδί μας αγαπάει την κιθάρα», τους απαντάω «το παιδί σας δεν έχει ακούσει ποτέ στην ζωή του κλασική κιθάρα, δεν έχει ακούσει Albeniz,Bach…έχει ακούσει ο,τι παίζεται στο ραδιόφωνο, άρα δεν γνωρίζει τι εστί κλασική κιθάρα», πράγμα το οποίο δεν δέχονται και έρχονται τα παιδιά έναν χρόνο μετά και λένε «την σιχαίνομαι την κιθάρα».

Ξεκινάς, λοιπόν, την εκπαίδευση σου στην μουσική με κλαρινέτο, κλαρίνο και συνεχίζεις με σαξόφωνο;

Το σαξόφωνο ήρθε πολύ-πολύ μετά. Στην μπάντα που είχαμε όταν ήμουν οκτώ ετών, είχαμε έναν σαξοφωνίστα κορυφαίο για μένα στην Βαλκανική και παραδοσιακή  μουσική της Μακεδονίας, τον Γιώργο Μπεσέρη. Συγκινούμαι όταν ακούω τον Γιώργο να παίζει. Με αυτή την μπάντα κατεβήκαμε τρεις φορές στους Πανελλήνιους μαθητικούς μουσικούς αγώνες και πήραμε δύο βραβεία. Μέχρι τότε έπαιζα γκαϊντα, καβάλι, κλαρίνο άρα δεν χρειαζόταν να παίζω άλλο όργανο. Όταν ο καθένας πήρε τον δρόμο του, τότε ξεκίνησα να μαθαίνω σαξόφωνο γιατί το ζητούσε η δουλειά.

Ποια ήταν τα δικά σου πρότυπα στην μουσική;

Ο πατέρας μου πάνω από όλα! Εκτός από τον πατέρα μου οι πιο πολλοί είναι οργανίστες, κλαριντζήδες (ας μην κολλάμε στις λέξεις), με πρώτον από αυτούς τον Γιώργο Ουρούμη και φυσικά  πολλοί άλλοι μουσικοί των Βαλκανίων. Ο Ferus Mustafof ένας θρυλικός σαξοφωνίστας των Σκοπίων, ένας μικροσκοπικός άνθρωπος που δεν σου περνάει από το μυαλό τι μπορεί να παίζει, αλλά όταν βάζει το κλαρίνο στο στόμα του…  Όταν ακούσαμε, μαζί με τον Γιώργο Μπεσέρη, τον Ferus είχαμε γίνει κομμάτια, κλαίγαμε. Ήταν συγκλονιστικός.

Φαντάζομαι έχεις παίξει σε τοπικά πανηγύρια, πόσο διαφορετική είναι αυτή η εμπειρία;

Τα πανηγύρια, πραγματικά, είναι σχολείο. Δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος, δεν υπάρχει σταθερό πρόγραμμα, ούτε καν πρόγραμμα. Έχουν πάρα πολλά καλά, το άσχημο όμως είναι ότι δεν σε προστατεύει κανείς. Μου έχει τύχει να εκτοξεύονται πράγματα, να γίνονται πεντακόσια άτομα ένα μπουλούκι. Το πιο συγκλονιστικό που έχω ζήσει είναι σε ένα πανηγύρι στο χωριό Φιλώτεια όπου έχει σηκωθεί παππούς με ένα παιδάκι να χορέψουν και  μας ζήτησε το τραγούδι «Ο καλύτερος μου φίλος» του Imbrahim Tatlises, επειδή λοιπόν ο παππούς πετούσε συνέχεια χρήματα και ο κόσμος χόρευε, δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε την μουσική, οπότε αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ποτ- πουρί και να συνεχίσουμε με το «Να’ χα πέτρινη καρδιά», τότε  με πλησίασε ο άνθρωπος λέγοντας μου «όχι αυτό, όχι αυτό», έπεσε στην αγκαλιά μου και πέθανε. Άκουσα τον επιθανάτιο ρόγχο.

