EΛΕΝΑ ΧΟΥΣΝΗ: «ΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ…»

07/03/2017

Η Έλενα Χουσνή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πέλλα. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες «Έθνος» και «Έθνος της Κυριακής». Σήμερα είναι Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης Δήμου Σάμου. Το βιβλίο της «Άλικο σαν το…Αίμα» έλαβε το Α΄ Βραβείο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (2012). Από την Π.Ε.Λ., εξ άλλου, έχει βραβευθεί με το Α΄ Βραβείο Θεατρικού Έργου (2009) και με το Γ΄ Βραβείο Μυθιστορήματος (2009). Το 2014 εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο «Στα άδυτα.. των δυτών» από τις εκδόσεις Δίαυλος ενώ τον Ιανουάριο του 2015 έγινε μέλος της ΕΛΣΑΛ (Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας). Τον Ιούλιο του 2016 εξέδωσε το δεύτερο βιβλίο της «Χρυσή Εκδίκηση» από τις εκδόσεις Κύφαντα.

  • Αύριο, Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017 και ώρα 19.00,  παρουσιάζει το τελευταίο της μυθιστόρημα που έχει τίτλο «Χρυσή εκδίκηση», στον χώρο του βιβλιοπωλείου PUBLIC (Tσαλοπούλου 9, Σέρρες). Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Γρηγόρης Θωματίκος, δημοσιογράφος. Για το βιβλίο θα μιλήσει η Φανή Κεχαγιά, εκπαιδευτικός.

  • Την Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017 και ώρα 19.00 η παρουσίαση του βιβλίου «Χρυσή εκδίκηση» θα γίνει στον χώρο του βιβλιοπωλείου «Πρωτοπορία» (Λ. Νίκης 3) για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Κατερίνα Νικολάου, Δημοσιογράφος, Μαρία Αλτίκη, Συντονίστρια – Οργανώτρια της Λέσχης Ανάγνωσης Αστυνομικής Λογοτεχνίας Θεσσαλονίκης «ΟΞΥΓΟΝΟ» και Ελένη Αθανασίου, Μέλος της Λέσχης Ανάγνωσης Αστυνομικής Λογοτεχνίας Θεσσαλονίκης» «ΟΞΥΓΟΝΟ». Αποσπάσματα θα διαβάσει ο ηθοποιός Χριστόφορος Χριστοφορίδης. Την εκδήλωση θα ντύσει μουσικά η Χριστίνα Κριεζή από το Ωδείο Βορείου Ελλάδος.

Ερ.: Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων σας στη «Χρυσή Εκδίκηση» είναι η μοναξιά . Πόσο μόνοι πιστεύετε ότι είναι οι άνθρωποι σήμερα;

Απ: Η μοναξιά δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο της σημερινής κοινωνίας, ήταν πάντοτε μια κοινωνική πληγή. Ξεχωρίζω και διαχωρίζω την συνειδητή μοναχικότητα, γιατί αυτή είναι μια στάση ζωής. Οι δύσκολες συνθήκες της σημερινής εποχής κάνουν την μοναξιά πιο «βαριά», πιο δύσθυμη, πιο ασήκωτη. «Πρόβλημα που μοιράζεται, είναι μισό πρόβλημα» έλεγε η γιαγιά μου. Η απροθυμία, όμως, ή η αδυναμία να μοιραστείς το πρόβλημα, κάνει την κατάσταση αποπνικτική. Ειδικά σε έναν λαό, όπως ο δικός μας, που έχει την κουλτούρα να μοιράζεται τον πόνο. Από το παλιότερο «νυχτέρι» μέχρι τις σχέσεις που, κυρίως στις μικρότερες κοινωνίες, έχουν ακόμη τέτοιου είδους θεραπευτικά στεγανά.

Το βιβλίο τοποθετείται χωρικά στην Αθήνα, και χρονικά στο τώρα. Δηλαδή στο απόλυτο «πουθενά» σε ό,τι αφορά την κοινωνική πραγματικότητα. Kαι σε αυτό το πλαίσιο, ναι, υπάρχει πολύ μοναξιά. Από την άλλη σε ό,τι αφορά τους βασικούς ήρωες, εφόσον προέρχονται από τον δημοσιογραφικό χώρο, είναι θα έλεγα μια ακτινογραφία της μοναξιάς που, ούτως ή άλλως, έχει αυτός ο επαγγελματικός χώρος, λόγω της ιδιοσυστασίας του. Οι δημοσιογράφοι, θεωρώ, ότι το καταλαβαίνουν απόλυτα αυτό…

Ερ. Διαβάζοντας κριτικές για το βιβλίο, συχνά βλέπω ότι αναφέρεται η κινηματογραφική πλοκή του. Θεωρείτε ότι έτσι είναι;

