Γ. ΚΙΟΥΡΤΣΟΓΛΟΥ: «ΔΕ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΠΩΣ ΘΑ ΜΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΟΥΝ, ΜΟΝΟ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΣ»

13/03/2017

Συνέντευξη στη Στεφανία Τσολάκη

Συναντηθήκαμε σε ένα όμορφο καφενείο κάπου στο Παγκράτι. Μόλις μπήκε στο χώρο το πρώτο πράγμα που αναζήτησε ήταν ένα μουσικό όργανο που συνήθιζε να βρίσκει εκεί. Είναι ένας από τους καλύτερους –αν όχι ο καλύτερος- μουσικούς (μπασίστας) στη  χώρα μας.Το βιογραφικό του είναι ήδη γνωστό και ο ίδιος ως μουσική προσωπικότητα δεν χρειάζεται συστάσεις. Ο Γιώτης Κιουρτσόγλου αγαπάει τις γάτες, τα ανέκδοτα, τον αέρα, τη μουσική και το αίσθημα της απόλυτης ελευθερίας. Η σχέση του με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι η καλύτερη, ενώ χαρακτηριστικά λέει: «Δεν τα καταφέρνω με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν έχω facebook ή κάποια σελίδα, ούτε προτιμώ τα μηνύματα από το κινητό τηλέφωνο. Θεωρώ ότι ο γραπτός λόγος πρέπει να είναι πολύ προσεγμένος, όπου και να απευθύνεται, γιατί ο άλλος δεν βλέπει τα μάτια σου, ούτε την  έκφραση σου, ούτε το συναίσθημα σου». Και κάπως έτσι ξεκινά η συνέντευξη…

Έχω την αίσθηση ότι δεν ανήκεις στην κατηγορία  των μουσικών που τον ενδιέφερε να ασχοληθεί με την  jazz αποκλειστικά…

Δεν νομίζω ότι υπήρξαν άνθρωποι στη γενιά μου που να ξεκίνησαν αποκλειστικά για την jazz. Η jazz φαινόταν πολύ απόμακρο πράγμα. Ακούγαμε, τότε, «Οι τζαζίστες μπορούν  να τα παίξουν όλα». Υπήρχε αυτή η εικόνα, αλλά μην ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη πολύ δύσκολα έβρισκες LP, δίσκους βινύλιο και ήταν και πολύ ακριβοί. Θυμάμαι με τον  Γιώργο Τζούκα -εξαιρετικός πιανίστας και διευθυντής στο Ωδείο της Κοζάνης- πηγαίναμε στο δισκάδικο του πατέρα του, μπαίναμε σαν κλέφτες  στο μαγαζί στις δύο το βράδυ, χωρίς φως και ακούγαμε τους καινούριους δίσκους που έφερνε. Έφταναν στα αυτιά μας ήχοι που δεν τους ξέραμε και πιο πολύ θα έλεγα επηρεάστηκα σαν αρχή από την ντίσκο, παρά από τη ροκ μουσική. Οπότε ήταν οι ροκάδες και τα «τσινάρια» που έλεγαν οι της εποχής. Φυσικά στις ντισκοτέκ που πηγαίναμε έπαιζαν φοβερά πράγματα που εμείς τότε δεν καταλαβαίναμε ότι ήταν soul, μετά το μάθαμε.

Φοιτητής στη Θεσσαλονίκη…

Ο βαθύτερος σκοπός μου ήταν να φύγω από την Κοζάνη και να σπουδάσω σε μια μεγαλούπολη σαν την Θεσσαλονίκη για να μπορώ παράλληλα να παίζω και μουσική. Από την άλλη για να ασχοληθώ με κάτι πρέπει να μου αρέσει. Μου άρεσαν τα ηλεκτρονικά. Θυμάμαι ασχολιόμουν  με  πομπούς, με τους πειρατικούς -όπως λέγαμε τότε- τις λυχνίες ,τα μεσαία… ήταν τρομερή αυτή η αίσθηση και μέχρι σήμερα νιώθω αγάπη για αυτά τα μηχανήματα.  Οι συγκεκριμένες σπουδές μου άρεσαν. Αυτό που δεν μου άρεσε και έγινε «ηλεκτρολογιλίκι» ήταν ο παγερός χώρος της σχολής  που μόλις φεύγεις από τις ωραίες σου παρέες από το λύκειο, ξαφνικά μπαίνεις σε έναν χώρο που κανένας δεν σε ξέρει και δεν ξέρεις κανέναν, κανένας δεν ενδιαφέρεται, ούτε η γραμματεία –πρέπει εσύ να τρέξεις να δεις τι γίνεται- ή δεν θα ασχοληθεί κανένας καθηγητής, όπως μέχρι πριν έχεις συνηθίσει. Επίσης, ένα απαίσιο κομμάτι ήταν το κομματικό παιχνίδι. Ακούγαμε από τότε τα ίδια πράγματα. Στο μεταξύ τίποτα δεν έχει αλλάξει, απλά αυτοί που τα έλεγαν μεγάλωσαν και έγιναν  τα σημερινά πολιτικά πρόσωπα.