Αυτή η εμπειρία, εκτός από το σοκ που σου προκάλεσε, σε έκανε σε βάθος χρόνου να αξιολογείς διαφορετικά τα πράγματα;

Ήμουν πάρα πολύ μικρός τότε για να εμβαθύνω τόσο, ήμουν δώδεκα χρονών. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθα κοντά με τον θάνατο.

Γιάννη, πως καταφέρνεις να κάνεις το κλαρίνο να ακούγεται σαν σαξόφωνο και το αντίστροφο;

Αυτήν την απορία την έχουν πάρα πολλοί. Δεν είναι ακριβώς ένα τέχνασμα,είναι κάτι που συνηθίζεται στην Μακεδονία. Όχι τόσο να ακούγεται το σαξόφωνο σαν κλαρίνο αλλά να μην ακούγεται τόσο το σαξόφωνο. Όταν κατέβηκα στην Αθήνα διαπίστωσα ότι ένα από αυτά που λείπει από την μουσική εδώ, ήταν αυτό. Επειδή έβλεπα και άλλους μουσικούς να πειραματίζονται, να κάνουν την κιθάρα- μπουζούκι, είπα «τι χρειάζεται αυτή την στιγμή, τι μπορώ εγώ να προσφέρω» και βγήκε αυτό. Το δούλεψα μέσα μου, φυσικά υπήρχαν ακούσματα από Τουρκία, Βαλκάνια που  παίζανε σαξόφωνο  με μόρια και με πιο λαϊκή προσέγγιση.

Πάμε στο κεφάλαιο Ιμάμ Μπαϊλντί. Πως συναντήθηκαν οι δρόμοι σας;

Ήρθα στην Αθήνα εξαιτίας των Ιμάμ Μπαϊλντί. Ο Γρηγόρης Φαληρέας, πατέρας των παιδιών είχε κάνει τους δύο δίσκους της μπάντας του πατέρα μου, οπότε όταν κάποια στιγμή ο Ορέστης και ο Λύσανδρος σκέφτηκαν να βάλουν στο σχήμα τους  και μουσικούς, ο πατέρας τους, τους είπε «θα σας πάω στον καταλληλότερο για αυτό που θέλετε». Πήρε τηλέφωνο ο Λύσανδρος τον πατέρα μου και του είπε χρειαζόμαστε έναν μουσικό να παίζει σαξόφωνο και έναν τρομπέτα και εκείνος τους απάντησε «οι γιοί μου!». Στα παιδιά δεν άρεσε καθόλου αυτό, σκέφτηκαν οτι ευλογεί τα γένια του. Πρώτη φορά θα παίζαμε στο πάρτυ λήξης στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2007, μέχρι τότε δεν είχα ιδέα περί τίνος πρόκειται, δεν υπήρχε στο y-tube κάτι. Μιλούσαμε, έλεγα «ρε παιδιά τα κομμάτια, πότε θα μου τα στείλετε;» μου έλεγαν:«Μην ανησυχείς, θα έρθει ο Ορέστης στην Αριδαία και θα κάνετε πρόβα». Ήρθε ο Ορέστης, μόνο πρόβα δεν κάναμε! Όταν πήγα Θεσσαλονίκη μέχρι τελευταία στιγμή πίστευα ότι θα γίνει η πρόβα, πήγαμε για φαγητό, γυρίσαμε και ξαφνικά μπαίνω σε έναν χώρο με κόσμο, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, παραγωγούς, σκηνογράφους και λέω «τώρα την κάτσαμε την βάρκα», με χτυπάει ο Ορέστης στην πλάτη και μου λέει «πάμε».  Ο,τι ζω το χρωστάω στους Imam baildi!

