Μ. ΜΗΤΣΙΑΣ: «ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΙΣΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΚΑΤΣΟΣ Ή Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΚΡΙΣΗ;»

07/08/2017

Συνέντευξη στον Γιάννη Κεσσόπουλο

Ο Μανώλης Μητσιάς είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Αφού αξιώθηκε να τραγουδήσει όλους τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες και στιχουργούς – ποιητές, κατάφερε να διατηρηθεί στο προσκήνιο τις τελευταίες δεκαετίες παρά τις μεγάλες αλλαγές στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού αλλά και ευρύτερα (δισκογραφικές εταιρίες, διαδίκτυο). Απόψε στις 9.30 ανεβαίνει στη σκηνή του Sani Festival για να μας ταξιδέψει με αγαπημένες μελωδίες μεγάλων Ελλήνων συνθετών – από τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη μέχρι τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Δήμο Μούτση…
Κύριε Μητσιά, ξανά στο λόφο της Σάνης με ένα κοινό ελληνικό αλλά και ευρωπαϊκό… Στη Σάνη έχω πάει πολλές φορές γιατί η Χαλκιδική είναι η πατρίδα μου. Ξέρω το λόφο της Σάνης πριν ακόμα γίνει τουριστικός με αυτά τα καταπληκτικά ξενοδοχεία. Πήγαινα από μικρός εκδρομές στον Πολύγυρο, και μου είναι πάρα πολύ οικείος ο χώρος. Έχω παίξει επανειλημμένα. Με την Μαρία Φαραντούρη, τον πιανίστα Γιάννη Βακαρέλη και μπορώ να πω ότι είναι ένας μαγικός τόπος.

Η γενιά σας πέρασε από τη δόξα στην απαξίωση λόγω των αλλαγών που συντελέστηκαν στην ελληνική δισκογραφία. Ο Μητσιάς έμεινε όρθιος. Πως έγινε αυτό; Ποιο ήταν το «μυστικό»;
Δεν με απαξίωσε ο ελληνικός λαός γιατί όλα αυτά τα χρόνια ήμουν πολύ συνεπής απέναντί του. Δεν κυνήγησα σουξεδάκια για να βγάλω χρήματα ή να μπει το όνομά μου σε περιοδικά. Πάντα προσπαθούσα να πω τραγούδια τα οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένα με την παράδοση του ελληνικού λαού, συνδεδεμένα με μεγάλους ποιητές, μεγάλους μουσουργούς, συνθέτες. Είναι τραγούδια της καρδιάς και όχι ενός υπολογιστή.

«Δεν με απαξίωσε ο ελληνικός λαός γιατί όλα αυτά τα χρόνια ήμουν πολύ συνεπής απέναντί του»

Ποιοι άνθρωποι από το χώρο της τέχνης με τους οποίους συνεργαστήκατε, σας επηρέασαν; Με ποιο τρόπο; 

Με επηρέασαν όλοι με όσους συνεργάστηκα. Ιδιαίτερα οι «μεγάλοι» όπως είναι ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Ξαρχάκος. Αλλά πιο πολύ από όλους με επηρέασε ο Νίκος Γκάτσος. Πιστεύω ότι ήταν για μένα δώρο Θεού η συνεργασία μου και η καθημερινή μου συνομιλία με το Νίκο Γκάτσο. Αυτό με οδήγησε να κάνω μία σημαντική δισκογραφία αλλά πάνω από όλα στην καθημερινότητά μου. Με έκανε να σκέφτομαι και να μην έχω ζαλιστεί από διάφορες επιτυχίες. Ο Χατζιδάκις μου είχε πει: «Ό,τι κάνεις, να το κάνεις επειδή σου αρέσει και να μην ντρέπεσαι όταν βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη». Είναι μια μεγάλη κουβέντα του Μάνου…

Τι θυμάστε από τον Μάνο Χατζιδάκι;

Από τον Μάνο Χατζιδάκι έχω να θυμάμαι πάρα μα πάρα πολλά! Πρώτον για τον χαρακτήρα του, για την απλοχεριά του, για το χιούμορ του, για τη μόρφωσή του. Τον τρόπο που μίλαγε τα ελληνικά όπως κανένας άλλος. Ήταν ένας μαγικός άνθρωπος.

