ΕΥΑ ΑΤΜΑΤΖΙΔΟΥ: «ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΝΙΩΘΩ ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ…»

27/04/2017

Συνέντευξη στη Στεφανία Τσολάκη

Είμαι χαρούμενη για την συνέντευξη που ακολουθεί για δύο –κυρίως- λόγους. Πρώτον γιατί πρόκειται για μια σπουδαία κιθαρίστρια και δεύτερον γιατί ύστερα από αρκετό καιρό, μου παραχωρεί συνέντευξη μία γυναίκα. Η Εύα Ατματζίδου είναι ένας νέος άνθρωπος, βαθιά συνειδητοποιημένος, με ευαισθησίες, που προβληματίζεται για το μέλλον το δικό της αλλά και της χώρας. Είναι πολύ προσεκτική σε ο,τι λέει, δίνοντας μου την αίσθηση, ότι γνωρίζει καλά την ευθύνη που φέρει κάποιος  όταν μιλάει δημόσια. Παρόλα αυτά ο λόγος της παραμένει χειμαρρώδης και έτσι δεν έχασα λεπτό από την συνομιλία μας. Σκεφτείτε μόνο, ότι η μαγνητοφώνηση ξεκίνησε περπατώντας…

Εύα, πιστεύεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απογοητεύσει τον κόσμο;

Η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε το αληθινό του πρόσωπο και κατά την προσωπική μου άποψη, ναι, θεωρώ ότι απογοήτευσε πολύ κόσμο. Σε σχέση με αυτό όμως, υπάρχει και κάτι άλλο που με προβληματίζει ίσως ακόμα περισσότερο. Ο κόσμος μετά από αυτή την «προδοσία» τι έκανε;

Οδηγούμαστε, λοιπόν, σε μια… “ψυχοπνευματύπνωση”. Δεν θεωρείς, όμως, οτι οι καλλιτέχνες διατηρώντας μία απολιτίκ στάση, συμβάλλουν σε αυτό;

«Ψυχοπνευματύπνωση» δεν θα το έλεγα, γιατί ο κόσμος είναι πολύ απορροφημένος πια με την επιβίωση και επίσης το σοκ ήταν μεγάλο. Ως προς τους καλλιτέχνες, προσωπικά υποστήριξα και υποστηρίζω κάποιες ιδέες, δεν υποστήριξα κανένα κόμμα. Πολλοί καλλιτέχνες όμως, βγήκαν μπροστά και αυτοί «έφαγαν» την κατραπακιά, με αποτέλεσμα να φοβούνται πια. Από την άλλη  όλα τα σοκ έχουν έναν χρόνο στον οποίο θα πρέπει να τα ξεπερνάμε. Δηλαδή, τι άλλο περιμένουμε, τι άλλο πρέπει να γίνει; Νομίζω ότι ο χρόνος του σοκ τελείωσε. Από εδώ και πέρα πρέπει να δούμε ποιοι είμαστε.

Ποια είναι η δική σου στάση;

Αν ρωτάς για τη στάση μου ως καλλιτέχνη -και χωρίς να παραλείπω την αυτοκριτική μου φυσικά- ο τίτλος του δεύτερου δίσκου μου, «Trenova», είναι επί της ουσίας πολιτικός. Τρένοβα λέγεται το χωριό στο οποίο εγκαταστάθηκε ο προπάππους μου, όταν έφυγαν ως πρόσφυγες στο διωγμό από τον Πόντο και ήρθαν στην Ελλάδα. Για εμένα συμβολικά είναι το απάγκιο, είναι το μέρος που κάποιος μπορεί να βρει γαλήνη, ηρεμία και να ξαναγίνει δημιουργικός. Την ώρα που στη χώρα μας το προσφυγικό ήταν (και είναι) ένα τεράστιο θέμα, παίρνω, ας πούμε, κάποια θέση. Επίσης, μέσα στον δίσκο αυτό υπάρχουν κάποια κομμάτια (όπως το Planet Unplanned και το Echo Humana), τα οποία, ενώ είναι χωρίς λόγια, η ιδέα πίσω από τη δημιουργία τους είναι καθαρά ιδεολογική.