Στο κομμάτι των διασκευών τώρα, κάποιοι θεωρούν ότι είναι ένας εύκολος τρόπος να γίνει γνωστό ένα σχήμα ή ένα πρόσωπο. Σε ενοχλεί αυτή η προσέγγιση;

Σήμερα μπορεί κάποιος να πει ότι συμβαίνει για αυτόν τον λόγο, αλλά το 2007 όταν ξεκίνησαν οι Ιμάμ Μπαϊλντί, δεν υπήρχε άλλη μπάντα που να έκανε κάτι αντίστοιχο, για την Ελλάδα μιλάω. Τα άλλα που λένε ότι μπορεί να είναι μια εύκολη λύση, έχω να πω ότι γίνεται μία σύνθεση, σύνθεση γράφεις. Η δουλειά που κάνεις για να βγει αυτό το αποτέλεσμα είναι πολύ σημαντική. Κάποια στιγμή, λίγο πριν συναντήσω την Μαίρη Λίντα το 2012 για την συμμετοχή της ως guest στην συναυλία μας στην Τεχνόπολις, γράφτηκα στο ρεμπέτικο forum  και διάβασα κάποια πράγματα  που αφορούσαν τους Ιμάμ Μπαϊλντι. Ένα από αυτά έλεγε «θα τρίζουν τα κόκκαλα του Χιώτη» κ.α. Όταν βρεθήκαμε με την κ. Λίντα της εξομολογήθηκα τι διάβασα και με διέκοψε λέγοντας μου «Θα ‘θελα να ξέρεις πως αν ζούσε ο Μανώλης (Χιώτης) θα ήθελε πολύ να παίρνεται κομμάτια του, θα ανυπομονούσε για ένα τηλεφώνημα δικό σας! Ήταν τόσο μπροστά και τόσο ανοιχτός που να είσαι σίγουρος αυτό το πράγμα θα ήθελε.» Αυτό με γέμισε χαρά και αισιοδοξία. Δεν κατηγορώ τους ανθρώπους που λένε την γνώμη τους, γιατί απλά γνωρίζω ότι είναι λάτρεις του ρεμπέτικου, τρελοί γνώστες και τους χρειαζόμαστε.

Ποια ήταν η αντίδραση της Μαίρης Λίντα όταν την καλέσατε να τραγουδήσει στην συναυλία;

Η χαρά της ήταν αμέτρητη. Και για όλους όσοι δεν ήταν σε αυτό το live το 2012, την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού (10 Ιουλίου) υπάρχει ένα video στο οποίο δεν φαίνεται και πολύ αλλά στο δεύτερο ρεφρέν του «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς» γίνεται μια εισαγωγή, είναι το μέρος του Μανώλη που ραπάρει και χοροπηδάει, ακολουθεί ο κόσμος και ξαφνικά βλέπουμε την Μαίρη Λίντα να χοροπηδάει επίσης. Δεν το πιστεύαμε! Ευτυχώς είχε ζέστη, ήμασταν τόσο ιδρωμένοι όλοι και δεν φαίνονταν τα δάκρυα- το λέω και ανατριχιάζω- δεν μπορούσα να τα σταματήσω! Δεν μου έβγαινε νότα, δεν μπορούσα να παίξω!

Chouska ή ελληνιστί κόκκινες καυτερές πιπεριές είναι η ονομασία της μπάντας της οποίας είσαι ιδρυτικό μέλος μαζί με τον Περικλή Αλιώπη…