Απ. Αυτό μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση για δύο λόγους. Πρώτον γιατί δεν είχα κάτι τέτοιο στο μυαλό μου, και δεύτερο γιατί αγνοώ πλήρως τους όρους και τις προϋποθέσεις ενός κινηματογραφικού σεναρίου. Μιλώντας με ένα φίλο σκηνοθέτη,  μου εξήγησε, γιατί, και εκείνος θεωρεί, ότι θα μπορούσε να γίνει κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου. Εγώ, το μόνο που έχω να πω  είναι ότι θα ήταν κάτι προφανώς ευχάριστο και ενδιαφέρον για μένα. Ποιος συγγραφέας δεν θα ήθελε το βιβλίο του να μεταφερθεί στον κινηματογράφο;

Ερ.Πως δομείτε τους ήρωές σας;

Απ: Προοδευτικά. Έχω ένα  πλάνο στο μυαλό μου, έχω δηλαδή τη γενική τους εικόνα, στην αρχή. Ποιοι είναι, πώς είναι. Σταδιακά αυτό αποκρυσταλλώνεται στη σκέψη μου αλλά και στο βιβλίο, αφού θα πρέπει να τους «συστήσω» στους αναγνώστες όσο, παράλληλα, δρουν και η ιστορία εξελίσσεται. Ξέρετε, καμιά φορά, μπορεί μια λεπτομέρεια ή μια απλή συνήθεια του ήρωα να είναι από μόνη της ικανή να δομήσει μια ολόκληρη εικόνα. Το πώς πίνει τον καφέ του για παράδειγμα ή το αν πίνει πολλούς καφέδες, είναι, καμία φορά αρκετό για να σκιαγραφήσει στο μυαλό του αναγνώστη μια ολόκληρη εικόνα. Η επιτυχία αυτού που γράφει είναι να επιλέξει ποιο ή ποιά χαρακτηριστικά του κάθε ήρωα θα προτάξει, πώς θα αποκαλύψει την ψυχογραφία και τον χαρακτήρα του κάθε ήρωα και τελικά πόσο επιτυχημένα θα το κάνει. Από την γλώσσα που χρησιμοποιεί, που είναι βασικό συστατικό του χαρακτήρα μέχρι τα πρωτεύοντα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Αλλά, οι ήρωες καμιά φορά «επαναστατούν» και κάνουν τα δικά τους. Και αυτό αφορά και την εξέλιξη της υπόθεσης που, μπορεί να θέλεις να την πας σε ένα σημείο, αλλά καθ`οδόν αυτή ίσως «ξεστρατίσει» και τελικά φτάσει κάπου, όπου δεν είχες καθόλου κατά νου στην αρχή.

Ερ: Φτιάχνετε σχεδιάγραμμα του βιβλίου σας, πριν ξεκινήσετε να το γράφετε;

Απ. Δυστυχώς όχι. Και λέω δυστυχώς γιατί θεωρώ ότι η ύπαρξη ενός βασικού σχεδιαγράμματος, ενός σκαριφήματος έστω, θα βοηθούσε. Όμως εγώ είμαι της λεγόμενης αυτόματης γραφής. Έχω μια γενική ιδέα στο μυαλό μου, και έχω και τους βασικούς ήρωες σε πολύ, όμως, αδρές γραμμές. Αλλά όσο γράφω, αυτοί – οι ήρωες- και αυτή – η ιστορία – αλλάζουν κατευθύνσεις. Άλλοτε γιατί μια καλύτερη ιδέα προέκυψε στην πορεία και άλλοτε γιατί αυτό που είχα σκοπό να βάλω ως ένα επεισόδιο της πλοκής, εκτιμώ ότι δεν βοηθά στο δέσιμο της ιστορίας ή δεν ανταποκρίνεται στα «χούγια» των ηρώων.

Ερ. Η πρωταγωνίστριά σας είναι γυναίκα και δημοσιογράφος. Έχει να κάνει αυτό με την δική σας ενασχόληση με την δημοσιογραφία;

Απ.: Προφανώς. Η επιλογή ενός χώρου τον οποίο ξέρεις καλά, γνωρίζεις τις συνήθειές του, τις συνθήκες εργασίας, τις ιδιαιτερότητές του, είναι σίγουρα μια «ευκολία» στο να στήσεις ένα σκηνικό που θα σου είναι εύκολο να το περιγράψεις και να τοποθετήσεις εντός του ανθρώπους  να ζουν και να λειτουργούν. Δεν έγινε συνειδητά αλλά θεωρώ ότι αναγνώρισα αυτή την «ευκολία» και βολεύτηκα σε αυτήν. Για την επιλογή μιας γυναίκας ως πρωταγωνίστριας έπαιξε ρόλο το γεγονός πως θεωρώ ότι, ειδικά λόγω της θεματολογίας, η γυναικεία, η «θηλυκή» ενσυναίσθηση εξυπηρετούσε καλύτερα αυτό που προσπάθησα να πω με την ιστορία.

