ΠΕΡΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

22/01/2017

Γράφει η Ειρήνη Ντούρα-Καββαδία / Συγκριτική & Υπολογιστική Γλωσσολόγος-Μηχανικός / Καθηγήτρια ξένων γλωσσών – Μεταφράστρια – Διεθνώς βραβευμένη Λογοτέχνις

Στις μέρες μας ολοένα και περισσότερο δίδεται έμφαση στο γεγονός ότι οι νέοι αξίζουν να μετέχουν καλύτερης παιδείας. Ο κλασικός τρόπος να γίνει κάποιος κοινωνός της γνώσης είναι βεβαίως μέσω του βιβλίου. Το βιβλίο από απλό μέσον μετάδοσης γνώσης, ωστόσο, στα χέρια του αναγνώστη μετουσιώνεται, γίνεται σύντροφος, συνοδοιπόρος. Αξίζει συνεπώς να αναφερθεί κανείς στην ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται από τη μοναδική προσέγγιση του συγγραφέα και του αναγνώστη μέσω του βιβλίου. Πρόκειται για μια άκρως διαλεκτική σχέση, παρά το γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια συμβατική διαπροσωπική σχέση, και συνεπώς υφίσταται μια διακριτή απόκλιση από την κλασική επικοινωνία μεταξύ δύο έμψυχων όντων που βρίσκονται στο ίδιο περιβάλλον και συνδιαλέγονται μεταξύ τους με τη βοήθεια ενός κοινά αντιληπτού γλωσσικού συστήματος – ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας. Πολλοί πιστεύουν ότι η ανάγνωση αποτελεί μια παθητική ενασχόληση, καθώς ο ένας γράφει και μετά από καιρό κάποιος άλλος διαβάζει ό,τι ο πρώτος έχει γράψει – δηλαδή υποτίθεται πως υφίσταται μια αμφιμονοσήμαντη διαδρομή και πορεία. Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιαστική διαλεκτική σχέση, που απορρέει από το γεγονός ότι ο συγγραφέας – ακόμη και απών – είναι περισσότερο και από παρών μέσα από το έργο του, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του. Μιλά, έστω και σε ετερόχρονο από πλευράς αναγνώστη ή μεταγενέστερο από πλευράς συγγραφέα χρονικό πλαίσιο, στον κοινό κώδικα, δηλαδή στη φυσική γλώσσα, μολονότι όχι προφορική αλλά γραπτή.

