ΑΠΟΨΕ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΑΜΕ!

09/11/2017

ΔΙΗΓΗΜΑ της Φανής Ματσινοπούλου

Λυπόταν μόνο για τις ευκαιρίες που είχε χάσει,

το χέρι που δεν άπλωσε, τα δάκρυα που δεν έχυσε,

τα χείλη που δεν κατάφερε να φιλήσει.

«Του έρωτα και της σκιάς»

Isabel Allende

 

Έχεις κανονίσει το σαββατοκύριακό σου. Τα έχεις οργανώσει όλα μέσα στο μυαλό σου, όπως ακριβώς θέλεις να συμβούν. Έχεις σχεδιάσει πώς θα χαλαρώσεις ύστερα από μία εξοντωτική εβδομάδα στο γραφείο. Και ξαφνικά έρχεται ένα τηλεφώνημα και σου ανατρέπει τα πάντα.  Σου χαλάει το πρόγραμμα και σε υποχρεώνει να κλειστείς κατακαλόκαιρο μέσα σ’ ένα τριάρι. Ε ναι, τότε λες «την πατήσαμε απόψε!» και κλείνεις το τηλέφωνο εκνευρισμένη.

 

***

Παρασκευή αργά το απόγευμα. Χειμωνιάτικος, μα γλυκός καιρός. Πάρκαρε το golfάκι έξω από την πολυκατοικία στα Πατήσια. Όπως κάθε Παρασκευή. Ήταν η ημέρα για την εβδομαδιαία επίσκεψη στη μητέρα της. Κάθε Παρασκευή μετά το γραφείο. Έτσι τους άρεσε κι έτσι το είχαν καθιερώσει. Προηγουμένως, περνούσε από το super market για τα απαραίτητα της εβδομάδας και από το φαρμακείο. Όλο και κάτι χρειαζόταν η Σοφία εκτάκτως. Η Σοφία δεν έκρυβε τη χαρά της. Με τη βοήθεια της Ελένας πάντα, ετοίμαζε το αγαπημένο φαγητό τής  κόρης της. Παστίτσιο. Με μπόλικο τριμμένο κεφαλοτύρι και φρυγανιά από πάνω, να κάνει κρούστα. Δεν έκρυβε τη χαρά της η Σοφία όταν παρέα οι δυο τους βλέπανε τηλεόραση το βράδυ. Καθισμένες δίπλα-δίπλα στον καναπέ. Και να μοιράζονται την ίδια καρώ λεπτή κουβερτούλα, για να σκεπάζουν τα πόδια τους. Κι η χαρά της μεγάλωνε το Σάββατο το πρωί όταν μετά το ελληνικό καφεδάκι ακολουθούσε το μάθημα μαγειρικής-ζαχαροπλαστικής. Να μάθει επιτέλους αυτό το κορίτσι, να φτιάχνει τα κουλουράκια με τη βανίλια και το πορτοκάλι. Και κανένα μπιφτέκι στον φούρνο με πατάτες. Να σταματήσουν πια αυτά τα χαρτόκουτα από τα delivery με τα πλαστικά φαγητά!

Κι εκεί άρχιζε η κουβέντα, τα γέλια, τα αστεία και τα πειράγματα. Άρχιζαν και οι εκατέρωθεν εξομολογήσεις και εκμυστηρεύσεις. Νοσταλγία για τις χαρούμενες στιγμές, χαμόγελα για τις όμορφες αναμνήσεις. Είπαμε, θα θυμόμαστε μόνο τα καλά και τα όμορφα. Όχι πια στενοχώριες!

Κι εκεί κάπου προς το απόγευμα του Σαββάτου, η «γιορτή» έπαιρνε τέλος.

«Ναι, κορίτσι μου. Άντε τώρα, πάρε τα τάπερ και πήγαινε σπίτι σου. Να ξεκουραστείς και να βγεις και καμιά βόλτα το βράδυ. Κι όταν βγαίνεις, να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά. Τον καλύτερο μπορείς να βρεις, μια κούκλα είσαι. Τι σου λείπει; Στο καλό! Την άλλη Παρασκευή σε περιμένω πάλι».