Η σύμπραξη σου με πολλούς καλλιτέχνες και μάλιστα από διαφορετικά μουσικά πεδία, υπήρξε αφορμή για να κατηγορηθείς από συναδέλφους σου;

Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να είναι κλειδωμένοι στην ομάδα τους, για να νιώθουν την ασφάλεια ότι ανήκουν  σε μια παρέα. Αυτές οι ομάδες όταν πρωτοξεκινούν  διαθέτουν την «ελαφρότητα του είναι». Επίσης έχουν έναν σκοπό. Όταν αυτό γίνεται θεσμός,  μετά αρχίζουν να μπαίνουν και άλλα πράγματα στη μέση. Μπαίνουν κώδικες, νόμοι, διαφωνίες. Είναι πολύ εύκολο ένας άνθρωπος για να μπορέσει να κρυφτεί πίσω από αυτήν την ομάδα να πει «μα αυτό δεν είναι jazz, γιατί ο κοντραμπασίστας πρέπει να στέκεται δεξιά από τα ντραμς» ή «κάποιος πρέπει να φοράει κοστούμι», «δεν πρέπει να χαμογελάει γιατί αλλιώς δείχνει ότι δεν είναι σοβαρός». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι έτσι και δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι έτσι πάντα. Όταν πρωτοκάναμε το σχήμα iasis το χαρακτήριζαν ethnic. Εντάξει και η jazz ήταν η πρώτη ethnic μουσική, τι να κάνουμε τώρα; Εκεί ένιωσα την «αντίρρηση» της άλλης πλευράς που έλεγαν  «εντάξει τώρα, δεν είναι jazz αυτό» και το άκουγα συχνά. Όμως, πολλοί από αυτούς έκαναν τις δικές τους δουλειές, εκτεθήκαν, έπαιξαν, βρήκαν τον εαυτό τους και άλλαξαν τον τρόπο σκέψης τους όσον αφορά αυτό το κομμάτι. Και ξέρεις; Δεν με απασχολεί πώς θα με χαρακτηρίσουν, το πιο σημαντικό πράγμα  για μένα είναι να είμαι χρήσιμος.

Ο Jaco Pastorious που -αν δεν κάνω λάθος- αποτελούσε και ένα από τα πρότυπα σας στη μουσική,  έχει πει «…when you play, play life». Δεν βρίσκεις μια υπερβολή σε αυτό;

Δεν ήταν ένα από τα πρότυπα μου, ήταν το πρότυπο! Παρόλα αυτά δεν έχω «εκπαιδευτεί» πάνω σε αυτόν. Τι εννοώ; Λόγω  της  αγάπης που του έχω, θα έπρεπε να έχω παίξει ό,τι έχει παίξει, με τον τρόπο που το έχει κάνει. Έπαιρνα όμως το απόσταγμα του πράγματος. Όσον αφορά την ατάκα, θα στο πω διαφορετικά, δεν ξέρω αν παίζεις τη ζωή, σίγουρα όμως παίζεις τον εαυτό σου μέσα σε αυτήν.

Ποια είναι η συμβουλή που δίνεις στους μαθητές σου;

Ότι ο καθένας είναι διαφορετικός. Δεν θα μοιάσει κανένας σε εσένα ακόμα και ο κλώνος σου να είναι. Δεν θα σκεφτεί ποτέ κανείς με τον ιδιαίτερο δικό σου τρόπο. Δεν θα μιλήσει κανείς με τον τρόπο σου, ούτε και θα δράσει όπως εσύ. Εφόσον, λοιπόν, είμαστε μοναδικοί σε όλα μας και η τέχνη μας θα πρέπει να είναι μοναδική και άρρηκτα δεμένη με αυτό που είμαστε.

Αν θα ήθελες να αλλάξεις κάτι σε εσένα, τι θα ήταν αυτό;

Αν με ρωτούσες πώς θα ‘θελα να γίνω, θα σου έλεγα να γίνω σαν ένα μωρό παιδί. Να μπορεί το ένστικτό μου να αποφασίζει ότι η αισθητική είναι πράγματι δική μου και δεν είναι εξωβαλμένη. Ξέρεις, το ένστικτο λέει μια φορά αλήθεια, μετά δεν δουλεύει. Ένας καλλιτέχνης με τον οποίο συνεργάζομαι τα τελευταία χρόνια και από τον οποίο παίρνω τέτοιου είδους μαθήματα- για μεγάλη μερίδα κόσμου θεωρείται απρόσιτος, για κάποιους άλλους βέβαια είναι ήρωας- είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ο Σαββόπουλος δεν θα χρυσώσει το χάπι, αν δεν του αρέσει κάτι, θα πει «δεν μου αρέσει», ακόμα και αν σε πληγώσει.