Η σαφής διαλεκτική σχέση μεταξύ του αναγνώστη και του βιβλίου ως μορφή επικοινωνίας εκκινά φυσικά από το κλασικό επικοινωνιακό μοντέλο του δέκτη και του πομπού μέσω του καναλιού μετάδοσης του προς μεταβίβαση μηνύματος, όπως περιγράφεται στην επιστήμη της Γλωσσολογίας. Ωστόσο, πρόκειται για μια αλληλεπίδραση που προχωρά πολύ πέραν αυτού του γνωστού θεωρητικού μοντέλου. Σύμφωνα με την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, ο αναγνώστης αποτελεί έναν μονάχα παθητικό δέκτη των δρώμενων όπως αυτά διαδραματίζονται μέσα στις σελίδες του εκάστοτε βιβλίου, θεωρητικά ανίκανος να δράσει με οποιοδήποτε τρόπο στα τεκμαιρόμενα που αναγιγνώσκει. Συνεπώς, ο μόνος του ρόλος είναι να αποκωδικοποιεί τα εκάστοτε μεταδιδόμενα εκ μέρους του συγγραφέα μηνύματα, να τα κατανοεί, να τα αναλύει, να αισθάνεται τον αντίκτυπό τους στην εκάστοτε ψυχοσύνθεσή του, και απλά να έχει τη δυνατότητα να συμφωνεί ή να διαφωνεί μαζί τους. Δηλαδή, να σκέφτεται και να αισθάνεται. Αυτό όμως είναι αναληθές, καθώς ο αναγνώστης αποτελεί ένα καθόλα σκεπτόμενο ον που έχει τη δυνατότητα να δρα κατά βούληση. Διαθέτει την απαραίτητη κρίση να προχωρήσει στην ανάγνωση περαιτέρω, να κάνει παύση ή ακόμα και να την σταματήσει εντελώς αν κάτι που διάβασε δεν τον ενθουσίασε ή ακόμα χειρότερα τον βρήκε αντίθετο ή – πράγμα ομολογουμένως σπάνιο – τον εξόργισε. Μπορεί επίσης να θέλει να γυρίσει σε προηγούμενες σελίδες, να γευτεί ξανά και ξανά κάποια εδάφια που του προκάλεσαν το ενδιαφέρον ή τον συγκίνησαν ιδιαίτερα, να βιώσει με κάθε κύτταρο του εαυτού του τα δρώμενα της εκάστοτε ιστορίας, να μυηθεί κατ’ επανάληψη στη ζωή των ηρώων και να συγκινηθεί, να χαρεί ή και να θυμώσει με τις επιλογές τους. Μέθεξη, εναγκαλισμός, λύτρωση ή αντιθέτως απόρριψη δεν είναι δυνατόν να πραγματωθεί άνευ διάδρασης. Αυτό μας κάνει να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι ο αναγνώστης, με το δήθεν άψυχο βιβλίο στα χέρια του και την παθητική στάση απέναντί του, έχει αναπτύξει πέραν κάθε αμφιβολίας την απόλυτη διαδραστική σχέση – μια σχέση ιδιαίτερη, που προσιδιάζει αν δεν ομοιάζει σε όλες της τις εκφάνσεις και απόψεις με εκείνη της φυσικής επικοινωνίας των ανθρώπων, και που κατ’ ουσίαν μετατρέπει τον αναγνώστη στον απόλυτο κυρίαρχο της δραστηριότητας που ονομάζεται ‘’ανάγνωση’’. Όπως συμβαίνει και με τον ίδιο τον συγγραφέα, που θεωρεί το πόνημά του ως ένα παιδί του, όπως ακριβώς ο κάθε δημιουργός αντιμετωπίζει το δημιούργημά του, έτσι και ο αναγνώστης αναγνωρίζει στο βιβλίο έναν καλό του και καθόλα έμπιστο φίλο – σε χαρές και λύπες θα βρίσκεται πάντα εκεί είτε στη βιβλιοθήκη, είτε στο κομοδίνο είτε ακόμα και κάτω από το μαξιλάρι του. Ένας φίλος παντοτινός που θα του ανοίγει ένα παράθυρο στην γνώση ή θα τον εισαγάγει σε έναν άλλον άγνωστο κόσμο – ή σε παντελώς φανταστικούς κόσμους, ενδεχομένως σε εποχές αλλοτινές ή και μελλοντικές, σε καταστάσεις αξιομνημόνευτες -ή και όλα αυτά μαζί! Και φυσικά όταν ο άνθρωπος σκέπτεται, βιώνει, κρίνει, προσλαμβάνει, εξάγει συμπεράσματα, φιλοσοφεί, δρα κιόλας. Επενεργεί πάνω στον δικό του κατ’ αρχήν μικρόκοσμο, αναγνωρίζει, παίρνει αποφάσεις, δρομολογεί καταστάσεις, αλλάζει τα κακώς κείμενα και προχωρά πέραν του δικού του κλειστού, στο ευρύτερο περιβάλλον. Γίνεται κοινωνός γνώσης και τη μεταδίδει. Αν αυτό δεν αποτελεί δράση, τότε τι την συνιστά κατ’ ουσίαν;

Κατά τον μέγιστο φιλόσοφο Αριστοτέλη τον Σταγειρίτη, που ολόκληρη η ανθρωπότητα του οφείλει τα μέγιστα, «Πάντες άνθρωποι φύσει του ειδέναι ορέγονται» δηλαδή «όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους επιθυμούν να φτάσουν στη γνώση», και ποιος ο ωραιότερος τρόπος προσέγγισής της παρά μέσα από σελίδες που γράφτηκαν με αγάπη και δόθηκαν ως δώρο ψυχής; Κι ας μην έχουν φωνή, οι λέξεις έχουν την ικανότητα να μας μιλούν στο αυτί και να μας μυούν σε μυστικά άρρητα, να μας τα ψιθυρίζουν ή ακόμα να μας σιγοτραγουδούν μελωδίες μαγευτικές, εξωτικές… Ακόμα περισσότερο έχουμε ανάγκη από αυτές τις μυστικές μελωδίες των λέξεων στην πεζή και γεμάτη προβλήματα εποχή μας, που βρίθει κυρίως απατηλών μηνυμάτων και πειρασμών, στην εποχή καθώς ζούμε των μοντέρνων και ενδεχομένως πλέον επικίνδυνων Σειρήνων.