«Αν προφτάσω, μπορεί να περάσω και νωρίτερα κάποιο απόγευμα για ένα γρήγορο καφεδάκι. Την άλλη βδομάδα, λέω να πάμε καμιά βόλτα στη θάλασσα με το αυτοκίνητο, αν έχει καλό καιρό, κι αν έχεις κέφι».

 

***

Ήταν μόλις το περασμένο καλοκαίρι. Κατέβασε το ακουστικό τού τηλεφώνου εκνευρισμένη. Απόψε την πατήσαμε, σκέφτηκε. Γαμώτο, άλλη όρεξη δεν είχα. Τέτοιο χώσιμο καιρό είχε να της συμβεί… Πάνε τα σχέδια για το σαββατοκύριακο. Δηλαδή ποια σχέδια… Μπαρότσαρκα με τις φίλες της στο Κολωνάκι. Αφού ο τύπος που γνώρισε προχθές στο μπαρ που είχε πάει, δεν φάνηκε. Της έμειναν οι φίλες για το σαββατόβραδο. Είχε πει πως θα την έπαιρνε τηλέφωνο για να βγουν. Δυο μέρες τώρα με το κινητό στο χέρι περίμενε. Κανείς δεν τηλεφώνησε. Άλλη μια φορά, μια απ’ τα ίδια!

Τηλεφώνησε όμως η Ελένα για να της πει ότι έπρεπε να λείψει για δυο μέρες. Αρρώστησε η αδελφή της. Σαββατοκύριακο βρήκε ν’ αρρωστήσει κι αυτή. Αν θέλουμε, την πιστεύουμε. Έπρεπε να φύγει, δεν γινόταν αλλιώς. «Τα γκυρίσω τη Γκυριακή του βράντυ».

Άναψε τσιγάρο. Επείγον τηλεφώνημα στην κολλητή της.

«Άσε, απόψε την πατήσαμε! Πρέπει να πάω στη μάνα μου. Θα μείνω μαζί της μέχρι την Κυριακή το βράδυ. Θα λείψει η Βουλγάρα. Όχι, δεν είναι ότι έχει κάτι τόσο σοβαρό αλλά δεν της αρέσει να μένει μόνη. Κι εγώ, δεν θέλω να την αφήνω. Μην πάθει κάτι και με φάνε οι τύψεις. Καλά, μιλάμε για μεγάλο χώσιμο. Τσάμπα η ρίζα και το γαλλικό. Όχι, δεν πήρε κι ούτε πρόκειται. Λοιπόν, μιλάμε. Αν αλλάξει κάτι, σε παίρνω».

Ψηλή, γυμνασμένη, εμφανίσιμη. Μια νέα όμορφη, αεράτη γυναίκα, λίγο μετά τα σαράντα. Βαμμένο ξανθό μαλλί, προσεγμένο και μάλλον ακριβό ντύσιμο, άψογο manicure. Πάντα! Με πτυχίο οικονομικών-διοίκησης επιχειρήσεων και καλοπληρωμένο, για τα δεδομένα της εποχής, στέλεχος μεγάλης εταιρείας. Μοναχοπαίδι και πολύ ευχαριστημένη γι’ αυτό. Κάτοικος Κολωνακίου και κάτοχος Golf GTI δεκαεξαβάλβιδου. Όλο το πακέτο σύμφωνα με τις απαιτούμενες σύγχρονες κοινωνικές προδιαγραφές. Παρ’ όλα αυτά, μονίμως εκνευρισμένη και δυσαρεστημένη. Πάντα κάτι να της τη σπάει. Πάντα κάτι να νιώθει ότι της λείπει. Ναι, αυτό το κάτι που ομορφαίνει την καθημερινότητα της έλειπε, αυτό που την κάνει ενδιαφέρουσα, δροσερή και πικάντικη. Αυτό δεν το είχε … Αγχωμένη με τον χρόνο, με το πέρασμα του χρόνου. Να τα προλάβει όλα, να τα διευθετήσει όλα, να τα οργανώσει όλα με επιτυχία, για να βρεθεί στο τέλος της ημέρας εξουθενωμένη στον καναπέ του σπιτιού της μ’ ένα ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι. Ή σε κάποιο μπαρ του Κολωνακίου. Ή της παραλιακής.

