ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ | «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΓΑΡΓΑΝΤΟΥΑ»

04/11/2017

Μάνος Κοντολέων, «Το βιβλίο της ζωής  του Μεγάλου Γαργαντούα» (όταν ακόμα ήταν παιδί και νέος άντρας), που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκης περί τα μέσα Νοεμβρίου 2017

Κεφάλαιο 1

Ένας γίγαντας γεννιέται

Έχω πια γεράσει.

Με πονάνε τα πόδια μου – κι όμως εδώ και ώρα δεν έχω κουνηθεί από την πολυθρόνα μου.

Ξυπνάω από τα χαράματα – κι όμως όσον καιρό ήμουνα ένας νέος άντρας ο πιο μεγάλος μου εχθρός ήταν το πρωινό ξύπνημα.

Και… Αχ, ναι! Και ξεχνάω!

Αν με ρωτήσετε τι έφαγα χτες το μεσημέρι, μην είστε σίγουρος πως η απάντησή μου θα αναφέρει το σωστό φαγητό που γεύτηκα στην κουζίνα του καλού μου κυρίου, του Γαργαντούα.

Όλα αυτά –κι άλλα πολλά που δεν είναι σωστό να σας τα πω γιατί κανείς πρέπει να μην κουράζει τους άλλους με τα δικά του βάσανα– δείχνουν πως γερνάω.

Και πως πλησιάζει η ώρα που…

Λοιπόν… Το ομολογώ – δεν μπορώ να πω πως δε με στεναχωρεί που η ζωή μου φτάνει στο τέλος της. Από την άλλη, όμως, χαίρομαι γιατί τα περισσότερα από τα χρόνια που έζησα ήταν όμορφα χρόνια.

Και πώς να μην ήταν, άλλωστε! Αφού η τύχη τα ’φερε έτσι κι έγινα υπηρέτης του ανθρώπου που έχει την πιο μεγάλη καρδιά του κόσμου. Του Γαργαντούα.

Αλλά γερνάω και σε λίγο ο καλός μου αφέντης θα στερηθεί τις υπηρεσίες μου.

Βέβαια και τώρα σχεδόν τις στερείται. Ένας γέρος υπηρέτης δεν μπορεί να σκύβει και να βάζει τις μπότες στον αφέντη του. Δεν μπορεί να σηκώνει δεκατρείς και δεκατέσσερις κουβάδες με ζεστό νερό κι άλλους τόσους με κρύο για να του ετοιμάζει το μπάνιο. Μήτε να τρέχει μαζί του στα κυνήγια φορτωμένος τα βέλη στον έναν του ώμο και στον άλλο τα φλασκιά με το κρασί.

Άχρηστος είμαι πια.

«Τι με θες κοντά σου, καλέ μου κύριε;» είπα προχτές στον Γαργαντούα. «Άδικα πιάνω το κρεβάτι που είναι δίπλα στην κρεβατοκάμαρά σου. Κι άσε που το ροχαλητό μου θα σου ταράζει τον ύπνο…»

Γέλασε ο αφέντης μου.

«Όσο ζεις θα είσαι δίπλα μου!» μου είπε και με χτύπησε στην πλάτη.

Κόντεψα να χάσω την ισορροπία μου – να μια ακόμα απόδειξη πως έχω γεράσει. Στα νιάτα μου τα φιλικά χτυπήματα του Γαργαντούα στην πλάτη δε με κουνούσαν μήτε ρούπι από τη θέση μου.

Γιατί… Όπα! Αυτό, που είναι και το πιο σημαντικό, έχω ξεχάσει να σας το πω! Γιατί, που λέτε, ο αφέντης μου δεν έχει μόνο την πιο μεγάλη καρδιά από κάθε άλλον άντρα στον κόσμο, αλλά έχει και το πιο μεγάλο σώμα.

Ο Γαργαντούας είναι ένας γίγαντας. Από τους τελευταίους γίγαντες που μπορεί κανείς να συναντήσει…

Ναι, δεν ξέρω αν το έχετε ακουστά, αλλά κάποτε στη γη μπορούσες να δεις τέτοιους τεράστιους άντρες και γυναίκες – γίγαντες και γιγάντισσες.

Μα φοβάμαι πως το είδος αυτό των ανθρώπων χάνεται.

Γι’ αυτό και λέω πως ο κύρης μου, ο Γαργαντούας, πρέπει, αν δεν είναι ο τελευταίος, να είναι ένας από τους ελάχιστους που απομείνανε.

Γίγαντας, λοιπόν. Κι όχι μόνο στο σώμα – κι η δύναμή του είναι δύναμη γιγάντια.

Μα και το μυαλό του παίρνει στροφές τόσες όσες τα μυαλά δέκα αντρών μαζί δεν καταφέρνουν να πάρουν.

Κι έτσι κατάλαβε τη στεναχώρια μου και βρήκε όμως και τη λύση.