Όταν παρουσιάζεις τα κομμάτια, σου αρέσει να μιλάς για το τι σημαίνει το καθένα, την ιστορία πίσω από αυτά;

Φυσικά. Ειδικά τώρα που οι συνθέσεις είναι χωρίς λόγια, μιλάω για κάθε κομμάτι, την ιδέα του κομματιού, τις εικόνες του, αλλά κάποιες φορές ακόμα και για το πόσο δύσκολο ήταν για εμένα να πρέπει να ολοκληρώσω κάποιες συνθέσεις αυτού του δίσκου την ίδια στιγμή που άνθρωποι πνίγονταν στην Μυτιλήνη. Ήταν φοβερά πιεστικό το να πρέπει να συνεχίσω, ουσιαστικά σαν να μην συμβαίνει τίποτα, ενώ συνέβαινε μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές τραγωδίες.  Ήταν οδυνηρό.

Πώς προέκυψε η πρώτη σου σύνθεση, σε στίχους του πατέρα σου;

Ο πατέρας μου γράφει τραγούδια εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ακόμα πήγαινα σχολείο, πέρασα από τη δουλειά του να τον χαιρετήσω, μου βγάζει ένα χαρτί και μου λέει «κοίτα τι έγραψα σήμερα» και μου δείχνει ένα ποίημα. Με το που το διάβασα ταράχτηκα. Έβαλα τα κλάματα, του ζήτησα το χαρτί και έφυγα τρέχοντας για το σπίτι. Μέχρι να επιστρέψει ο πατέρας μου, είχα ήδη γράψει τη μουσική και το είχα ηχογραφήσει πρόχειρα.

Παρά το ότι σαν λαός έχουμε γνωρίσει την προσφυγιά, υπάρχουν άνθρωποι που παραμένουν ρατσιστές, θεωρώντας μάλιστα ότι ο Έλληνας είναι ευπρόσδεκτος όπου βρεθεί. Ποια είναι η δική σου εικόνα;

Θυμάμαι μια έρευνα στην οποία είχαμε αναφερθεί όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, στο μάθημα της Κοινωνικής Ψυχολογίας, η οποία αφορούσε τον ρατσισμό. Εκεί φαινόταν ξεκάθαρα ότι ο ρατσισμός έχει ουσιαστικά να κάνει με την οικονομική επιφάνεια του καθενός. Δεν μας πειράζει ο ξένος ως ξένος, μας πειράζει ο φτωχός ξένος. Διάβασα ένα άρθρο πρόσφατα, το οποίο έλεγε ότι το πώς θα αντιμετωπίσουν έναν Έλληνα στο εξωτερικό αυτή τη στιγμή έχει άμεση σχέση με τη θέση της χώρας μας στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα ή έστω στο ευρωπαϊκό. Εύχομαι τα πράγματα να πάνε καλύτερα για όλους μας. Είναι θέμα συγκυρίας το πού έχουμε γεννηθεί και το πώς έχουμε μεγαλώσει.

Εκτός από τις μουσικές σπουδές έχεις ακολουθήσει και την επιστήμη της Ψυχολογίας. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή;

Οι σπουδές της Ψυχολογίας ήταν μια από τις πρώτες μου επαναστάσεις, γιατί ήμουν καλή μαθήτρια και όλοι οι καλοί μαθητές της 3ης δέσμης σπούδαζαν νομική. Εγώ, λοιπόν, δεν ήθελα να σπουδάσω νομική. Διάλεξα και τότε αυτό που ήθελα. Η τότε επιλογή σίγουρα έχει να κάνει και με αναζητήσεις της εφηβείας, αλλά τελικά νομίζω και με πολλά άλλα πράγματα. Δεν το έχω μετανιώσει. Και ως μουσικό και ως εν δυνάμει ψυχολόγο τα ίδια θέματα με απασχολούν. Απλά ως μουσικός έχω άλλο ρόλο, ο οποίος εμένα με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα από το να είμαι ψυχολόγος. Ουσιαστικά στο ερώτημα «γνώση ή γνώμη», όπου σχηματικά «γνώση» είναι το να γίνω ψυχολόγος, να αφοσιωθώ σε αυτό, να διαβάσω, να εκπαιδευτώ, να δουλέψω και «γνώμη» είναι το να λειτουργώ καλλιτεχνικά, να προσεγγίζω τα θέματα μέσω της τέχνης, με όση γνώση αυτή εμπεριέχει, επέλεξα το δεύτερο.