Εκτός από την μουσική έχεις και άλλα πάθη από όσο γνωρίζω. Αγαπάς τις πτήσεις και μάλιστα είσαι πιλότος του δικού σου αεροσκάφους;

Έχω πάθος με την ελευθερία. Επίσης έχω ιδιαίτερη σχέση με τον αέρα, ίσως και λόγω ζωδίου. (γέλια) Εδώ και οκτώ χρόνια περίπου, μετά από εκπαίδευση, μου δόθηκε η δυνατότητα να αποκτήσω το δικό μου αεροσκάφος. Είναι μια ιδιαίτερη αγάπη.  Νιώθεις πραγματικά ελεύθερος και συνειδητοποιείς πως είμαστε μέρος της φύσης και πρέπει να τη σεβόμαστε, πράγμα το οποίο δεν μπορείς να το αισθανθείς μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Οι δικές μου μπαταρίες γεμίζουν με τις πτήσεις, μπαίνω λες και είναι ένα όνειρο και πραγματικά ό,τι και αν με απασχολεί δεν υπάρχει εκείνη την ώρα, κλείνει ο διακόπτης και όταν επιστρέψω νιώθω μια γλυκιά κούραση. Αλλά το σημαντικότερο; Με έκανε καλύτερο στη μουσική! Με βοήθησε στην αυτοσυγκέντρωση, να χαίρομαι όταν βρίσκομαι εκεί μέσα, να απολαμβάνω τη στιγμή της μουσικής. Γιατί το μοναδικό πράγμα που μου έμεινε είναι η απόλαυση εκείνης της στιγμής, στο live. Όλο το πριν και το μετά είναι δυσοίωνο και μαύρο.

Μουσική και αέρας…

Το ίδιο είναι. Αέρας είναι και τα δύο. Στην μουσική έχεις ό,τι ακριβώς στην πτήση. Απογείωση, ταξίδι, προσγείωση. Αν γίνει ένα λάθος στην αρχή έχει καταστρέψει όλο το κομμάτι, αντίστοιχα και στο τέλος.

Είχες κάποια δυσάρεστη εμπειρία σε μία  από τις πτήσεις σου;

Έχω υποστεί, θα έλεγα, ένα σοκ στις αρχές. Όταν έδινα εξετάσεις κάναμε μια αναγκαστική προσγείωση με τον εξεταστή  και  αφήσαμε το αεροσκάφος για επισκευή.  Στο μεταξύ πήρε το αεροπλάνο του και ρώτησε ποιος θα ήθελε να κάνει βόλτα. Τότε ζήτησε ένα παιδί  -που θα εξεταζόταν μετά από ‘μενα- να πάει πρώτος. Δυστυχώς ήταν μοιραία πτήση, έχασαν και οι δύο την ζωή τους. Θα μπορούσα να ήμουν στην θέση του εγώ.

Το εξέλαβες ως μικρό θαύμα;

Ως μεγάλο θαύμα! Από την άλλη, έδωσα και πολλές απαντήσεις στον εαυτό μου. Όλα συμβαίνουν για να δούμε κάτι και όχι απαραίτητα  για να μας τρομοκρατήσουν ή να κλείσουμε αυτήν την πόρτα και να μην ασχοληθούμε. Σε κάποιον μπορεί να λειτουργούσε έτσι, έμενα απλά με οδήγησε στο να είμαι πολύ προσεκτικός και συντηρητικός στο πέταγμα του αεροπλάνου.

Να μιλήσουμε και για την πολυετή συνεργασία σας, με τον Διονύση Σαββόπουλο;