 

Πάρκαρε το golfάκι έξω από την πολυκατοικία στα Πατήσια. Μπήκε μέσα στο σπίτι. Της μύρισε αμέσως κλεισούρα και γερίλα. Είχε και μια ανακατωσούρα στο στομάχι από τα χθεσινά ποτά. Δεν έλεγε να της περάσει με τίποτα. Της ήρθε μια αναγούλα.

«Του βράντυ να τη βάλετε πάνα γκιατί καμία φορά έκει προμπλέμα. Όκι πάντα, καμία φορά όμως έκει».

Έχει γούστο να πρέπει να ξεσκατώνω κιόλας. Ε ρε, γλέντια!

«Καλώς τηνε. Καιρό έχω να σε δω. Ξέχασα να σου πω να πάρεις λίγο ψωμί καθώς θα ερχόσουν»

Ως συνήθως! Κάθε φορά έχει ξεχάσει κάτι. Όλα την τελευταία στιγμή. Τώρα πρέπει να ξαναβγώ, να ξεπαρκάρω, να ξαναπαρκάρω. Και να ψάχνω για ανοικτό φούρνο. Με το ψωμί που θέλει. Γιατί θέλει μόνο αυτό κι όχι άλλο. Και τα χάπια για τον θυρεοειδή και τα χάπια για την πίεση. Γιατί κι αυτά τα ξέχασε…

«Έλα, κάθισε εδώ δίπλα μου στον καναπέ να μου πεις τα νέα σου. Άσε πια αυτό το κινητό, βρε κορίτσι μου. Συνέχεια μ’ ένα κινητό στο χέρι και το κοιτάς. Τι κοιτάς όλη την ώρα; Όλοι της ηλικίας σου αντί να μιλάτε μεταξύ σας, μιλάτε μ’ αυτό το πράγμα ή το κοιτάτε σα χάνοι. Δηλαδή, εμείς τι πάθαμε που δεν είχαμε κινητά; Μιλούσαμε μεταξύ μας, είχαμε επικοινωνία, πηγαίναμε εκδρομές, φλερτάραμε…».

Ακόμη δεν μπήκα κι αρχίσαμε τις παρατηρήσεις! Πώς θα τη βγάλω δυο μέρες ολόκληρες; Τώρα την πειράζει και το κινητό. Το ότι εγώ μπορεί να περιμένω τηλεφώνημα ή μήνυμα στο messenger δεν της περνάει καν από το μυαλό. Θέλω να δω και πόσα “like” έχει η φωτογραφία που ανέβασα. Είχανε επικοινωνία και φλερτάρανε. Ναι, την είδαμε την επικοινωνία σας και την επιτυχία σας στους γάμους που κάνατε. Οι μισές είστε παρατημένες από τους άντρες σας γιατί βρήκαν άλλες. Γιατί εμείς δεν φλερτάρουμε δηλαδή; Στα μπαρ χαμός από γκόμενους που περιμένουν!

«Ν’ ανοίξουμε την τηλεόραση. Αρχίζει ο Φερεντίνος σε λίγο. Μ’ αρέσει αυτό το παιχνίδι. Το περιμένω πώς και πώς. Κι ο Φερεντίνος είναι πολύ καλό παιδί. Πρέπει να βρίσκεις αυτά που είπαν οι άλλοι. Εγώ όλα τα βρίσκω, αμέ! Αυτοί που παίζουν εκεί είναι χαϊβάνια. Τίποτα δε βρίσκουν. Μωρέ, άμα πήγαινα εγώ …»

Να πήγαινες, να δούμε τι θα έκανες! Εσύ, που όλα τα ξέρεις κι εμείς όλοι οι άλλοι οι χαζοί. Κι εμένα μια ζωή χαζή με θεωρείς. Έλα να διευθύνεις τμήμα marketing, να σου πω εγώ ποια είναι η χαζή και ποια η έξυπνη. Έλα να επιβιώσεις μέσα στη ζούγκλα τής σύγχρονης επιχείρησης. Έλα να δεις πώς είναι να σε πιέζουν όλη τη μέρα με τους τζίρους και τα νούμερα, να σου πω εγώ ποια είναι η πιο έξυπνη. Η εξυπνάδα σου εξαντλείται στον Φερεντίνο. Άσε που ήθελα να δω επανάληψη “Sex and the City”. Τέλος πάντων, θα φάω τον Φερεντίνο τώρα.

