ΟΤΑΝ Ο SIMON BLOOM ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ, ΤΟΝ ΝΤΥΛΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΑΚΑ

0
1957
Συνέντευξη στη Στεφανία Τσολάκη
Ο Simon Bloom διαγράφει εδώ και αρκετά χρόνια τη δική του πορεία στη μουσική. Με τέσσερις προσωπικούς δίσκους «Hazy Moon», «Hollow Butterfly», «Real Shadows» και τον πιο πρόσφατο «Midnight Rainbow», έχει πια κερδίσει την θέση του στις καρδιές ενός ξεχωριστού κοινού. Ο ίδιος καταφέρνει να κάνει τα πιο «μακρινά» ταξίδια με κύριο μέσω μεταφοράς το στούντιο του (shakti) όπου έχει φιλοξενήσει και πολλά group (βλ. Μητέρα Φάλαινα Τυφλή & Chris Ekman, Thee Holy Strangers, Dustbowl, Rous, Melentini, Expert Medicine, Nightstalker, Penny and the Swinging Cats, The Bet, 1000 Mods, Σοφία Σαρρή). O Simon, μπόρεσε με την πάροδο του χρόνου να αποκτήσει την δική του ξεχωριστή ταυτότητα (δεν είναι και λίγο να είσαι γιος μιας από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες του κινηματογράφου, του Νίκου Νικολαΐδη). Πιστέψτε με, ήταν πολλά αυτά που ήθελα να μάθω και πολλά εκείνα που μου εμπιστεύτηκε… αλλά πόσα να χωρέσουν σε μια συνέντευξη;

Πως βίωσες την συνύπαρξη σου με ηθοποιούς, πλάνα, σενάρια και μάλιστα σε πολύ μικρή ηλικία;
Σαν εμπειρία όλο αυτό που έζησα σε μικρή ηλικία σίγουρα ήταν πολύ γοητευτικό. Θυμάμαι μόλις μετακομίσαμε στο σπίτι εδώ στην Δεληγιάννη, ο πατέρας μου αποφάσισε να κάνει την δεύτερη ταινία του «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα». Τότε ήμουν πέντε χρονών και οι πρώτες μου αναμνήσεις είναι αυτές. Σαράντα άτομα μες στο σπίτι, φώτα, χαμός, ηθοποιοί. Αυτό που έβλεπες στην ταινία με τον Άλκη Παναγιωτίδη, τον Χρήστο Βαλαβανίδη, τον Κωνσταντίνο Τζούμα, γινόταν περίπου και εκτός ταινίας. Υπήρχε η πλάκα, υπήρχε όλο αυτό το feel και η ενέργεια που ήταν αρκετά θετική. Αυτές είναι οι πρώτες μου αναμνήσεις οπότε είναι πολύ βαθιά μέσα μου όλο αυτό. Ένα από τα πράγματα που θυμάμαι είναι τον Α. Παναγιωτίδη, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από Νέα Υόρκη έφερε τα τύμπανα και τα είχε στήσει για την ταινία. Κάποιες φορές έπαιζε και ήταν φανταστικά. Μπορώ να πω ότι ήταν αυτό που με οδήγησε στο πρώτο βήμα, το μουσικό βήμα.

Έτσι ξεκινά η σχέση σου με τη μουσική;
Ναι, σκέφτηκα να ένα πολύ ενδιαφέρον μουσικό όργανο που θέλω να ασχοληθώ μαζί του. Και έγινε αυτό αρκετά αργότερα, σε ηλικία περίπου δεκατεσσάρων ετών. Ξεκίνησα με τύμπανα και ήταν τέλεια που αυτό που είχα μέσα μου, μετά από τουλάχιστον 10 χρόνια, μπόρεσα και το έβγαλα επιτέλους. Έτσι έκανα το επόμενο βήμα, να πάω στην ακουστική κιθάρα.

Μπορούσες να βρεις κοινούς κώδικες επικοινωνίας με τους συνομηλίκους σου;
Ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Είχα πολύ λίγους φίλους γιατί ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσα να επικοινωνήσω ήταν μέσω της μουσικής και των ταινιών. Πολλά πράγματα που έκαναν τα παιδιά, δεν μπορούσα να τα καταλάβω τόσο πολύ ή τουλάχιστον να αισθανθώ ότι ήτανε μέρος μου όλο αυτό. Από οκτώ ετών θυμάμαι να μιλάω για μουσική και ταινίες. Αυτό συνεχίστηκε και μετά. Είναι λίγα όμως τα άτομα που ενδιαφέρονται για τη μουσική και τον κινηματογράφο, ουσιαστικά.

