ΕΚΘΕΣΗ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΩΝ ΣΤΟ ΚΙΘ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΤΟΥ ’17 ΠΟΥ ΘΕΤΕΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

04/10/2017

Πυροπαθείς στην παραλία μπροστά στο Λευκό Πύργο (αρχείο ΚΙΘ).

Φέτος είναι η χρονιά της πυρκαγιάς, της μεγάλης πυρκαγιάς που κατέστρεψε το μεγαλύτερο τμήμα της Θεσσαλονίκης το 1917, πριν από 100 χρόνια. Μετά την εκδήλωση των 52ων Δημητρίων «Έγινε η σπίθα πυρκαγιά» που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Κυριακή, και μια μεγάλη έκθεση που ετοιμάζει η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων από το μήνα Οκτώβριο, το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (ΚΙΘ) παρουσιάζει την επετειακή έκθεση αρχειακών τεκμηρίων με τίτλο «Η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917 – Η ευκαιρία που δε χάθηκε». Η έκθεση αναπτύσσεται στον εκθεσιακό χώρο του ΚΙΘ στην πλατεία Ιπποδρομίου και θα διαρκέσει μέχρι τέλος Νοεμβρίου 2017.

Η έκθεση περιλαμβάνει φωτογραφικό υλικό από το αρχείο του Κέντρου Ιστορίας, εικόνες πριν από την πυρκαγιά μέχρι και μετά από αυτήν. Επίσης, ο επισκέπτης μπορεί να δει δημοσιεύματα και έγγραφα που αφορούν το απολογισμό της πυρκαγιάς, αλλά και τις αποφάσεις του Δήμου και της Πολιτείας για το θέμα αυτό. Για πρώτη φορά εκτίθενται τα κτηματόγραφα που προέκυψαν από τη δουλειά της «Διεθνούς Επιτροπής του νέου σχεδίου της πόλης» που συνένωνε τις μικρές ιδιοκτησίες ώστε να είναι , ενώ παρουσιάζεται το σχέδιο Εμπράρ και οι προβλέψεις του για τραμ, προαστιακό, λιμάνι, ζώνες πρασίνου κ.ά.

Την επιμέλεια της έκθεσης υπογράφουν οι Νίκος Μαραντζίδης και Γεωργία Μιχαήλ.

Όπως αναφέρουν σε σημείωμά τους οι επιμελητές, στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1912 και το 1922 έχει ιδιαίτερη θέση. Το διάστημα αυτό ξεκινάει με την ένταξη της πόλης στο νέο ελληνικό κράτος και έκλεισε με την ανταλλαγή πληθυσμών, που επισφράγισε τη μικρασιατική καταστροφή. Η πόλη γνώρισε βαθιές και πολύμορφες αλλαγές όσον αφορά το χαρακτήρα, το ρόλο και τη μορφή της, στον ευρύτερο χώρο επιρροής της, στη σύνθεση του ανθρώπινου δυναμικού της, στις αρχιτεκτονικές της ιδιοτυπίες.

Η «Διεθνής Επιτροπή του νέου σχεδίου της πόλης» βρήκε σημαντική στήριξη από την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου και ιδιαίτερα του αρμοδίου υπουργού Συγκοινωνίας Αλ. Παπαναστασίου

Η καταστροφή

Πράγματι, στο μέσο αυτής της κρίσιμης δεκαετίας των πολέμων και του εθνικού διχασμού, κι ενώ η πόλη λειτουργούσε ως «οχυρωμένο» στρατόπεδο των συμμάχων της Entente, ένα κορυφαίο γεγονός, η πυρκαγιά του 1917, άλλαξε συθέμελα την εικόνα της πόλης. Η πυρκαγιά εκδηλώθηκε το απόγευμα της 5ης, (18ης) Αυγούστου 1917, στη βορειοδυτική άκρη της πόλης, εντός των τειχών, καταστρέφοντας σε 32 ώρες το σημαντικότερο τμήμα του Ιστορικού κέντρου της πόλης.

Περίπου 70.000 άνθρωποι (52.000 εβραίοι, 10.000 χριστιανοί, 11.000 μουσουλμάνοι) έμειναν άστεγοι. Ενώ στις υλικές καταστροφές συγκαταλέγονταν κτήρια που εξυπηρετούσαν Διοικητικές και Στρατιωτικές υπηρεσίες, οικονομικές και εμπορικές λειτουργίες, ξενοδοχεία, χώροι αναψυχής καθώς και τόποι λατρείας και των τριών εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων (16 συναγωγές και η αρχιραββινεία, 12 τζαμιά και τρεις χριστιανικοί ναοί, έπαθαν ζημιές ή καταστράφηκαν).


3 Στο βάθος η Αγιά Σοφιά (αρχείο ΚΙΘ)

Για μια νέα πόλη

Στον επανασχεδιασμό της πόλης, σημαντική στήριξη βρήκε η «Διεθνής Επιτροπή του νέου σχεδίου της πόλης» από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και ιδιαίτερα του αρμοδίου υπουργού Συγκοινωνίας Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, που εξασφάλισε ένα ευνοϊκό νομικό πλαίσιο για τις πολεοδομικές παρεμβάσεις της επιτροπής.