Ο Μίκης είν’ ακόμα εδώ, τραγουδά, διευθύνει και παρεμβαίνει στα πολιτικά… Πως έγινε η πρώτη σας συνάντηση;

Ο Μίκης είναι εδώ και θα είναι εδώ για πάντα. Μαζί με τον Χατζιδάκι, είναι οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν τον ελληνικό πολιτισμό τα τελευταία 60 χρόνια. Είμαι τυχερός που τον γνώρισα και συνεργάστηκα μαζί του, σε μια πολύ δύσκολη εποχή. Ήταν η εποχή της χούντας, η επταετία. Εγώ άρτι αποφυλακισθείς από ένα στρατοδικείο στη Θεσσαλονίκη, και η πρώτη μου δουλειά θυμάμαι ήταν να πάω να βρω τον Μίκη στο Βραχάτι που ήταν περικυκλωμένος, για να με ακούσει και να μου πει εάν αξίζω να γίνω τραγουδιστής. Έτσι ξεκίνησα την καριέρα μου, ήθελα να έχω την γνώμη των «μεγάλων» αν μπορώ. Όχι να τραγουδάω κάθε μέρα σε λαϊκά μαγαζιά. Έβλεπα αλλιώς το ελληνικό τραγούδι και την καριέρα του τραγουδιστή. Πήγα λοιπόν στο Βραχάτι με τον φίλο μου τον Τάσο τον Σχορέλη, τη Μαρία Δημητριάδη και τη Ρένα Κουμιώτη για να με ακούσει ο Μίκης. Πράγματι με άκουσε και μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκε παρόλο που ήμουν νέος και άγουρος τραγουδιστής. Και ως δώρο, ο Μίκης μου έδωσε τα τέσσερα τραγούδια του Ανδρέα (Είμαστε δυο, είμαστε τρεις, Ψέματα είπαμε πολλά) για να πάω να βρω στο εξωτερικό το συγκρότημά του, που ήταν η Μαρία Φαραντούρη, ο Αντώνης Καλογιάννης, και να συμπράξω μαζί τους. Αλλά εγώ δεν μπορούσα όμως να φύγω γιατί δεν είχα διαβατήριο αλλά είχα και απαγορευτική έξοδο από την Ελλάδα. Παρόλα αυτά, πήγαμε το βράδυ στο 107, τη μπουάτ στη Θεσσαλονίκη και παίξαμε αυτά τα τραγούδια του Ανδρέα με τους φίλους μου. Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τον Μίκη.

«Όλη αυτή η γενιά του Σεφέρη, του Ελύτη, του Γκάτσου, όλοι αυτοί οι ποιητές πάντα μιλούν με αγάπη για την Ελλάδα. Εάν εμείς σαν λαός τους γνωρίζαμε, τους ακούγαμε, τους ασπαζόμαστε, τους τραγουδούσαμε, σίγουρα η Ελλάδα θα είχε καλύτερη θέση»

Πόσο σημαντική είναι η συνέπεια στην καλλιτεχνική πορεία ενός ερμηνευτή;

Η συνέπεια ενός τραγουδιστή όπως είπα και στην αρχή, το συμβόλαιο που κάνεις με τον κόσμο δηλαδή, η αρχική σου γνωριμία, πρέπει να είναι συνεπής. Να μην λοξοδρομεί. Να δίνει το στίγμα ότι εγώ αυτός είμαι. Ότι εάν με αγαπάτε και με εκτιμάτε, εγώ θα είμαι κοντά σας με αυτά τα τραγούδια. Δεν μπορείς βέβαια να λες τα ίδια τραγούδια συνέχεια, αλλά να είσαι όμως σε ένα κλίμα που να εκφράζει τον κόσμο που ξεκίνησε μαζί σου. Δεν μπορείς τη μια μέρα να είσαι φονιάς και την άλλη άγιος.

Σας φόβισαν οι τεχνολογικές εξελίξεις που άλλαξαν τον τρόπο προώθησης των τραγουδιών; Και με τον όγκο των πληροφοριών δημιουργούν ένα μπέρδεμα για το καλό και το κακό, για την ποιότητα και τα σκουπίδια.
Δεν με φόβισαν οι τεχνολογικές εξελίξεις στην προώθηση των τραγουδιών. Το θεωρώ μάλιστα και πολύ δημοκρατικό εάν αυτοί που το κάνουν δεν έχουν ίδια συμφέροντα, που λέει και ο λαός. Μπορώ να πω ότι βγήκανε νέοι άνθρωποι που εάν βρισκόντουσαν παλιά σε δισκογραφικές εταιρείες, δεν θα είχαν δημοκρατική εξέλιξη. Υπήρχαν κλίκες τότε και παρέες και εξαρτιόσουν από κάποιον που εάν ξύπνησε το πρωί καλά, θα άκουγε τα τραγούδια σου. Τώρα υπάρχει μια ανεξαρτησία και μπορεί ο καθένας να προβάλλει το έργο του. Εάν είναι καλό, θα διαρκέσει. Δείτε πόσα τραγούδια βγαίνουν κάθε μέρα και ξεχνιούνται. Το καλό όμως θα παραμείνει πάντα. Αυτό παλιά δεν υπήρχε στις δισκογραφικές εταιρείες.