Στην ταινία «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» κάνεις την εμφάνιση σου και ως ηθοποιός …
Η πρώτη μου συμμετοχή σε ταινία του Ν. Νικολαΐδη ήταν στην ταινία «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», σε ηλικία πέντε ετών. Τότε μας έβαλε ο πατέρας μας, εμένα και την Θεοδώρα την αδερφή μου, να τρέξουμε στο πίσω μέρος του σπιτιού, στον κήπο. Στην «Συμμορία» είμαι το παιδί της οικογένειας που διώχνουν από το σπίτι. Σίγουρα, όμως ο πρώτος ρόλος ήταν στο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα».

Νομίζω πως ο ρόλος αυτός παρουσιάζει την εικόνα σου. Εννοώ ότι φαίνεσαι εξίσου ήπιος, συνεσταλμένος όπως στην ταινία. Σαν να έχει γραφτεί ο ρόλος πάνω σου;
Ναι! Το έβλεπε καθημερινά αυτό, όπως είπε και ο ίδιος. Το ήξερα ότι μελετούσε την παρέα μου, το πώς ζούσαμε εκείνη την εποχή. Πήρε κάποια στοιχεία που του άρεσαν και θεώρησε ότι ήταν μέρος της ταινίας που έφτιαχνε. Σίγουρα είχε εμένα στo μυαλό του, φτιάχνοντας αυτό το ρόλο, όπως νομίζω ότι είχε και τον Αγγελάκα. Νομίζω δηλαδή, πριν γράψει το σενάριο, το είχε φτιάξει αρκετά μέσα του. Όταν γυριζόταν η ταινία, ο Αγγελάκας έμενε εδώ για περίπου δύο χρόνια. Έτσι γνωρίστηκα και με τον Γιάννη καλύτερα. Με πολλές πρόβες.

Σε ενθουσίασε το γεγονός ότι στην ταινία θα ακούγονταν και δικά σου κομμάτια;
Τα κομμάτια τα είχα γράψει από πριν. Το «Wonderful world» το είχα γράψει σε ηλικία είκοσι ετών και η ταινία βγήκε όταν ήμουν εικοσιέξι. Οπότε είχε περάσει αρκετός χρόνος. Αυτό που σίγουρα μου άρεσε πάρα πολύ και με έκανε να θέλω να είμαι μέρος της ταινίας -παρόλο που δεν θα το έκανα ποτέ μου, γιατί δεν θα ήθελα να γίνω ηθοποιός- ήταν σίγουρα το σενάριο. Όταν μου έδωσε το σενάριο ο Νίκος, ήταν διπλάσιο από αυτό που τελικά γυρίστηκε. Μιλούσε για δυο ανθρώπους με αρκετή λεπτομέρεια και μου άρεσε πάρα πολύ αυτό, το πως εξελίσσονταν αυτοί οι χαρακτήρες. Αν όμως η ταινία ακολουθούσε το σενάριο θα έβγαινε τέσσερις ώρες. Το δεύτερο και πιο σημαντικό, υπήρχε συνεργασία Νικολαΐδη- Αγγελάκα, που νομίζω ότι κάποιος θα ήταν κουτός σε μια τέτοια συνεργασία να πει όχι.

Θεωρείς ότι η ταινία βοήθησε σε έναν βαθμό, τον Γ. Αγγελάκα;
Σίγουρα! Πιστεύω πως επειδή με τις Τρύπες είχε τελειώσει και ήταν στη αρχή του δικού του, προσωπικού ξεκινήματος, τον βοήθησε.

Διατηρείτε την επαφή σας;
Ο καθένας έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει στην ταινία και μετά ο καθένας συνέχισε τη ζωή του. Κάπως έτσι έγινε. Πολύ λίγη επαφή. Μπορεί να πάω σε κάποια συναυλία να τον δω και θα χαρούμε πολύ να τα πούμε, αλλά μέχρι εκεί. Υποθέτω κι εγώ δεν είμαι και τόσο κοινωνικός.

