«ΕΞΕΓΕΡΣΗ» ΣΤΟ BEACH BAR

0
2262

Της Στελίνας Μαργαριτίδου / απόσπασμα από το διήγημα «Εξέγερση» στο beach bar, Ιστορίες από την Κρίση

Σκόνταψε πάνω στην άμμο κι έπεσε με το πρόσωπο μπροστά στα πόδια μιας μεσόκοπης τουρίστριας που ξάπλωνε. Παραλίγο να χτυπήσει το κεφάλι του στην άκρη της ξαπλώστρας. Ο ήλιος έκαιγε ανελέητα, το κεφάλι του βούιζε από έναν παφλασμό ομιλιών σε κάθε σχεδόν γλώσσα του κόσμου. Σηκώθηκε απότομα για να μην το μετανιώσει και μείνει έτσι πεσμένος όλο το πρωινό. Το στόμα του είχε γεμίσει άμμο, ένιωθε κάτι υγρό να κυλά από τη μύτη του, κι ασυναίσθητα έβαλε το χέρι του ….Καθώς την κοίταγε να του γελά μ’ αυτό το σαρδόνιο  χαμόγελο, διαπίστωσε πως είχε γεμίσει αίματα. Εκείνη σχεδόν είχε πέσει από το αναθεματισμένο σκαμπό της γελώντας. Του έκανε νόημα να πλησιάσει. Τα άσπρα της κοφτερά δόντια ίδια μ’ αυτά του καρχαρία, φαινόταν πιο έντονα κάνοντας αντίθεση με το σκούρο δέρμα της.

-Πάλι απρόσεχτος… (γέλιο) Θα σε μαλώσω! Το παιχνιδιάρικο ύφος της, ξαφνικά έγινε σκληρό

-Για πήγαινε στην κουζίνα που σε θέλει η μαγείρισσα… Έχεις αφήσει κάτι υπόλοιπα… Όχι φαγητού…

Όταν πριν από ένα μήνα έπιασε αυτή τη δουλειά στο beach bar, ήταν σχεδόν ευτυχισμένος. Μόνο και μόνο η σκέψη ότι θα ήταν δίπλα στη θάλασσα του ήταν αρκετή για να ξεφύγει από τη μιζέρια της κωμόπολης που μεγάλωσε. Μιας κωμόπολης που συρρικνώθηκε σε χωριό μαζί με τους κατοίκους της, μαζί με όλα όσα πίστευαν ότι είχαν αποκτήσει στη ζωή τους.

Μετά το πτυχίο του προσπαθούσε κι ο Χρήστος όπως τόσοι ακόμη στην Ελλάδα να πάρει μια απόφαση: Να σηκωθεί να φύγει στο εξωτερικό, ή να μείνει εδώ και να το παλέψει… Ήθελε να κάνει μεταπτυχιακό, αλλά δεν είχε λεφτά ούτε για δείγμα. Οι δικοί του ήταν άνεργοι και προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν ένσημα για να βγουν στη σύνταξη, κι αυτός έπρεπε να βρει κάθε δυνατό τρόπο να μην τους επιβαρύνει…

Η δουλειά στο beach bar ακουγόταν εξαιρετική. Σαράντα ευρώ την ημέρα ως βοηθός σερβιτόρου, συν τα φιλοδωρήματα. Καλός κόσμος, ωραίο εργασιακό περιβάλλον και μετά τις 21.00 το βράδυ θα είχε όλο το χρόνο δικό του να κάνει καμιά βουτιά στη θάλασσα, να πιει ένα ποτό…

-Έτσι μου είχαν πει και μένα, αλλά δεν είχα υπολογίσει τη Σκρόφα. Αυτή κάνει κουμάντο εδώ, του είπε η Μαρία. Το κοριτσάκι της έπαιζε όλη μέρα στην κουζίνα, δεν είχε που να το αφήσει, το άρπαζε από το χέρι όταν τελείωνε η βάρδια κι εξαφανιζόταν να μην την πετύχει Αυτή.

-Μαρία πάμε μετά για κανένα ποτό; Την είχε ρωτήσει. Ήταν ψιλόλιγνη ξανθιά με φακίδες. Ούτε που πήγαινε το μυαλό του ότι ήταν χωρισμένη με παιδί και δούλευε εδώ για να τα βγάλει πέρα το χειμώνα με τα έξοδα του παιδιού… Η Στέλλα-έτσι λέγανε το κοριτσάκι της- μόλις την έβλεπε γαντζώνονταν  πάνω της και επαναλάμβανε «Μαμά πάμε να φύγουμε»…Την άφηνε με τις ώρες στην κουζίνα και σέρβιρε έξω και μέσα στο μαγαζί.

Στην αρχή ο Χρήστος ήλπιζε να περάσει καλά και –κυρίως- να μαζέψει κανένα ευρώ για το μεταπτυχιακό. Η κατάσταση εξελίχθηκε όμως διαφορετικά.

Πρώτα απ όλα τα 40 ευρώ την ημέρα αντιστοιχούν σε ένα 12ωρο δουλειάς, όρθιος κάτω από τον ήλιο. Αυτό που δικαιούσαι κατόπιν μεγάλης παραχώρησης της Σκρόφας, είναι ένα διάλειμμα για καφέ που ποτέ δεν ξεπερνά τη μισή ώρα. Όλο αυτό το 12ωρο θα πρέπει να είσαι καλά συγκεντρωμένος στο βλέμμα της Σκρόφας και να πιάσεις αμέσως κάθε νεύμα που θα κάνει, για να κατευθυνθείς στον αντίστοιχο πελάτη-ξαπλώστρα και να τον εξυπηρετήσεις.