«Το σπίτι σου το ΄χεις καθαρό ή σαν την τελευταία φορά που ήρθα και ήταν άνω κάτω; Να το περνάς με το παρκετόπανο κάθε μέρα. Να ξυπνάς και δέκα λεπτά νωρίτερα, να τινάζεις τα σεντόνια και να στρώνεις το κρεβάτι σου. Και να περνάς τις βρύσες με το πανάκι κάθε φορά γιατί γεμίζουν άλατα. Εμείς ήμασταν νοικοκυρές. Τώρα οι νέες, ο νους σας είναι να ξεπορτίσετε. Νοικοκυριό τσάτρα-πάτρα. Όλα τα σπίτια βρωμάνε και ζέχνουν. Για μαγειρική, να μη μιλήσω καλύτερα. Έτσι θα βρείτε άντρα; Ο άντρας θέλει να μπαίνει σ’ ένα καθαρό σπίτι, να βρίσκει έτοιμο ένα ζεστό φαγάκι. Γι’ αυτό δε μπορεί να σταθεί σπίτι σήμερα».

Δεν το ΄ξερα στις οκτώ το βράδυ που γυρίζω, να κυνηγάω με το μικροσκόπιο τη σκόνη και να μαγειρεύω. Έρχεται η γυναίκα μια φορά τη βδομάδα. Μια χαρά είναι. Φαγητό παραγγέλνω απ’ έξω. Επίσης μια χαρά. Άλλη όρεξη δεν είχα να καθαρίζω κρεμμύδια μήπως και φανεί κανένας άντρας. Είδα κι εσάς που αφιερωθήκατε στη σκούπα και στο φαράσι…

Κοίταξε γύρω της. Το διαμέρισμα μικρό. Ένα τριάρι, εξήντα πέντε τετραγωνικά με το ζόρι. Κλειστά παραθυρόφυλλα, σκοτεινό.

«Μαμά, ν’ ανοίξω να μπει λίγο φως; Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη».

«Μπράβο κορίτσι μου, άνοιξε. Η Ελένα ξέχασε ν’ ανοίξει κι εμένα με πονάνε τα χέρια μου. Δε μπορώ να σηκώσω τα ρολά».

Πονάνε τα χέρια της. Και τι να της κάνω εγώ; Τόσες φορές την πήγε η Ελένα στον γιατρό. Πήρε φάρμακα, έκανε φυσικοθεραπείες, έκανε ενέσεις. Αυτή πονάει συνέχεια. Ας κάνει κάτι. Τι φταίω εγώ;

Σήκωσε τα ρολά. Τράβηξε τις κουρτίνες. Μπήκε φως, αερίστηκε ο χώρος. Ξανακοίταξε γύρω. Όλα τακτικά και πεντακάθαρα. Άστραφτε το σπίτι από νοικοκυροσύνη και καθαριότητα. Δεν κυκλοφορούσε κόκκος σκόνης. Λίγα πράγματα, τα απολύτως απαραίτητα. Παλαιομοδίτικα έπιπλα, λίγο μελαγχολικά. Μια φωτογραφία από τον γάμο της πάνω σ’ ένα τραπεζάκι με το σεμεδάκι που είχε η ίδια κεντήσει κάποτε. Και μια φωτογραφία τής κόρης της από τη χριστουγεννιάτικη γιορτή τού δημοτικού. Ντυμένη αγγελάκι. Το μυαλό της πήγε στο δικό της διαμέρισμα. Με τα πεταμένα ρούχα πάνω στο κρεβάτι και στις καρέκλες. Τα αποτσίγαρα μέσα στα τασάκια και τα μισοάδεια ποτήρια από ποτά πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Στην κουζίνα τα κουτιά από delivery πεταμένα στον νεροχύτη. Της ήρθε πάλι η τάση για έμετο.