Τι σημαίνει τελικά ο τίτλος του πρώτου σου δίσκου «Μάταιο ροζ»;

«Μάταιο ροζ» ήταν αρχικά ο τίτλος ενός τραγουδιού το οποίο περιγράφει μία ερωτική ιστορία. Όταν σκεφτόμουν ποιος θα είναι ο τίτλος του δίσκου, έγιναν ορισμένα πράγματα, τα οποία τελικά συνέβαλαν στο να επικρατήσει αυτός. Για παράδειγμα, ήμουν μέσα στην κίνηση καθηλωμένη και ενώ είχα αργήσει στο μάθημα και αισθανόμουν τον πανικό, ξαφνικά εμφανίστηκε ένα ροζ μπαλόνι, το οποίο χτυπούσε ανάμεσα από τις ρόδες των αυτοκινήτων. Επίσης, κάτι άλλο που συνέβη τότε ήταν το εξής: Για πρώτη φορά ανέβηκα στο μηχανάκι μιας φίλης και μας έπιασε καταρρακτώδης βροχή. Και ενώ όλα τα βλέπαμε να πηγαίνουν προς τα κάτω  μαζί με το νερό της βροχής, εμφανίζεται μέσα σε αυτό το σκοτάδι για άλλη μια φορά ένα ροζ μπαλόνι, να ανεβαίνει προς τα πάνω. Τυχαία γεγονότα τα οποία όμως σε εκείνη τη φάση με επηρέασαν και επέλεξα τελικά αυτόν τον τίτλο. Όσον αφορά τη ματαιότητα, μπορώ να πω ότι τώρα με απασχολεί πολύ περισσότερο από τότε. (γέλια)

Ποιες είναι οι δικές σου μικρές στιγμές ευτυχίας;

Είμαι πολύ ευτυχισμένη όταν βλέπω τους δικούς μου. Είμαι ευτυχισμένη όταν η Μαργαρίτα, ο σκύλος μου, ανεβαίνει με όλη την αθωότητα του κόσμου και την αγάπη επάνω μου και με ξυπνάει.  Ο φίλος που θα συναντήσω. Πολύ απλά πράγματα.

Έχεις δηλώσει ότι διαβάζεις αρκετά θεατρικά έργα, ποιο είναι το αγαπημένο σου;

«Η ζωή είναι όνειρο», του Πέντρο Καλντερόν ντε λα Μπάρκα. Ας μείνουμε στον τίτλο. Μέχρι να το καταλάβουμε η ζωή θα έχει φύγει, ο χρόνος είναι πολύτιμος και αυτά που πραγματικά είναι σημαντικά πρέπει να τα χαιρόμαστε και -κυρίως- να τα μοιραζόμαστε.

Ποια μουσικός αποτελεί πρότυπο για εσένα;

Πρότυπο δεν θα μπορούσα να πω ότι έχω, με την έννοια του να θέλω να γίνω σαν κάποιον άλλον. Σίγουρα όχι. Θαυμάζω τους δημιουργικούς ανθρώπους που καταφέρνουν να βρουν το προσωπικό τους ύφος και ίσως να πάνε τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα. Αυτοί είναι πρότυπα δημιουργίας για μένα. Αυτό το βλέπω σε πολλούς καλλιτέχνες, σε πολλά είδη μουσικής και σε πολλές τέχνες γενικότερα, όχι μόνο στη μουσική. Κάποια στιγμή, όταν ήμουν πολύ μικρότερη, είχα δει την Badi Assad, η οποία παίζει και τραγουδάει με έναν εκπληκτικό τρόπο, εξωπραγματικό θα έλεγα. Την είχα δει αρκετές φορές -εδώ στην Ελλάδα- να παίζει μόνη της, με μια κιθάρα και μαγεύτηκα. Πρόσφατα θυμήθηκα μια στιγμή στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης που έπαιζε. Εγώ σχεδόν δεν ανέπνεα σε όλο το πρώτο μέρος του προγράμματός της. Είχα συγκλονιστεί και σκεφτόμουν ότι αυτό θέλω να κάνω. Αυτό που είδα και με συνεπήρε ήταν η απόλυτα προσωπική έκφραση και το πάθος.