-Ξέρετε κυρία Χρύσα, έκανα τον υπολογισμό και αυτά που παίρνουμε αντιστοιχούν σε τρία ευρώ την ώρα και κάτι ψιλά. Εμείς όμως υπογράψαμε ότι παίρνουμε 6 ευρώ την ώρα…

Η Χρύσα-Σκρόφα τον μέτρησε με το βλέμμα της από πάνω μέχρι κάτω. Τίποτε το σπουδαίο, κατέληξε. Ένα φοιτητάκι που νομίζει ότι σπούδασε του Πάπα τα αρ…ίδια . Άναψε ένα ακόμη τσιγάρο και είπε με τόσο σιγανή φωνή που τον ανάγκασε να σκύψει προς τη μεριά της.

-Άμα σ αρέσει, αλλιώς χάρηκα, έφυγες. Ξέρεις αγόρι πόσοι ζητάνε αυτή τη θέση;

Δεν είπε τίποτε. Από ένστικτο σχεδόν ήξερε πως είχε κηρύξει πόλεμο με τη Σκρόφα. Έτσι αποκαλούσαν όλοι οι εργαζόμενοι τη Μάνατζερ του beach bar ,την τύπισσα δηλαδή που έκανε και καλά δημόσιες σχέσεις –pr το λένε κι ας μην ξέρουν τι είναι-, μια ξεπεσμένη τηλεπερσόνα που κάνει τώρα εκπομπές με ηθοποιούς και τραγουδιστές σε κανάλια δεύτερης κατηγορίας στην επαρχία.

-Άκου αγόρι…

-Γι αυτό τη λέμε Σκρόφα. Λένε πως βάζει χέρι στο ταμείο του μπαρ και τα tips μας, αλλά ποιος την ελέγχει; Μόνο η μαγείρισσα… Ο Γιώργος έρχεται τρίτη σαιζόν στο μπιτσόμπαρο. Χάλια είναι, λέει, αλλά έχω δει και χειρότερα. Έχει έναν αδελφό ΑΜΕΑ κι η μητέρα του δεν εργάζεται. Είναι ο μόνος που μπορεί να φέρει χρήματα στο σπίτι…

Μετά τις 22.00 που τελειώνει είναι πτώμα. Μπαίνει στη θάλασσα να δροσιστεί αλλά δεν έχει κουράγιο να κολυμπήσει. Φοβάται να προχωρήσει πιο μέσα, οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν. Βγαίνει έξω και διαπιστώνει ότι πεινάει σα λύκος.

Η Σκρόφα τον παρακολουθεί.

-Πήγες στη μαγείρισσα;

-Πήγα αλλά δεν μου είπε τίποτε

-Χρωστάς 20 ευρώ για τα δύο προηγούμενα γεύματα.

-Μα είναι δυνατόν να δουλεύω 12 ώρες με ελάχιστο μεροκάματο και να με βάζετε να πληρώνω τα γεύματα; Ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε πόσο ψηλά είχε ανέβει η ένταση της φωνής του

-Σου είπα ότι ο ύπνος είναι δωρεάν και για το φαγητό θα πληρώνεις το ελάχιστο δυνατό. Είναι σχεδόν τζάμπα αν το σκεφτείς… Έλεος! Απομακρύνθηκε φανερά εκνευρισμένη με την αχαριστία πιθανώς, των νέων ανθρώπων.

Ο ύπνος γινόταν στη Φαβέλλα. Έτσι είχαν ονομάσει οι σερβιτόροι το παράπηγμα στην ταράτσα που κοιμόταν. Ελενίτ από πάνω και τσιμεντόλιθοι για τοίχους. Μια υποτυπώδης τουαλέτα για 4 άτομα, μια τούρκικη χέστρα δηλαδή, κι ένας νιπτήρας. Το ντους γινόταν με το λάστιχο…

Κι όμως την επόμενη μέρα το πρωί όλα άστραφταν κάτω από τον ήλιο!

Πόσο θάθελε να ήταν στη θέση τους!

Ξάπλωναν αναπαυτικά πάνω στις πετσέτες που είχαν απλώσει. Οι ξαπλώστρες πρέπει να ήταν πολύ αναπαυτικές. Ρυθμίζονταν ανάλογα την κλίση που ήθελες να δώσεις, αντίστοιχα και η ομπρέλα με την πλούσια ψάθα που έπαιρνε κλίση πάνω από το κεφάλι σου. Κάποιοι στο ευρύχωρο τραπεζάκι κάτω από την ομπρέλα είχαν στήσει ένα μικρό γραφείο. Laptop, Bluetooth στο αυτί… Μιλούσαν, έγραφαν. Κάποιοι άλλοι έπαιζαν χαρτιά και άλλοι, οι περισσότεροι απλώς ξάπλωναν. Προσπάθησε ο Χρήστος μια φορά να μετρήσει πόσοι από τους πελάτες ήταν Έλληνες… Δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει ποτέ το μέτρημα. Η Σκρόφα είχε κολλημένο το χάντρινο βλέμμα της επάνω του. Ένα της νεύμα έπρεπε άμεσα να γίνει αντιληπτό και οι διαταγές να εκτελεστούν πάραυτα. Αλλιώς, εκτελούσε το γκαρσόνι…

*Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα είναι απολύτως… φανταστική!

Advertisements
Προηγούμενο άρθρο«ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΑΓΑΠΗΣ» ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΟΠΟ
Επόμενο άρθρο«ΕΦΥΓΕ» Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΗΣ
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here