Λίγο πριν από τα ογδόντα η Σοφία. Μια γυναίκα τής εποχής της. Ορφανή από πατέρα, άργησε να παντρευτεί με τον Γιάννη που της προξενέψανε. Υπάλληλος στο υπουργείο ο Γιάννης. Μικρός ο μισθός του, τα χρήματα δεν έφθαναν. Δύσκολα τα έβγαζαν πέρα. Έτσι, η θέση που βρέθηκε κάποια στιγμή στο super market της γειτονιάς, ήταν μια λύση. Στα τυριά-αλλαντικά. Η μετζαλούνα διέλυσε τα χέρια. Η ορθοστασία πέταξε έξω τις φλέβες των ποδιών. Λίγο μια μικρή ανεπάρκεια, λίγο μια δύσπνοια, λίγο οι φοβίες τής ηλικίας, βάραινε αργά-αργά. Στρουμπούλεψε κιόλας, δυσκόλεψε η κίνηση.  Ήταν κι αυτή η ακράτεια μερικές φορές… Όπως και να το κάνεις, ντρεπότανε. Τα χρόνια δεν ήταν αρκετά κι έτσι δεν βγήκε σύνταξη. Τουλάχιστον υπήρχε η σύνταξη χηρείας από τον Γιάννη. Μικρή βέβαια που την πετσόκοβαν συνέχεια αλλά ευτυχώς, συμπλήρωνε κι η κόρη. Σ’ αυτό δεν είχε κανένα παράπονο. Της έδινε ό,τι χρειαζόταν και με το παραπάνω. Μόνο που δεν ερχόταν συχνά να τη δει. Κι όποτε ερχόταν, όλο και θ’ αρπάζονταν με το παραμικρό. Μια κουβέντα η Σοφία που τα ήθελε όλα αυστηρά και τακτοποιημένα. Δέκα κουβέντες η κόρη που η ζωή της και η ψυχή της ήταν ένα ακατάστατο κουβάρι. Όπως ακριβώς και το σπίτι της. Και να μη βρίσκει κι έναν άντρα να παντρευτεί επιτέλους! Τι κάνει μ’ όλες αυτές τις παρέες; Άχρηστη πάει, άχρηστη έρχεται. Τι θα πει “έχω την καριέρα μου, δεν θέλω γάμους κι υποχρεώσεις”;

Κι όμως, η αλήθεια ήταν ότι κατά βάθος ήθελε. Κι ας έλεγε το αντίθετο γιατί δεν της άρεσε να τη σχολιάζουν. Της έλειπε ένας σύντροφος. Τόσες φίλες της είχαν ήδη κάνει οικογένεια εδώ και καιρό. Κι εκείνη έμοιαζε να κρυφοκοιτάζει τις ζωές τους και να φαντάζεται τον εαυτό της στη θέση τους. Τα πρωινά να ξεχνιέται με την καριέρα. Και τα βράδια με ένα ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι. Μπούχτισε πια να κοιτάζει ολοένα το κινητό και να περιμένει αν θα την πάρει τηλέφωνο ο κάθε τύπος που γνώριζε. Ναι, ήθελε να βρεθεί ένας άνδρας που να επιθυμήσει να την έχει δίπλα του. Να επιθυμήσει να μοιραστεί την καθημερινότητά του μαζί της. Να μοιραστεί τη ζωή του μαζί της. Κι ας έλεγε το αντίθετο. Κι ας το έπαιζε άνετη.

«Χλωμή είσαι κορίτσι μου. Τι έχεις;»

«Δεν ξέρω, ρε μαμά. Το στομάχι μου είναι κάπως».

Ζωντάνεψε ξαφνικά, τινάχτηκε στον αέρα η Σοφία.

«Να σου κάνω εγώ ένα λαπά. Με μια φρυγανίτσα, αμέσως θα φτιάξει, θα δεις. Θα του βάλω μέσα κι ένα καροτάκι, να νοστιμίσει».

«Ρε μαμά, μετά. Δεν τέλειωσε ο Φερεντίνος ακόμη. Κάτσε να τον δεις πρώτα».

«Βρε, άστον αυτόν. Όλο τα ίδια και τα ίδια λέει. Επανάληψη είναι. Έτσι κι αλλιώς, τα ξέρω όλα».

 

Δεν πρόλαβε να ξαπλώσει στον καναπέ. Έτρεξε γρήγορα στο μπάνιο. Με μια, δυο, τρεις ρουκέτες έβγαλε τα σωθικά της. Από πίσω η Σοφία. Να της κρατά το κεφάλι και το χέρι. Κι αυτή να ξαλαφρώνει.