Ωστόσο, με ποιον τρόπο θα εμφυσήσουμε στους νέους, στα παιδιά μας, την αγάπη για το βιβλίο; Πώς θα κατορθώσουμε να τους κάνουμε να βιώσουν την φιλαναγνωσία ως κάτι συναρπαστικό, διαχρονικό, και όχι παλαιομοδίτικο, ξεπερασμένο, ακόμα χειρότερα παρωχημένο; Ειδικά στην εποχή μας που η τεχνολογία έχει εισχωρήσει σε κάθε έκφανση της ζωής μας και η τάση της μόδας τη θέλει να παραγκωνίζει καθετί κλασικό ως εκπρόσωπο ενός παρελθόντος που πρέπει να κλειστεί ανεπιστρεπτί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας; Κι εκεί που πιστεύει κανείς πως δεν υπάρχει κάποια ελπίδα, πάλι αρκεί ν’ ανατρέξει κανείς στα ψήγματα της αρχαίας σοφίας, που φαίνεται να έχουν τη λύση για τα πάντα!

«Έξις δευτέρα φύσις», κατά τον Φιλόσοφο Αριστοτέλη – η δύναμη της συνήθειας δηλαδή  είναι πολύ ισχυρή. Ορίζει και απαιτεί, ζητεί και δρα ως ένα κομμάτι του εαυτού μας. Οι νέοι σε αυτό το πλαίσιο, στο κενό που δημιουργείται στην αναζήτησή τους πιθανών διεξόδων δια της κλασικής και πάλι μεθόδου της δοκιμής κι απόρριψης, πολλές φορές δεν γνωρίζουν τι οφείλουν να προσθέσουν, και ο ρόλος μας εδώ δείχνει να είναι μεγάλης σπουδαιότητας. Στο χέρι μας είναι λοιπόν ως παιδαγωγοί, γονείς, λογοτέχνες, άνθρωποι του πνεύματος εν γένει, να διοχετεύσουμε την αέναη και ασίγαστη ενέργεια των παιδιών μας σε κανάλια «χρηστών ηθών». Να τα προτρέψουμε σε συνήθειες που ανατάσσουν το πνεύμα και διαμορφώνουν θετικά την ευαίσθητη και εύπλαστη ψυχή τους. Να τα μυήσουμε στην μαγεία που προσφέρει η Φιλαναγνωσία, μέσα από τα δικά μας μάτια και το δικό μας καθοριστικό παράδειγμα. Αν ο γονέας στο σπίτι δεν ανοίξει ένα βιβλίο ο ίδιος, πώς περιμένουμε το παιδί να το πράξει; Και γιατί όχι; Σήμερα, η τεχνολογία μπορεί να είναι σύμμαχός μας. Αν και δεν συγκρίνεται η αίσθηση του έντυπου βιβλίου με εκείνη του ηλεκτρονικού, έστω και αυτή η εκδοχή του e-book είναι απείρως προτιμότερη από την πλήρη απουσία του αναγνώσματος από τη ζωή των νέων μας. Και μιλάμε για οποιοδήποτε – κατ’ αρχήν – είδος αναγνώσματος : ό,τι πέφτει στα χέρια τυ παιδιού και θέλει να το διαβάσει, ας το ενθαρρύνουμε. Από κόμικ, περιοδικό, εγχειρίδιο οδηγιών, φυλλάδια πάσης φύσεως ή συνταγές μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής ακόμα και ετικέτες από τα σαμπουάν, τα φάρμακα, τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, τα παιχνίδια.

Και ας μην ξεχνάμε, τα παιχνίδια είναι πολύ όμορφα, αλλά έχουν σχεδόν πάντα άμεση ημερομηνία λήξης – ένα βιβλίο ποτέ! Όσο παλιώνει, τόσο καλύτερο, αγαπητότερο, πολυτιμότερο γίνεται. Άλλωστε, το βιβλίο είναι γνώση και η γνώση είναι δύναμη. Οι δε εποχή μας χρήζει δυνατών νέων γενεών, με σκέψη, λόγο, σωστά πρότυπα και ιδανικά, μαζί με την πνοή και το θάρρος που τους χαρίζει η νιότη τους. Ο δε εν λόγω συνδυασμός, το βέλτιστον!



Post a new comment