ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΛΙΓΟΤΕΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟ 2017

31/12/2016

To 2013 σε ένα θέατρο του West End, έπεσε το ταβάνι και πλάκωσε ηθοποιούς και κοινό…

Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι σε μεγάλο βαθμό με τα θεατρικά δρώμενα της πόλης ως θεατής, δημοσιογράφος και συνεργάτης θεάτρων. Προκειμένου να κάνω όσο το δυνατόν καλύτερη και πιο παραγωγική αυτή την ενασχόληση, διαβάζω, παρακολουθώ και συζητώ με συναδέλφους και καλλιτέχνες και καθώς κλείνει η χρονιά θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις με τους αναγνώστες του thinkfree.

Γράφει η Κατερίνα Νικολάου / [email protected]

Το θέατρο, όπως από τα αρχαία χρόνια είχαν καταλάβει τόσο οι συγγραφείς όσο και οι τότε «κριτικοί» (τότε ήταν φιλόσοφοι όπως ο Αριστοτέλης), είναι κάτι διφυές*. Αφενός ένα κείμενο, είτε προϋπάρχον (καθεαυτό ή βασισμένο σε έναν θέσφατο -όπως τον αντιμετώπιζαν- μύθο) είτε ad hoc γραμμένο και αφετέρου η σκηνική του παρουσία. Και στις δύο περιπτώσεις είναι διαφορετικό πράγμα το κείμενο και διαφορετικό πράγμα αυτό που βλέπει ο θεατής. Μια κακή σκηνοθεσία εν ολίγοις μπορεί να «θάψει» ένα υπέροχο κείμενο αλλά κι έναν ικανό ηθοποιό.

Από τον κλισέ πλέον ορισμό του Αριστοτέλη για την τραγωδία, το θέατρο έχει επιφορτιστεί την αποστολή μιας τελειότητας. Μιας τελειότητας που στα χρόνια του φορμαλισμού ομοίαζε με σταθερό κύκλο, πλέον όμως και μετά την έλευση τόσων καλλιτεχνικών ρευμάτων μοιάζει με μια υπέροχη, αέναη γραμμή, ίσως σπειροειδή, που πατά στα βήματα τους παρελθόντος, όπως πατά διαχρονικά μια λέξη πάνω στο αλφάβητο, αλλά απλώνει τα χέρια στο άπειρο, σαν παιδί που ψηλαφίζει το μέλλον του.

Το 2016 είδαμε υπέροχες παραστάσεις βασισμένες σε κλασικά έργα, είδαμε και νέα έργα που όμως στην πλειονότητά τους δεν κατάφεραν να βρουν βηματισμό προς τη διάνοια του κοινού**. Είδαμε γνωστούς, αναγνωρισμένα καλούς ηθοποιούς να μην «είναι ο γνωστός καλός εαυτός τους» σε αδύναμα νέα κείμενα, είδαμε και νέα παιδιά που εντυπωσίασαν με τις ερμηνείες τους υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες έμπειρων σκηνοθετών κυρίως σε κλασικά έργα υπό νέα ματιά.

Πλέον έχουν ειπωθεί τόσα πολλά στον καλλιτεχνικό χώρο, που καλό θα ήταν να τα διαβάσουμε πρώτα πριν αποφασίσουμε να κάνουμε το μετέωρο βήμα στην έκφραση. Η κρίση και η συνεχής ανεργία έκανε απηυδησμένους νέους ηθοποιούς να δημιουργήσουν δικούς τους θιάσους και σε κάποιες περιπτώσεις να παρουσιάσουν πολύ αξιόλογες δουλειές είτε πάνω σε κλασικά κείμενα είτε σε νέα. Σε μια μεγάλη πλειοψηφία όμως, η έλλειψη γνώσεων πάνω σε αυτό που ονομάζεται «θεατρολογικό τρίγωνο» (θεωρία, ιστορία, κριτική)***, η έλλειψη ακόμα και σκηνικής εμπειρίας σε παιδιά που κλείνουν έναν χώρο και βαφτίζονται αυτοστιγμεί και παραχρήμα «σκηνοθέτες», «παραγωγοί» ή «συγγραφείς» είναι πασιφανής και έχει τραγικά έως αστεία αποτελέσματα. Είδαμε βέβαια και παλιούς, έμπειρους σκηνοθέτες να στηρίζονται σε πολύ ταπεινά τεχνάσματα προκειμένου να προσελκύσουν κόσμο βασισμένοι σε ένα ιδιότυπο σχήμα δημοσίων σχέσεων.

Σε περίοδο κρίσης παρουσιάζονται στη Θεσσαλονίκη πάνω από 150 θεατρικές παραγωγές κάθε χρόνο. Οι παλιοί μου λένε «σιγά, πριν την κρίση ανέβαιναν οι διπλάσιες». Πόσες από αυτές προσεγγίζουν έστω και σε έναν βαθμό την τελειότητα που απαιτεί μια υψηλή και σύνθετη τέχνη όπως το θέατρο; Πόσες είναι αυτές που δεν καταλήγουν σε οικονομικό ναυάγιο αφού βασίστηκαν σε μια αδύναμη ιδέα;

Εύχομαι το 2017 να δούμε λιγότερες παραστάσεις. Να παίζονται όμως σε γεμάτα θέατρα, να μην «κατεβαίνουν» άρον άρον και να παράγουν ένα σοβαρό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ας μειωθεί το «εγώ» κι ας αυξηθεί το «εμείς», με συνεργασίες παλιών και νέων συντελεστών που θα οδηγήσουν σε μια όμορφη ανταλλαγή εμπειρίας των μεν με την φρεσκάδα των δε.

Break a leg!

*Ο H. Gouhier το αποκάλεσε «τέχνη σε δύο χρόνους»
**δείτε πώς ορίζει την αποτυχία μας παράστασης η Κατερίνα Αρβανίτη στο κείμενο «Η κριτική του δραματικού κειμένου και της δραματικής πράξης».
*** Διαβάστε το βιβλίο του Γιώργου Πεφάνη «Σκηνές της Θεωρίας» από τις εκδόσεις Παπαζήση.



Post a new comment