«Άντε κορίτσι μου στον καναπέ. Θα καθαρίσω εγώ».

«Ρε μαμά, εσύ θα καθαρίσεις τους εμετούς;»

«Ναι, γιατί; Σ’ έχω ξεσκατώσει εγώ… οι εμετοί με πειράξανε! Γρήγορα ξάπλα στον καναπέ. Να φτιάξω τον λαπά. Κλείσε τα μάτια και μη μιλάς».

Κοίτα να δεις που αντί να την περιποιηθώ εγώ, με περιποιείται αυτή στο τέλος. Τουλάχιστον ξαλάφρωσα λιγάκι. Θα φάω και λαπά gourmet, θα ισιώσω, πού θα πάει;

Ευεργετικός ο λαπάς. Νόστιμος και με το καροτάκι. Σοφία και κόρη στον καναπέ παρέα καθισμένες, πιο κοντά τώρα. Να τις δροσίζει και το αεράκι απ’ το μπαλκόνι. Και να έρχονται οι μυρωδιές του νυχτολούλουδου και του βασιλικού να τις μεθάνε. Παρέα είδαν και τη βραδινή μουσική εκπομπή που άρεσε στη Σοφία. Κι αυτή τραγούδησε με τη μελωδική της φωνή:

Ας ερχόσουν για λίγο μοναχά για ένα βράδυ

να γεμίσεις με φως το φριχτό μου σκοτάδι

και στα δυο σου τα χέρια να με σφίξεις ζεστά

ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά

και

Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα

πριν να γνωρίσω εσένα που πρόσμενα καιρό

μα πώς φοβάμαι πως ίσως μια μέρα σε χάσω

και πώς να σε ξεχάσω που τόσο σ’ αγαπώ

Τη σκέπασε ελαφρά με το σεντόνι.

«Σ΄ευχαριστώ, κορίτσι μου».

«Μαμά, θέλεις αύριο να φτιάξουμε τα κουλουράκια σου; Αυτά που μου αρέσουν».

«Να φτιάξουμε. Αυτά με τη βανίλια και το πορτοκάλι. Αυτά σου αρέσουν».

«Να μαζέψεις τα μαλλιά σου, μην πέσει μέσα καμιά τρίχα. Να ξεβάψεις τα νύχια σου. Δε μαγειρεύουμε με βαμμένα νύχια. Και να βάλεις ποδιά. Μαγειρική χωρίς ποδιά, δε γίνεται».

Μωρέ, καλά το είπα εγώ. Τσάμπα η ρίζα και το γαλλικό. Τέλος πάντων. Κουλουράκια είναι αυτά!

Έτοιμα όλα τα υλικά στον πάγκο της κουζίνας. Όλα τα καλά πάντα υπήρχαν στο σπίτι της. Της άρεσε να έχει το καλύτερο. Όσο και όποτε μπορούσε. Καστανή ζάχαρη, όχι άσπρη. Φυσική βανίλια, όχι αυτήν την άσπρη σκόνη που είναι δηλητήριο. Και φρέσκα αβγουλάκια από την ξαδέλφη της που είχε κότες στο Μαρκόπουλο.

«Τρίψε εσύ το πορτοκάλι απαλά στον τρίφτη, να πάρουμε το ξύσμα. Όχι από αυτήν την πλευρά. Αυτή είναι για το κρεμμύδι. Από την άλλη, τη λεπτή».

Μύρισε ο τόπος βούτυρο, πορτοκάλι και βανίλια. Χάιδεψαν οι μυρωδιές τη Σοφία και την κόρη της. Τους γαργάλισαν τη μύτη, πέρασαν μέσα από τον λαιμό κι έφτασαν στην καρδιά. Χαμογέλασαν τα μάτια, χαλάρωσαν τα πρόσωπα, μαλάκωσε η ένταση. Γέλασε η Σοφία βλέποντας την κόρη της να κοσκινίζει το αλεύρι και να ασπρίζει το σύμπαν. Γέλασε ξανά με την καρδιά της βλέποντάς την να ζυμώνει τα κουλουράκια της χοντροκομμένες μπαλίτσες αντί για πλεξούδες.