Ο Σαββόπουλος συνηθίζει να κάνει τις γιορτές  δώρα στους μουσικούς του και θυμάμαι ότι μαζί με το δώρο, μου είχε γράψει και ένα σημείωμα: «Στον καινούριο μου παιδικό μου φίλο». Λοιπόν, θεωρώ τον Διονύση Σαββόπουλο μια ιδιοφυΐα και ως προς την μουσική του αλλά και ως προς την ποίηση. Στα τόσα χρόνια συνεργασίας μας έχω μάθει πάρα πολλά από αυτόν. Θυμάμαι, τον ρώτησα κάποια στιγμή πότε  τελειώνει μια σύνθεση που γράφεις και μου λέει: «Κοίταξε να δεις, όταν γράφουμε δεν είμαστε ένας. Είμαστε δύο. Λέει ο ένας -το βράδυ- ωραία!  τι ωραία, τι ωραίο πράγμα που έγραψα, ας πάω να κοιμηθώ. Ξυπνάει την άλλη μέρα ο άλλος, παίρνει και έναν καφέ να δει τι έγραψε κάθεται απέναντι  και λέει: τι βλακεία είναι αυτή! Αυτό κρατάει περίπου δεκαπέντε μέρες. Τραβάει ο ένας το σχοινί από ‘δω, τραβάει ο άλλος από εκεί και κάποια στιγμή όταν αυτό το σχοινί φτάσει στην αδράνεια του, τότε  πιστεύω ότι τελείωσε το κομμάτι».

Γιατί επέλεξες το μπάσο ως μουσικό όργανο;

Το μπάσο είναι μια κρυφή πηγή ενέργειας. Ο σεισμός είναι μπάσο, προέρχεται από κάτω. Οι κολώνες του σπιτιού είναι η βάση, εξού και μπάσο. Σου είπα και πριν, υπάρχουν όργανα; Δεν υπάρχουν. Υπάρχουν διάφορα εργαλεία και εμείς είμαστε οι φορείς αυτών. Δηλαδή, αν το τετριμμένο είναι ότι το μπάσο είναι ένα συνοδευτικό όργανο, άρα κάνει μόνο για συνοδεία, στην ουσία όμως όλα τα όργανα μπορούν να παίξουν τα πάντα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Toots Thielemans ο οποίος έκανε τη φυσαρμόνικα, από φυσαρμόνικα των φίλων, ένα μουσικό όργανο που όλοι προσπαθούν να δανειστούν αυτόν τον τρόπο παιξίματος. Το όργανο το φτιάχνει ο άνθρωπος, η μουσική περνάει μέσα από αυτόν και φεύγει απέναντι. Αυτός που παίζει πιάνο, πρέπει να γίνει ντράμερ, μπασίστας, κιθαρίστας. Αντίστοιχα αυτός που παίζει κιθάρα, πρέπει να γίνει  ντράμερ, μπασίστας, πιανίστας… πρέπει να γίνει τα πάντα.

Υπάρχει κάποια κριτική που σε έχει επηρεάσει ή έχει γυρίσει έναν διακόπτη;

Μια από τις καλύτερες κριτικές που έλαβα και αφορούσε τον δίσκο «Hapopsis», ήταν ότι αυτή η δουλειά είναι ακομπλεξάριστη… και  αυτό θέλω να ακολουθήσω. Να λειτουργώ ακομπλεξάριστα. Να παίζω πράγματα που αγαπάω, τα οποία θα είναι της δικής μου παράδοσης. Και τι εννοώ λέγοντας «της δικής μου παράδοσης», εννοώ τα μουσικά μου ερεθίσματα, από Miles Davis μέχρι δημοτικά τραγούδια της δικής μου περιοχής. Η ζωντανή παράδοση που κουβαλάμε μέσα μας, χωρίς ταμπέλες και περιορισμούς. Θα ήθελα να με συγκινεί κάτι και αυτή η συγκίνηση να βγαίνει στην τέχνη μου.

Mιας και μιλάμε για συγκίνηση… Αν σου έβαζα να ακούσεις ένα κομμάτι, ποιο θα ήταν αυτό που θα σου προκαλούσε αυτό το συναίσθημα;

Όπως είπε και ο φίλος μου ο Haig Yazdjian  «Ένα τραγούδι παίζουμε μια ζωή. Το ίδιο είναι, με παραλλαγές». Έχω πολλά κομμάτια που αν θα άκουγα θα μου ξυπνούσαν μνήμες. Κάτι που σκέφτηκα τώρα πρόχειρα είναι το εξής… Στον δίσκο με τους Human Touch υπάρχει ένα κομμάτι που λέγεται «Roοts and Memories». Όταν το πρωτοέγραψα είχε μια μελωδία κάπως πιο λυρική, η οποία με συγκίνησε πραγματικά. Προσπαθούσα να σκεφτώ τι μου θυμίζει και μου πήρε αρκετό χρόνο, μέχρι που άκουσα την μητέρα μου να σιγοψιθυρίζει κάτι. Ήταν ένα τούρκικο τραγούδι, που το έμαθε από τη γιαγιά μου και λέγεται «Bekledim de gelmedin». Ναι, αυτό με συγκινεί θα έλεγα. Η δύναμη του υποσυνείδητου, ε;

Ευχαριστώ πολύ τον Γιώτη Κιουρτσόγλου



Post a new comment