Όταν τέθηκε το θέμα της ανοικοδόμησης της Θεσσαλονίκης, ο Ερνέστ Εμπράρ, ένας από τους πρωτεργάτες της ευρωπαϊκής πολεοδομίας, κατανόησε αμέσως πόσο αναγκαίο ήταν να γίνει η Θεσσαλονίκη μια πόλη – υπόδειγμα, σύμφωνα με τις αρχές της νέας επιστήμης που είχε μόλις γεννηθεί και σήμερα ονομάζουμε «Πολεοδομία».

Σήμερα, 100 χρόνια μετά, ο κάτοικος της Θεσσαλονίκης ή ο περαστικός δεν μπορεί να αντιληφθεί πόσο διαφέρει η πόλη στην οποία ζει ή κινείται σήμερα και η οποία σχεδιάστηκε μετά την καταστροφή, από την πόλη που χάθηκε στη φωτιά. Αυτός ίσως είναι και ο λόγος που πολλοί πιστεύουν ότι το 1917 υπήρξε «μια μοναδική ευκαιρία που χάθηκε (από την πολιτεία) να αποκτήσουμε μια μοντέρνα πόλη που να μπορεί να αντέξει τις σημερινές αυξημένες ανάγκες», σημειώνουν οι επιμελητές. Η άποψη όμως αυτή ουσιαστικά αδικεί τις προσπάθειες που έγιναν τότε, ενώ συγχρόνως συγκαλύπτει τις ευθύνες των μεταγενέστερων, στα μεταπολεμικά χρόνια (αντιπαροχή), όταν οι αρμόδιες αρχές δεν κατάφεραν να ελέγξουν το παρόν της Θεσσαλονίκης, ούτε να προσχεδιάσουν το μέλλον της, σε ευνοϊκότερες συνθήκες από αυτές που ίσχυαν το 1917, συμπληρώνουν.

Η πυρκαγιά του 1917 και η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης στα χρόνια του μεσοπολέμου υπήρξαν δυο σημαντικά γεγονότα της ιστορίας της, που ξεχάστηκαν μέσα στη δίνη των δύσκολων χρόνων του πολέμου, του εμφυλίου και της μετανάστευσης, αλλά και στην μεταπολεμική Ελλάδα της αντιπαροχής και της άναρχης δόμησης.

INFO

Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης

Λειτουργεί καθημερινά 8.00-14.00 και 18.00-21.00

Σάββατο και Κυριακές μόνο με τηλεφωνική κράτηση για ομαδικές επισκέψεις

Καπνοί και φωτιά στην οδό Βενιζέλου (αρχείο ΚΙΘ).

ΘΕΜΑ ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ: Ήταν ή δεν ήταν μια χαμένη ευκαιρία;

Η έκθεση βεβαίως κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση που σίγουρα θα προκαλέσει συζήτηση. Ήταν η πυρκαγιά μια ευκαιρία που ΔΕΝ χάθηκε για τη δημιουργία μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλης; Αν δεν χάθηκε, τότε τι είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα, μια πόλη γεμάτη στρεβλώσεις πολεοδομικές και ατασθαλίες αρχιτεκτονικές;

Σίγουρα έγιναν προσπάθειες αμέσως μετά την πυρκαγιά και μάλιστα με μια αξιοσημείωτη οξυδέρκεια και αντίληψη κοσμοπολίτικη που σήμερα απλά δεν υπάρχει. Και πρέπει να πούμε ότι δεν είναι μόνο ο άξονας της Αριστοτέλους που σχεδιάστηκε τότε και αποτελεί ακόμη και σήμερα μια από τις πιο εμβληματικές πλατείες της Ελλάδας και όχι μόνο. Είναι και οι οδικοί άξονες που σχεδιάστηκαν τότε και λειτουργούν ακόμη και σήμερα, συνδέοντας μας με το παρελθόν της πόλης και την περίοδο της μεγάλης πυρκαγιάς.

Ωστόσο, η χαμένη ευκαιρία δεν αφορά την πρώτη εκείνη προσπάθεια αλλά το γεγονός ότι καταπνίγηκε από τη νεοελληνική αυθαιρεσία, και μάλιστα μετά το πέρας των ταραγμένων χρόνων του μεσοπολέμου, της γερμανικής κατοχής και τους εμφυλίου. Η χαμένη ευκαιρία αφορά ακόμη και το σήμερα, που μετά από τόσες και τόσες συζητήσεις, παραβολές και παραδείγματα εφαρμογών στο εξωτερικό, τόσο το κράτος όσο και η πλειοψηφία των πολιτών αντικρίζουν αδιάφορα το ιστορικό και αρχιτεκτονικό παρελθόν της πόλης. Κι έτσι η καταστροφή συνεχίζεται. Και η ευκαιρία παραμένει χαμένη…

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα thessnews, φύλλο 30.9.2017



Post a new comment