Ήταν ένα εγχείρημα που θέλαμε να κάνουμε με τον Περικλή Αλιώπη, γιατί παίζουμε μαζί από πολύ μικρή ηλικία, μαζί κατεβήκαμε με τους Ιμάμ, έχουμε κάνει πολλές κοινές ηχογραφήσεις και θέλαμε χρόνια να κάνουμε κάτι δικό μας. Δεν θέλαμε να κάνουμε απλά παραδοσιακή μουσική, θέλαμε να κάνουμε κάτι πέρα από αυτό. Το δύσκολο ήταν να βρούμε το στυλ και όταν καταλήξαμε και είπαμε θέλουμε να’ ναι λίγο jazz, μόλις είχε γυρίσει από Νέα Υόρκη ο Μηνάς Λιάκος. Εμείς με τον Περικλή γράφουμε τις μελωδίες, τις σκέψεις μας και ο Μηνάς είναι αυτός που τα ντύνει έτσι ωραία. Μετά ήρθε ο Παναγιώτης Καμβυσίδης. Ήμασταν κουαρτέτο, πιο βαρύ και από ταινία του Ταρκόφσκι. Σκέψου μια μπάντα χωρίς στίχο που παίζει μόνο δικά της κομμάτια και δεν έχει κρουστό. Ήταν πολύ δύσκολο. Διάφοροι μουσικοί- φίλοι που μας άκουγαν, το έλεγαν «ακαδημαϊκό» και να μην το παρουσιάζουμε σε μπαρ ήταν για κάτι ανώτερο.(γέλιο) Στην πορεία ήρθε ο Πέτρος Κούρτης -άλλη μουσική διάνοια- με μεγάλη ακαδημαϊκή εκπαίδευση. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να συμβαδίσουμε με τα γοργά βήματα του Πέτρου κι έτσι απευθυνθήκαμε σε έναν άλλο μουσικαρά, τον Τάκη Βασιλείου.

Γιάννη ονειρεύεσαι να καταξιωθείς ως ένας σπουδαίος μουσικός ή ως συνθέτης;

Όχι τόσο ως συνθέτης. Μουσικός ήμουν, είμαι και θέλω να συνεχίσω να είμαι. Αυτό που θέλω να κάνω σαν οργανίστας και το αγαπάω, είναι οι ενορχηστρώσεις. Αν όμως ήταν να συνθέσω, ιδανικά θα ήθελα να το κάνω για θέατρο ή κινηματογράφο.

Συζητώντας με τον Γιάννη για αγαπημένες ταινίες και εκείνες που δίνουν κοινωνικά μηνύματα, για να ελαφρύνουμε λίγο την ατμόσφαιρα ακολούθησε η ερώτηση: Θυμάσαι κανένα ευτράπελο από κάποια συναυλία;

Ορμώμενος από την προηγούμενη συζήτηση μας, περί κοινωνικών μηνυμάτων,  δεν θα σου πω κάτι αστείο με την έννοια που το θέτεις, γιατί πιστεύω ότι αυτά που συμβαίνουν είναι μεταξύ μουσικών και ίσως να μην το κατανοήσει καλά κάποιος που θα το διαβάσει. Θα σου πω όμως κάτι που μου φάνηκε πραγματικά ευτράπελο. Το να πηγαίνεις σε μια χώρα, όπως η Γερμανία, μια χώρα στην οποία ζουν πολλοί Έλληνες μετανάστες και να βιώνεις έντονα τον ρατσισμό για έναν άνθρωπο. Ο Μανώλης Αφολάνιo (τραγουδιστής των Ιμάμ) είναι ένας Έλληνας με καταγωγή από την Νιγηρία, γεννημένος στην Ελλάδα και θεωρώ ότι είναι ευτράπελο να δέχεσαι ρατσιστικά σχόλια από κοινό μεταναστών προς έναν άλλον μετανάστη δεύτερης γενιάς. Αυτό για ‘μένα, είναι αστείο!

 

Οι CHOUSKA​ αποτελούνται από τους:

Γιάννη​ ​Δίσκο:​ ​Σαξόφωνο​ ​&​ ​Κλαρίνο /Περικλή​ ​Αλιώπη:​ ​Τρομπέτα/ Μηνά​ ​Λιάκο:​ ​Κιθάρα

Παναγιώτη​ ​Καμβυσίδη:​ ​Τούμπα/Τάκη​ ​Βασιλείου:​ ​Κρουστά

Facebook Chouska: https://www.facebook.com/Chouskaensemble/

Official Page Imam baildi: http://www.imambaildi.com/el/

 

Advertisements

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here