«Δεν μπορώ να ανεχθώ καμία καθοδήγηση κανενός Μαρξ ή κανενός Λένιν ή κανενός δεξιού για το ποιο είναι το σωστό. Το σωστό είναι η καθημερινότητά σου»

Πιστεύετε ότι οι στίχοι των τραγουδιών που ερμηνεύσατε πριν από 30-40 χρόνια, η «Ελευσίνα», «Ο Γιάννης ο φονιάς» κλπ μιλούν στα νέα παιδιά;
Τα τραγούδια που τραγούδησα πριν από 30-40 χρόνια, πράγματι μιλούνε σήμερα. Μερικοί δε νέοι, τα ανακαλύπτουν σήμερα και με ρωτάνε πού υπάρχουν αυτά τα τραγούδια, δεν μπορούμε να τα βρούμε. Μου έκανε εντύπωση όταν έβγαλα την «Αθανασία» που είχε μέσα τον Γιάννη τον φονιά, μερικά παιδάκια 5 ετών μου έλεγαν κ. Μανώλη θέλουμε τον Γιάννη τον φονιά. Τα καλά τραγούδια, που έχουν μία ποιότητα πάντα θα μιλάνε στους νέους. Μπορεί να μην τα ξέρουν τη στιγμή που βγαίνουν, αλλά σίγουρα στην πορεία θα τα ανακαλύψουν.

Πριν λίγες εβδομάδες το ΚΑΣ και το ΥΠΠΟ «έκοψαν» μια παράσταση – αφιέρωμα στον Γκάτσο στο Ηρώδειο με ερμηνευτή εσάς και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (βρήκατε «ζεστή αγκαλιά» στα Πρέσπεια). Διαμαρτυρηθήκατε έντονα. Δεν είναι αναμενόμενο κάποιοι να κοπούν όταν το ΚΑΣ έχει 150 αιτήματα για το Ηρώδειο;
Πράγματι διαμαρτυρήθηκα έντονα, και δεν είναι στο χαρακτήρα μου, πριν από λίγες μέρες για τον Γκάτσο. Μου φάνηκε παράλογο και παράδοξο, όταν γίνεται μία αίτηση με ιδιωτική πρωτοβουλία και όχι κρατική, δεν απαιτήσαμε δηλαδή από το φεστιβάλ, που κανονικά θα έπρεπε το Υπουργείο Πολιτισμού να πάρει τη βραδιά αυτή για τον Γκάτσο, διαμαρτυρήθηκα λοιπόν γιατί όταν κάνει αίτηση κάποιος για μια παράσταση που τον χειμώνα ήταν η καλύτερη στην Αθήνα, για έναν άνθρωπο που έχει τιμήσει όσο κανείς τα ελληνικά γράμματα, δεν επιτρέπεται κάποιοι αρχαιολόγοι ή δημόσιοι υπάλληλοι να την απορρίπτουν επειδή εγώ ενδέχετο να ήμουν για συναυλία αλλού, που δεν ισχύει κάτι τέτοιο, όφειλαν να μου τηλεφωνήσουν. Όταν μέσα από τον λόγο του Γκάτσου περνάει όλη η ελληνική μουσική: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Μούτσης, Κηλαηδόνης κλπ και όταν όλοι αυτοί οι συνθέτες μας ευφραίναν την καρδίαν τόσα χρόνια, είναι αδιανόητο να απορρίπτει αυτή την αίτηση οποιοσδήποτε Υπουργός. Ήταν αστεία η δικαιολογία τους και δεν μετανιώνω καθόλου για αυτή την διαμαρτυρία που έκανα. Τους ευχαριστώ που έστω και αργά το κατάλαβαν και δώσανε το Ηρώδειο για να παίξουμε. Δεν τους ζήτησα καμία χάρη, δεν ζήτησα να κάνω συναυλία Μανώλης Μητσιάς, γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος να γλύφω και να παρακαλάω για συναυλία.

Είστε ένας πολύτιμος κρίκος που ενώνει την εποχή μας, την εποχή της κρίσης και της συλλογικής κατάθλιψης, με την εποχή που η δημιουργική Ελλάδα ήταν στα καλύτερά της. Την Ελλάδα της φτωχολογιάς και την Ελλάδα του life style. Μεγάλη η εμπειρία σας. Τι οδηγεί αυτό το λαό στην κρίση και τι μπορεί να τον ανατάξει;

