«ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ»: Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

17/10/2017

Γράφει ο Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος

Είδα την ταινία του Π. Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα» στο Ολύμπιον, στην πανελλήνια πρεμιέρα. Μου θύμισε το λόγο που αγάπησα την ποίηση περίπου στα είκοσί μου χρόνια. Τότε που είχα διαβάσει «Χτυπώ τους τοίχους τής υγρής φυλακής μου / και δεν προσμένω απάντηση / Κανείς δε θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής / και της θλίψης μου» του Μανόλη Αναγνωστάκη, που έκανε το δράμα ανθρώπινο και πανανθρώπινο, υπερβαίνοντας τις συμβατικές προσεγγίσεις, όπως η ιδεολογία, και κάνοντας έτσι την απλή ιστορία αληθινή τέχνη.

Ο Βούλγαρης καταπιάνεται με μια συγκλονιστική σελίδα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας: την εκτέλεση 200 αγωνιστών την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, από τους Γερμανούς κατακτητές, ως αντίποινα για τη δράση της ελληνικής αντίστασης. «Ένα κινηματογραφικό «σημείωμα» μνήμης, σεμνότητας και αναστοχασμού, όπου η μυθοπλασία συναντά την ιστορία και τους ήρωές της» όπως σημειώνει η παραγωγή.

Η ταινία είναι ζόρικη από το πρώτο δευτερόλεπτο. Από τη σκηνή που η Χαρά βρίσκει το σημείωμα στο πουκάμισο του Ναπολέοντα, μέσα στο λάκκο, με τους ήχους των φτυαρισμάτων και τις φιγούρες των ζωντανών που θάβουν τους νεκρούς να κυριαρχούν. Για γερά στομάχια που λένε. Η ψυχολογία του μελλοθάνατου στις φυλακές των ναζί, η δίψα για ζωή, η προσδοκία της ελευθερίας, η ανατροπή που φέρνει το μαντάτο της εκτέλεσης, συνθέτουν ένα σκηνικό αρχαίας τραγωδίας. Είναι και ο ήχος της ποντιακής λύρας που μοιρολογεί διακριτικά και υπαινικτικά από τις πρώτες κιόλας σκηνές…

Ακόμη και η βάσανος του εκτελεστή είναι ένα σημείο που θίγει ο δημιουργός της ταινίας, δίνοντας το μήνυμα ότι σε ακραίες καταστάσεις όπως ήταν ο ναζισμός, ο άνθρωπος δοκιμάζεται, είτε ξετυλίγοντας τα ζωώδη ένστικτά του είτε αντιμετωπίζοντας αδυσώπητα ερωτήματα σχετικά με τις πράξεις και τις αποφάσεις του.

Και πάντα ένα γιατί. Γιατί ο άνθρωπος θα πρέπει να δοκιμάζεται τόσο σκληρά; Γιατί θα πρέπει η συμπεριφορά του να γίνεται ζωώδης;

Η ταινία έχει σφιχτό ρυθμό, κείμενο που δεν ξεχειλώνει, λίγα λόγια και καλά, πολύ ωραία φωτογραφία, μουσική υποβλητική και επιβλητική. Κορυφαία σκηνή ο χορός της φυλακής, ένας συρτός χανιώτικος περήφανος και μια σέρρα ποντιακή, χοροί της ζωής και του θανάτου. Επίσης, η σκηνή της εκτέλεσης ή μάλλον των εκτελέσεων, στο φινάλε, όπου θαρρείς ότι ο σκηνοθέτης θέλει να βάλει τους θεατές να ζήσουμε το βασανιστικό τελετουργικό της αποτρόπαιας εξολόθρευσης.

Προφανώς η ταινία έχει πολιτικά μηνύματα, αυτά που μπορούν να περάσουν από ένα μάθημα ιστορίας. Δεν παύει ωστόσο μια ταινία να είναι μυθοπλασία, όχι ντοκιμαντέρ. Και ως εκ τούτου να έχει την πολιτική ως αφετηρία και αφορμή, όχι ως κατακλείδα και συμπέρασμα.

Και κάτι ακόμη. Η ιστορία της Κατοχής είναι ζώσα ιστορία. Δεν έχουν πεθάνει όλοι όσοι την έζησαν. Είναι μνήμη, είναι μαρτυρία. Δεν απέχει καθόλου πολύ, όπως ατυχώς ειπώθηκε κατά τη συζήτηση προς την πρωταγωνίστρια, από τις ηλικίες των 20-25 ετών. Απλώς η αλλοτρίωση και η έλλειψη παιδείας μας κάνει να θεωρούμε στα σοβαρά ότι αυτά δεν μπορεί να συμβούν πια. Και, κυρίως, δεν μπορεί να συμβούν σ’ εμάς.

Αυτά, ως πρώτες σκόρπιες σκέψεις. Εύγε στον Παντελή Βούλγαρη και την ομάδα του. Μετά τη «Μικρά Αγγλία», άλλη μια συγκλονιστική ταινία, που νομίζω ότι έχει όλα τα εφόδια για μακρύ ταξίδι.



Post a new comment