Ερ. Ποιόν ήρωά σας προτιμάτε; Θα θέλατε να γνωρίσετε κάποιον από τους ήρωές σας στην καθημερινή σας ζωή;

Απ. Προφανώς όχι τον δολοφόνο. Αλλά ακόμη και αυτός, μου έχει γίνει με έναν ιδιαίτερο τρόπο συμπαθής, γιατί μου είναι γνώριμη η ψυχοσύνθεσή του. Αυτό είναι το καλό του να φτιάχνεις εσύ τον καμβά. Κοιτάξτε, εφόσον, η «Χρυσή Εκδίκηση» είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας, που ήδη το τρίτο μέρος της είναι στο τελικό στάδιο, με τους βασικούς ήρωες ζω εδώ και πέντε χρόνια. Έχουν γίνει λοιπόν κάτι σαν φίλοι, έχω συνηθίσει να ζω μαζί τους. Κάποιοι από αυτούς έχουν χαρακτηριστικά πραγματικών φίλων μου. Και ναι, κάποιους θα ήθελα να τους «γνωρίσω» και εκτός των σελίδων του βιβλίου.

Απ: Υπάρχουν θέματα που σας απασχολούν ιδιαίτερα; Ανθρώπινες συμπεριφορές ενδεχομένως;

Απ: Με απασχολεί πολύ το θέμα της μοναξιάς όπως και το θέμα των οριακών καταστάσεων. Εννοώ τις καταστάσεις που μπορούν να λειτουργήσουν ως οριακές για έναν άνθρωπο που δεν έχει καμία στόφα εγκληματικής συμπεριφοράς. Αυτό το «στρίψιμο της βίδας» που μπορεί να έρθει, τόσο ύπουλα, τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα. Και δεδομένων των σημερινών συνθηκών, παρακολουθώντας ανθρώπους να μεταλλάσσονται κάτω απ΄το βάρος του άγχους και της πίεσης, αυτό το θέμα με απασχολεί πολύ. Και ως ατομική συνθήκη και ως κοινωνική πραγματικότητα όπως διαμορφώνεται. Ζούμε οριακά ούτως ή άλλως με όρους ψυχολογίας και απαντοχής.
Ερ. Τι ζηλεύετε σε άλλους συγγραφείς;

Απ. Πάρα πολλά πράγματα. Την γλωσσική μαεστρία τους, τις όμορφα δομημένες ιστορίες, τους χαρακτήρες, τα πάντα. Κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο που κατά την γνώμη μου είναι πολύ καλό, ζηλεύω τον συγγραφέα του για όλα όσα έχει καταφέρει. Και εύχομαι, φυσικά, να τα καταφέρω και εγώ το ίδιο καλά. Και κυρίως, να μπορέσω, μέσα από τις ιστορίες μου, να πω κάτι που να έχει νόημα και αξία για τον αναγνώστη.
Ερ: Μιλήστε μας λίγο για το τρίτο μέρος της τριλογίας σας. Με την ολοκλήρωσή του θα εγκαταλείψετε και τους ήρωές σας;

Απ. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί και με στενοχωρεί πολύ. Όπως σας είπα με τους πρωταγωνιστές, και ειδικά με την Νάνσυ Καρβούνη, έχω πλέον δεθεί πολύ. Πέντε χρόνια συνυπάρχουμε. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πώς μπορώ να την «σκοτώσω» λογοτεχνικά αλλά και αν μπορώ να την βγάλω από το μυαλό και τη ζωή μου. Δεν ξέρω ακόμη αν θα τα καταφέρω, αν θέλω να το κάνω. Αλλά αυτό είναι μια απόφαση που θα έρθει από μόνη της, θεωρώ, με τον καιρό. Το τρίτο βιβλίο, λοιπόν, αυτής της καταρχήν τριλογίας έχει ολοκληρωθεί ως πρώτη γραφή. Τώρα είμαι στο στάδιο που είναι απαραίτητο για μένα, να αφήσω ένα διάστημα να περάσει, ώστε να απαλλαγώ απ΄το άλγος της ιστορίας, να αποστασιοποιηθώ, να βγω λιγάκι από την ατμόσφαιρα και μετά να επανέλθω και να το δω πάλι από την αρχή. Ελπίζω ότι αυτό θα γίνει τους επόμενους μήνες. Και μετά εκδότου θέλοντος και επιτρέποντος, να προχωρήσουμε. Ή όχι…



Post a new comment