Τα τραγούδια μου όπως είπα και προηγουμένως είναι εδώ και 50 χρόνια (ελπίζω του χρόνου να τα γιορτάσω στο Ηρώδειο, το λέω από τώρα προκαταβολικά να μην πουν ότι θα είμαι σε άλλη συναυλία), αντέξανε όλα αυτά τα χρόνια. Υπήρξανε σε διάφορες καταστάσεις πολιτικές, πολιτιστικές που ήταν παρόντα αυτά τα τραγούδια. Πιστεύω πως εάν ο λαός αγαπάει πολύ την ποίηση, τον ποιητικό στίχο, την εμπνευσμένη μουσική, δεν θα έχει ο τόπος καμία κρίση. Γι’ αυτό ο Ελύτης λέει σε ένα στίχο στο Άξιον εστί: «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου πες μου τι βλέπεις και αν υπάρχουν μελλούμενα σε αυτόν τον τόπο;» Ένας λαός οπλισμένος με τέτοιο πολιτισμό δεν έχει τίποτα να φοβάται, καμία κρίση. Αλλά όταν ρωτάς τους μισούς Έλληνες ποιος ήταν ο Γκάτσος ή ο Σεφέρης και δεν ξέρουνε, πώς να μην έχουμε κρίση;
Γνωρίζω ότι είσαστε ένα άτομο ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο, με την αριστοτελική έννοια. Τι σκέφτεται ο Μανώλης Μητσιάς για την Ελλάδα του 2017; Ανησυχεί ή αισιοδοξεί;

Ήμουν πάντα πολιτικοποιημένο άτομο γιατί είχα έναν πατέρα που ήταν αριστερός, ανήκε στο ΕΑΜ. Πολέμησε για την πατρίδα μας. Είχα έναν παππού που είχε λάβει μέρος στους πολέμους της Μ. Ασίας με 32 τραύματα στο κορμί του. Βενιζελικός που μετά με κυνηγούσανε οι δεξιοί. Έβλεπα την πολιτική με άλλη σκοπιά, δεν ανήκα σε κανένα κόμμα και δεν μου αρέσει να ανήκω σε κάποιο κόμμα. Βλέπω μέσα μου πράματα, άτομα που δεν λένε ποτέ την αλήθεια. Για μένα το σημαντικότερο στην πολιτική είναι ο παράγων άνθρωπος. Να είναι συνεπής, τίμιος, έντιμος και να μην έχει χρώμα για το πού ανήκει. Δεν μπορώ να ανεχθώ καμία καθοδήγηση κανενός Μαρξ ή κανενός Λένιν ή κανενός δεξιού για το ποιο είναι το σωστό. Το σωστό είναι η καθημερινότητά σου. Η σκέψη σου και το πώς συμπεριφέρεσαι στον γείτονά σου, τον φίλο σου και να μην ρίχνεις τους άλλους για τα συμφέροντά σου. Αυτή είναι η πολιτική.

Διαβάζεις τους στίχους του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου και βγάζουν μια αγάπη για την Ελλάδα είτε τη λεν πατρίδα είτε τόπο τους. Ακούς τη θέση του Ελύτη για την Ευρώπη, την οποία εξέφρασε στη δεκαετία του ’80, όταν ακόμη ήμασταν «στα μέλια» και λες… αν ακούγαμε τους ποιητές μας μπορεί να ‘ταν καλύτερα τα πράγματα. Το λες;

Όλη αυτή η γενιά του Σεφέρη, του Ελύτη, του Γκάτσου, όλοι αυτοί οι ποιητές πάντα μιλούν με αγάπη για την Ελλάδα. Εάν εμείς σαν λαός τους γνωρίζαμε, τους ακούγαμε, τους ασπαζόμαστε, τους τραγουδούσαμε, σίγουρα η Ελλάδα θα είχε καλύτερη θέση. Δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον, αλλά αν δεν οπλιστούμε με έναν πολιτισμό που να ανήκει στη γενιά αυτή των μεγάλων ποιητών, των μεγάλων μουσουργών, σίγουρα δεν θα έχουμε καλό μέλλον.

 

Τι θα λέγατε στα νέα παιδιά που μεταναστεύουν για μια καλύτερη τύχη;

Εύχομαι στα παιδιά που μεταναστεύουν, να γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα. Τους έχει ανάγκη ο τόπος. Είχαν δίκιο που έφυγαν αλλά ας δώσουμε το παράδειγμα στους πολιτικούς μας να καταλάβουν πόσο λάθος κάνουν που δεν φρόντισαν όλα αυτά τα χρόνια τη μόρφωσή τους ή να τους βρουν δουλειές. Αυτή είναι η πολιτική. Όχι, η πολιτική να λέμε ψέματα συνεχώς. Πιστεύω ότι μια μέρα θα γυρίσουν. Τους έχουμε ανάγκη. Δεν μπορεί συνεχώς η Ελλάδα να γερνάει. Έχουμε ανάγκη τη μόρφωσή τους. Η ευχή μου είναι κάποια στιγμή να γυρίσουν.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα thessnews, φύλλο 5.8.2017



Post a new comment