«Λοιπόν…» είπε. «Από αύριο σταματάς να έχεις τα καθήκοντα που τόσα χρόνια είχες…»

Έσκυψα εγώ το κεφάλι μπας και τα καταφέρω να κρύψω το δάκρυ μου. Γιατί όσο κι αν έλεγα πως ήμουνα πια άχρηστος κι ανίκανος να υπηρετώ τον κύρη μου, δεν είχα χάσει την ελπίδα πως όσο ζούσα εγώ θα ήμουνα αυτός που κάθε μέρα θα έβγαζε από την ντουλάπα τα ρούχα που ο καλός μου κύριος θα φόραγε, πως εγώ θα ήμουνα για όσο ζούσα που θα του πρόσφερα τις κούπες –κι όχι μια ή δυο, μα τριάντα, παρακαλώ!– γεμάτες με χλιαρό κρασί και γάλα που του αρέσει να πίνει κάθε πρωί.

«Κι αρχίζει ένα άλλο…» Ο Γαργαντούας δεν πρέπει να είχε προσέξει τη στεναχώρια μου ή κι αν την πρόσεξε έκανε πως δεν της είχε δώσει σημασία.

Σήκωσα τη ματιά πάνω του. Η αγωνία πρέπει να θόλωνε το βλέμμα μου. Περίμενα να μου έλεγε πως τα νέα μου καθήκοντα θα ήταν έξω από το αρχοντικό του. Στο περιβόλι, ας πούμε, για να παρακολουθώ πότε τα μήλα θα παίρνανε το κόκκινο χρώμα που άρεσε στον Γαργαντούα να έχουν προτού κοπούνε από το δέντρο.

Εύκολη δουλειά. Μα γέροι μόνο υπηρέτες την κάνουνε.

«…Κι αυτό το άλλο!» Σταμάτησε ο κύρης μου και η δικιά μου αγωνία έγινε αφόρητη… Μπας και θα μου ανέθετε κάποια ακόμα πιο ξεκούραστα καθήκοντα… Που όμως ήταν για γέρους ολότελα ξεμωραμένους; Να, ας πούμε να κάθομαι στην άκρη του ποταμού και να παρακολουθώ μήπως λυθεί το σκοινί καμιάς βάρκας και την παρασύρει το ρεύμα.

«…Το άλλο, το νέο σου καθήκον, είναι να αρχίσεις να γράφεις την Ιστορία της Ζωής μου!»

Επιτέλους το ξεστόμισε ο Γαργαντούας κι εγώ έμεινα με το στόμα ανοιχτό.

Τι σόι καθήκον είναι αυτό;

«Δηλαδή;» ρώτησα.

Α, πόσο χαζό πρέπει να με έχουν κάνει τα γεράματα.

Αμέσως έπρεπε να καταλάβαινα πως αυτό ήταν όχι μόνο ένα πολύ σημαντικό καθήκον, αλλά το πιο σημαντικό.

Γιατί κάποιος έπρεπε να γράψει τα όσα έζησε κι έκανε ο μεγάλος και ξακουστός αυτός γίγαντας της καρδιάς και του σώματος. Να τα γράψει για να μην ξεχαστούνε και για να τα μαθαίνουν και όσοι θα έρθουν μετά από εμάς.

Και όταν πια είχα καταλάβει το πόσο σημαντικό ήταν αυτό που από την άλλη μέρα θα ξεκινούσα να κάνω, γονάτισα και αγκάλιασα τα γόνατα του αφέντη μου – ως εκεί μπορούσα να τον φτάσω.

«Θα τα γράψω με κάθε λεπτομέρεια… Και τίποτε, μα τίποτε δε θα ξεχάσω…» είπα ενθουσιασμένος.

«Τίποτε;» πάλι γέλασε καλοκάγαθα ο λατρευτός μου γίγαντας. «Μα εσύ παραπονιέσαι πως ξεχνάς τι έχεις την προηγούμενη μέρα φάει!»

Ναι, κάτι τέτοια ασήμαντα είναι που ξεχνώ.

«Τα χτεσινά είναι που σβήνονται από τη μνήμη των γέρων. Τα παλιά τα θυμούνται όλα και με κάθε λεπτομέρεια!» τόλμησα να πω κι είχα την ελπίδα πως στ’ αλήθεια έτσι είναι. Τίποτε από τα παλιά δεν έχω λησμονήσει – έτσι πιστεύω.

Ο κύρης μου σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα. Πλησίαζε η ώρα που θα έκανε την επίσκεψή του στο πιο αγαπημένο μέρος του παλατιού του. Την κουζίνα του.

Μα προτού βγει από την κάμαρα, στράφηκε και μου χαμογέλασε.

«Από εσένα θέλω να γράψεις όλα όσα ζήσαμε μαζί από τότε που γεννήθηκα μέχρι που ο πατέρας μου μου ανέθεσε τη διοίκηση του δουκάτου μας… Τα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια, δηλαδή!»

Σκίρτησα από χαρά.

Αυτά ήταν τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου.

Μα και τα πιο σημαντικά για τον ίδιο τον Γαργαντούα. Στην παιδική ηλικία –λένε οι σοφοί του κόσμου τούτου– στηρίζεται κανείς για το πόσο καλός άνθρωπος θα γίνει όταν μεγαλώσει.

Πόσο, λοιπόν, χαίρομαι να θυμάμαι και να μιλώ για κείνα τα χρόνια.

Α, τα όσα έζησα από τη μέρα που βρέθηκα να είμαι ο προσωπικός υπηρέτης του μικρού –τότε– αρχοντόπουλου που ήταν ο Γαργαντούας ποτέ δεν τα έχω ξεχάσει.

Και το αποδεικνύω…

Να, ήδη ξεκίνησα να γράφω…



Post a new comment