Δεν παίζει όμως σημαντικό ρόλο στη δουλειά σας, αυτό το κομμάτι;
Νομίζω ότι το να είσαι κοινωνικός και να έχεις αυτήν την αλληλεπίδραση με τους ανθρώπους είναι κάτι το οποίο δουλεύει πάρα πάρα πολύ. Ένας λόγος που δε δουλεύω καθημερινά στο στούντιο, είναι αυτός. Γιατί δεν είμαι κάθε μέρα έξω να φτιάχνω τον δικό μου κοινωνικό ιστό, κάτι το οποίο θα βοηθήσει στη δουλειά και σε οτιδήποτε γίνεται. Το έχω δει πολύ ξεκάθαρα ότι έτσι δουλεύει το σύστημα το συγκεκριμένο. Από την άλλη, ο καθένας έχει τον δικό του χαρακτήρα, τον δικό του τρόπο που δουλεύει. Εμένα μου είναι δύσκολο να κάνω πράγματα που ξέρω ότι άλλοι κάνουν. Είναι πολύ δύσκολο να βάλω τον εαυτό μου σε αυτή τη θέση, οπότε μένω λίγο πιο πίσω και προσπαθώ να ισορροπήσω .

Μίλησε μας για το Shakti και γιατί επέλεξες αυτό το όνομα για το Studio σου;
… Είναι η γυναίκα του Σίβα. Η ενέργεια του σύμπαντος. Γι’ αυτό μου άρεσε και το επέλεξα. Είχα την ανάγκη να κάνω ξεχωριστές παραγωγές και επειδή δεν μου άρεσαν αυτά που άκουγα, άρχισα να προσπαθώ να κάνω δουλειές με διεθνή στάνταρ. Το σχέδιο μου ήταν αυτό. Θεωρώ ότι τα κομμάτια που έχουν βγει από εδώ, έχουν ένα χαρακτήρα και μια ενέργεια που σίγουρα κάποια άλλα studio δεν τον βγάζουν. Αυτό με κάνει χαρούμενο, γιατί το studio προσφέρει εκτός από τον ήχο και την δική του ενέργεια.

Να μιλήσουμε και για τον πιο πρόσφατο δίσκο σου «Midnight Rainbows»,ένας από τους λίγους που κυκλοφορεί και σε βινύλιο…
Από μικρός είχα το μπαλαντοειδές- folk μέσα μου. Νιώθω ότι ο τελευταίος δίσκος είναι πιο κοντά σε εμένα, σε αυτό που αισθάνομαι, από οποιονδήποτε άλλο δίσκο και αυτό έχει να κάνει πάρα πολύ με το ηχόχρωμα και την ενέργεια. Είναι κομμάτια που έχουνε πάρα πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, απλώς αλλάζει ο ήχος και ο τρόπος που βγαίνουν προς τα έξω. Στον τελευταίο δίσκο αισθάνομαι ότι έχω πετύχει πράγματα που είχα στο μυαλό μου από την αρχή. Αυτός ο ήχος είναι μέσα μου πάρα πολλά χρόνια, αλλά έπρεπε να βρω τους κατάλληλους ανθρώπους, την κατάλληλη στιγμή και επιτέλους μπόρεσε και βγήκε.

Πιστεύεις, λοιπόν, στο κατάλληλο timing;
Νομίζω ότι έχει να κάνει πολύ με την συγχρονικότητα αλλά και με κάτι πιο πνευματικό και βαθύ. Το παρατηρώ και γενικά στους ανθρώπους που συναντάω. Πάντα κάποιος έχει κάτι να σου δώσει και κάτι του δίνεις και εσύ. Όλοι οι άνθρωποι ευνοούνται από κάποιες συναντήσεις και συνυπάρξεις. Ακόμα και ο Dylan είχε ανάγκη όλους αυτούς του καλούς μουσικούς. Όλα αυτά που ακούμε το 60’, τα περισσότερα τα είχαν δημιουργήσει οι μουσικοί του. Για παράδειγμα το “Like a rolling stone” που θεωρείται από τις μεγαλύτερες μουσικές δημιουργίες, ακούς τους μουσικούς που παίζουν όλοι μαζί και ξέρω ότι ο Dylan μπορεί να έδωσε μια ιδέα, αλλά οι μουσικοί έκαναν αυτό που ακούμε.