Στο παρελθόν είχες συνεργαστεί με τη Λιζέτα Καλημέρη (συμμετείχε και στο δίσκο «Μάταιο ροζ») αλλά και με τον Ορφέα Περίδη. Θα μπορούσαμε να σε ξαναδούμε σε μια αντίστοιχη συνεργασία;

Θα σου πω και για τις δυο συνεργασίες. Η Λιζέτα ήταν η πρώτη και πολύ σημαντική για εμένα και μετά αυτή με τον Ορφέα Περίδη, η οποία επίσης με καθόρισε. Και οι δύο ήταν απέναντι μου πολύ δοτικοί ως προς το καλλιτεχνικό κομμάτι, με υποστήριξαν και μου έδωσαν χώρο. Ακομπλεξάριστοι τελείως και γενναιόδωροι. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχω απομακρυνθεί και έχω πει αρκετά όχι, γιατί συνειδητοποίησα ότι όσο παίζω ως μουσικός άλλων καλλιτεχνών -όσο και να τους εκτιμώ- αυτό με κάνει να υπαναχωρώ από την προσπάθεια μου να υποστηρίξω το δικό μου υλικό και την αφοσίωση μου σε αυτό. Γιατί είναι τόσο δύσκολο σήμερα  να υποστηρίξει κάποιος αυτό που κάνει και απαιτεί τόσο κόπο και ενέργεια, που το μόνο εύκολο  είναι να ψάχνεις «απελπισμένος» μια διέξοδο για να ξεφύγεις από αυτήν την προσπάθεια. Οπότε, το να μπορείς να παίξεις με ένα «όνομα» ως μουσικός, να βγάζεις κάποια χρήματα, να έχεις μία αναγνωρισιμότητα είναι η πιο εύκολη και ασφαλής διέξοδος για να πεις «Ναι, Πέτυχα!». Όταν κάποια στιγμή, όμως,  θα κοιτούσα πίσω, δεν θα είχα τολμήσει… και έτσι αποφάσισα να πω όχι σε όλα αυτά. Με τεράστιο κόστος φυσικά, αλλά και αρκετά καλά σημάδια ως τώρα.

Πώς αντιλαμβάνεσαι την ενασχόλησή σου με τη μουσική;

Το πώς το αντιλαμβάνεται κάποιος είναι σίγουρα πολύ προσωπικό. Εγώ νιώθω ακροβάτης. Τα παίζω όλα για όλα. Ακολουθώ το ένστικτο και απορρίπτω -εδώ και καιρό- τις λύσεις που, ενώ μου δίνουν οικονομική ασφάλεια, νιώθω ότι θα με πάνε πίσω από το δημιουργικό μου κομμάτι και κάνω τον σταυρό μου, που λένε, να βγει κάπου όλο αυτό. Θα δείξει.

Πώς προέκυψε η μουσική σύμπραξη με τον Maneli Jamal;

Το 2013 όταν έβγαλα το «Rondat» μου είχαν ζητήσει από ένα αμερικάνικο κιθαριστικό περιοδικό να κάνουμε μία συνέντευξη, παρουσίαση του κομματιού και της δουλειάς μου συνολικά. Με τον Maneli Jamal ήμασταν στο ίδιο τεύχος και από εκεί είδαμε ο ένας τι κάνει ο άλλος. Μου άρεσε πολύ η μουσικότητα με την οποία έπαιζε και τον ξεχώρισα για αυτό. Αυτό το στυλ κιθάρας με το οποίο ασχολούμαστε είναι αρκετά εντυπωσιακό, oπότε είναι πάρα πολύ εύκολο κάποιος να παρασυρθεί, να παραμερίσει την μουσικότητα και άλλα σημαντικά στοιχεία της μουσικής και να θαυμάσει το ότι παίζει, για παράδειγμα, κρουστά με την κιθάρα. Γενικώς, η εκτίμηση ήταν αμοιβαία. Τον Φεβρουάριο ήταν να παίξει στην Ισπανία,  του πρότεινα να έρθει Ελλάδα, δέχτηκε και αποφασίσαμε να παίξουμε μαζί.