Μια ζεστασιά άρχισε αργά-αργά να τις ακουμπάει και τις δυο. Κι ήρθε μετά κι η κουβέντα. Κι οι εξομολογήσεις της Σοφίας. Να πει αυτά που δεν είχε πει ποτέ και σε κανέναν. Για τα δύσκολα χρόνια τού γάμου της με τον Γιάννη. Για τα οικονομικά προβλήματα, για τον εθισμό του στον τζόγο αργότερα. Και για την άλλη γυναίκα που μπήκε κάποια στιγμή στη ζωή τους. Όλα τα ΄χε, η γκόμενα του ΄λειπε του αφιλότιμου.

«Ρε μαμά, γιατί δε μου τα ΄πες ποτέ αυτά; Έβλεπα ότι δεν τα πηγαίνατε καλά αλλά δεν κατάλαβα ποτέ τι τραβούσες. Γιατί δεν τον έδιωξες;»

Πού να τον διώξει. Να πάει πού; Χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς χρήματα. Και να την εκβιάζει πως αν τον αφήσει, δεν θα της δίνει φράγκο για τις σπουδές του κοριτσιού.

«Γι’ αυτό σ’ έστειλα στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσεις. Για να μη βλέπεις τι γινόταν εδώ. Κι εγώ ήθελα πολύ να σπουδάσεις. Να μη γνωρίσεις τα χάλια τα δικά μου. Και δε μπορώ να πω, εσένα πατέρας σου ήτανε, σου φερότανε καλά, σ’ αγαπούσε. Κι έτσι δούλεψα. Έκρυβα όσα χρήματα μπορούσα κι έκανα υπομονή. Μετά αρρώστησε. Είχα ανάγκη και τη σύνταξή του. Έφυγε και γλύτωσε η ζωή μου».

«Ρε μαμά, θα βάλω τα κλάματα!»

«Να μη βάλεις τα κλάματα. Να βάλεις τη λαμαρίνα στο φούρνο και να υπολογίσεις είκοσι λεπτά. Μέχρι να ροδίσουν, να πάρουν ένα ωραίο χρυσαφί χρώμα. Τότε είναι έτοιμα».

«Μαμά, να έρχομαι μια φορά την εβδομάδα να μαγειρεύουμε παρέα; Να μου μάθεις να φτιάχνω κανένα φαγητό της προκοπής;».

«Άκου λέει! Εσύ είσαι έξυπνη, αμέσως θα μάθεις, άμα θέλεις. Έχει ελληνική ταινία σε λιγάκι. Τον “Ατσίδα” με τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Πολύ μου αρέσει ο Ηλιόπουλος, τρελαίνομαι. Όταν λιποθυμάει κι όταν χορεύει είναι μοναδικός».

«Έχει πλάκα αυτή η ταινία. Κι εμένα μ’ αρέσει».

«Άντε, τότε πάω να φτιάξω μια τηγανιά πατάτες. Έτσι σου άρεσε όταν ήσουν μικρή. Να βλέπεις ελληνική ταινία και να τσιμπάς τηγανητές πατάτες με το χέρι».

«Αχ, βρε μαμά!».

«Έλα, μαμά, αρχίζει. Μη χάσουμε την αρχή».

«Στάσου βρε κοριτσάκι μου, φέρνω τις πατάτες, να κλείσω και το μάτι».

«Έλα μπράβο, κάθισε. Μμμ, ωραίες πατατούλες, κριτσανιστές, μαμαδίστικες. Εγώ δυο φορές έκανα στο σπίτι μου, δυο φορές τις έκαψα. Πάλι καλά που δεν έκαψα και την κουζίνα! Μμμ, γεια στα χεράκια σου!».

«Το κινητό τι το θέλεις πάλι;»

«Έλα πιο κοντά να βγάλουμε μία selfie».

«Τι είναι πάλι αυτό το “τσέρφι”;»

«Βρε, έλα δίπλα μου και μη ρωτάς. Έλα, φωτογραφία είναι. Κράτα και το πιάτο να φαίνονται κι οι πατάτες».

Τσικ!

«Τέλεια! Χαμός θα γίνει στο facebook από τα “like”. Πάντως, δεν μπορείς να πεις μαμά, είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα!».

 

Φ.Μ. | Οκτώβριος 2017



Post a new comment