Νόμπελ Λογοτεχνίας για τον Dylan…
Ο Dylan είναι ένας πολύ περίεργος άνθρωπος. Έχει βγει ένα ντοκιμαντέρ το 60’, το “Don’t look back” στο οποίο βρίσκεται στην αρχή της καριέρας του. Είναι μόνος του με μια κιθάρα, μπροστά σε χιλιάδες άτομα και βλέπεις τον τρόπο που απαντά, που φέρεται. Δεν είναι ένας απλός μουσικός ή τραγουδοποιός, είναι κάτι διαφορετικό. Πράγμα το οποίο πολλοί δεν το καταλαβαίνουν, γιατί φαίνεται ότι δεν έχει τα πρότυπα συμπεριφοράς που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν. Ορισμένα πράγματα δεν τα αγγίζει και δεν τον νοιάζει και να τα αγγίξει. ‘Ο,τι έχει να πει είναι μέσα στη μουσική του. Όλα είναι εκεί. Όποιος θέλει μπορεί να ακούσει τη μουσική του.

Το αγαπημένο σου κομμάτι; 

Το «Κnockin’ on heavens door». O δίσκος στον οποίο εμπεριέχεται αυτό το κομμάτι είναι ένα soundtrack ταινίας «Pat Garrett & Billy the Kid» αυτό το γνωρίζουν πολύ λίγοι άνθρωποι. Γνωρίζουν το κομμάτι, αλλά κανείς δε γνωρίζει ότι βρίσκεται εκεί και ότι δημιουργήθηκε για την ταινία- στην οποία παίζει σε ένα μικρό κομμάτι ο Dylan-. Γενικά ο δίσκος βγάζει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Έχει βρει κάποιους μουσικούς, έχουν αράξει στο Μεξικό και πίνουν, καπνίζουν, γράφουν μουσική. Για μένα είναι από τους αγαπημένους και ξεχωριστούς δίσκους. Ο Dylan έγραψε για πράγματα για τα οποία δεν είχε μιλήσει κανείς νωρίτερα. Δεν είχαν να κάνουν με ερωτικούς στίχους. Πολλά διαφορετικά μηνύματα σε ένα κομμάτι.

Να υποθέσω ότι ο Dylan είναι ο αγαπημένος σου;
Ο αγαπημένος μου είναι ο Nick Drake. Από τα ωραιότερα μουσικά κομμάτια που έχω ακούσει είναι δικά του. Έχει έναν τρόπο που παίζει και τραγουδάει, ξεχωριστό. Φαινομενικά απλός αλλά πολύ δύσκολος. Ιδιαίτερη περίπτωση, έβγαλε τρεις δίσκους και έπειτα αυτοκτόνησε.

Simon υπάρχει κάποιο τραγούδι σου, που έχεις γράψει και αφορά μια δύσκολη φάση της ζωής σου ή κάποιον αποχωρισμό;
Το μόνο τραγούδι που μπορώ να σκεφτώ είναι αυτό που έγραψα για τον αποχωρισμό με τον πατέρα μου. Βρίσκεται στον δίσκο Hazy moon, το «Gone away». Ήταν η περίοδος που δεν ήμουν σε καθόλου καλή κατάσταση, αλλά το γεγονός ότι το έγραψα και το έβγαλα με βοήθησε να ξεφύγω και από όλο αυτό. Έγραψα ένα κομμάτι που βοήθησε να εκφραστώ και να προχωρήσω. Το «Girl in the forest» ας πούμε είναι κάτι μεταξύ ονείρου και σκέψεων.

Aν σου ζητούσα να μου πεις ποια ατάκα είναι η αγαπημένη σου, από τα σενάρια του Ν. Νικολαΐδη, που την κρατάς σαν συμβουλή ή σε έχει σημαδέψει, ποια θα ήταν;
«Μη δίνεις σημασία!»

Σε ευχαριστώ πολύ Simon!

Περισσότερες πληροφορίες για τον Simon Bloom κλικ εδώ:
https://www.facebook.com/Simon-Bloom-1036587093072203/
Για το studio κλικ εδώ: http://shaktisoundstudio.com/
http://restlesswind.com/simon-bloom/
Μια γεύση από τα κομμάτια του: https://myspace.com/simonikolaidis

Advertisements

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here