Τι αποκόμισες από αυτή την συνάντηση;

Ήταν κάτι μαγικό, κάτι ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα. Ακόμα και εγώ, όταν δεν έπαιζα και τον άκουγα, ένιωθα να μπαίνω σε μια άλλη ατμόσφαιρα, σαν να μεταφερόμουν  κάπου αλλού.  Ήταν σημαντικό επίσης, γιατί ήταν για μένα η πρώτη συνεργασία τέτοιου επιπέδου. Και αφού τέλος πάντων έγιναν όλα αυτά και ήρθε από τον Καναδά, μου είπε και το εξής φοβερό: ότι το επώνυμο της μητέρα του είναι Ατματζίδου. Με καταγωγή από το Ιράν. Για εμένα ήταν σημειολογικό. Ήταν σαν να έγινε ένας κύκλος. Ξεκινάω από την Τρένοβα χωρίς καν να υπάρχω, κάνει όλο αυτό το πράγμα έναν κύκλο, βγάζω δίσκο, φτάνει στην Αμερική, έρχεται «η Αμερική» στην Ελλάδα για να παίξουμε και για να μου πει ότι το επίθετο της μαμάς του είναι Ατματζίδου.

Υπάρχει κάποια ιστορία που σε συγκινεί όταν την ακούς από τους δικούς σου;  

Η γιαγιά μου ζει και μου λέει πολλές ιστορίες. Αν κάτι θα επέλεγα να ξεχωρίσω τώρα, θα ήταν το ότι οι δικοί μου γλίτωσαν τη σφαγή από τους Τούρκους, γιατί μια Τουρκάλα πήγε τη νύχτα στο σπίτι τους και τους είπε: «Φύγετε, έρχονται να σας σφάξουν». Δηλαδή οι δικοί μου γλίτωσαν από τους Τούρκους με τη βοήθεια μιας Τουρκάλας. Είναι άλλο πράγμα οι λαοί και άλλο πράγμα οι ιστορίες και οι έχθρες στις οποίες μας «βάζουν».

Εύα, ως δασκάλα, πιστεύεις ότι για να παίξει κάποιος μουσική, θα πρέπει να την αγαπά;

Το αν θα αγαπήσει κάποιος τη μουσική δεν έχει απαραίτητα να κάνει με το αν θα παίξει ή όχι. Μπορεί να την αγαπάει περισσότερο κάποιος ο οποίος δεν παίζει, από κάποιον που  παίζει. Έχω συναντήσει μουσικούς που δεν νοιάζονται και τόσο για τη μουσική και ακροατές που είναι ερωτευμένοι με αυτήν. Είναι το βάλσαμο τους, η ζωή τους.

Μιας και η ρίζες σου κρατούν από τον Πόντο, ποιο είναι το αγαπημένο σου ποντιακό τραγούδι και με τι το έχεις συνδυάσει σαν σκέψη;

Το αγαπημένο μου ποντιακό τραγούδι είναι το «Χαμέμηλον». «Και ντ’ έπαθες χαμέμηλον και στέκεις μαραιμένον γιαρ/Γιάμ’ η ρίζα σ’ εδίψασεν, γιάμ’ ο καρμπός ελλάεν γιαρ»… (σμν: Τι έπαθες χαμομήλι μου και στέκεις μαραμένο μήπως δίψασε η ρίζα σου ή χάλασε ο καρπός σου). Το έχω συνδυάσει με τον πατέρα μου, γιατί  μου το τραγουδάει.

Τα σχέδια σου για το μέλλον;

Είμαι σε δημιουργική περίοδο, γράφω. Και η προσπάθεια μου τον αμέσως επόμενο καιρό θα επικεντρωθεί στο να βρω δημιουργικούς τρόπους να παραμείνω στην Ελλάδα, κάνοντας φυσικά αυτό που αγαπώ.

 

Για περισσότερες πληροφορίες : http://evaatmatzidou.blogspot.gr/

Facebook: https://el-gr.facebook.com/eva.atmatzidou



Post a new comment