ΚΑΘΕ 2 ΜΕΡΕΣ, 1 ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΑΝΑΓΚΗ Ή OVERDOSE;

18/04/2017
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ | Μία θεατρολόγος και μία ηθοποιός – παραγωγός σχολιάζουν τα στοιχεία που παρουσιάζει η thessnews

Γράφει ο Γιάννης Κεσσόπουλος

Κάποτε, ο τότε υπουργός Πολιτισμού συνέστησε έναν φορέα… ατζέντα για να συντονίζει την καλλιτεχνική παραγωγή της Θεσσαλονίκης, όχι τίποτε αλλά να μην πέφτει ο ένας πάνω στον άλλον και έχουμε π.χ. τρεις συναυλίες κορυφαίων το ίδιο βράδυ ή τέσσερις σημαντικές θεατρικές παραστάσεις την ίδια μέρα. Ο φορέας δεν λειτούργησε ποτέ έτσι, αποτέλεσε μηχανισμό ελέγχου κονδυλίων, αλλά νομίζω ότι η ιδέα ήταν χρήσιμη υπό την έννοια ότι θα αποτελούσε όχι ένα φραγμό αλλά ένα εργαλείο για τους παραγωγούς.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, χρόνια ευμάρειας και νεοπλουτισμού, το φαινόμενο της υπερπληθώρας εκδηλώσεων στη Θεσσαλονίκη εντάθηκε. Στα χρόνια της κρίσης, η τέχνη αναλαμβάνει το ρόλο της και έτσι τα ανεβάσματα στη σκηνή, θεατρικά και μουσικά, αυξήθηκαν. Ρόλος που γίνεται ανάγκη για έκφραση, για δημιουργία, για ψυχολογική στήριξη. Το μαρτυρούν και τα νούμερα ότι η θεατρική παραγωγή αγγίζει μεγάλους αριθμούς…

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) το 2015 ανέβηκαν 2.766 παραγωγές στα δημοτικά και κρατικά θέατρα και ορχήστρες, δόθηκαν 6.316 παραστάσεις και τις παρακολούθησαν 2.334.156 θεατές. Το 2014 ανέβηκαν 3.738 παραγωγές έναντι 1.264 το 2009 (προ κρίσης), ενώ οι παραγωγές από το 2005 μέχρι και το 2013 κυμαίνονταν περίπου στις 1.500 ανά έτος.

Σύμφωνα με καταγραφή, κατά τη χειμερινή περίοδο 2015-2016 στα θέατρα της Θεσσαλονίκης ανέβηκαν 140 παραστάσεις, δηλαδή περίπου μία παραγωγή ανά δύο ημέρες! Επίσης, μόνο κατά τη χειμερινή θεατρική περίοδο 2016-2017 λειτούργησαν στη Θεσσαλονίκη 31 θεατρικές σκηνές!

Το ερώτημα είναι αν όλη αυτή η κινητικότητα είναι κάτι καλό ή κάτι κακό, αν δηλαδή σημαίνει εκπτώσεις στην ποιότητα των παραγωγών, αν μοιράζει και μειώνει το θεατρόφιλο κοινό. Γιατί, αλήθεια, ποιος προλαβαίνει να παρακολουθήσει τόσες παραστάσεις κάθε χρόνο; Και, επίσης, κατά πόσο επηρεάζει ή θα επηρεάσει τον τρόπο και τον αριθμό των παραγωγών τόσο στα κρατικά όσο και στο ιδιωτικό θέατρο.

Η θεατρολόγος Ελπίδα Βιάννη και η ηθοποιός – σκηνοθέτης της ανεξάρτητης παραγωγής Δέσποινα Σαρόγλου, απάντησαν σχετικά με το θέμα:

ΕΛΠΙΔΑ ΒΙΑΝΝΗ
Το νέο θεατρικό τοπίο απαιτεί προβληματισμό

Το νέο αυτό θεατρικό τοπίο, που εκ πρώτης όψεως αποτελεί ένα θετικό πολιτισμικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, θέτει τις βάσεις για προβληματισμό μεταξύ των επαγγελματιών του χώρου, οι οποίοι καλούνται επιτακτικά όχι απλώς να ψυχανεμιστούν τις  προτιμήσεις του θεατρικού κοινού αλλά και να τις ικανοποιήσουν ουσιαστικά. Τι σημαίνει «θεατρικό κοινό» όμως; Ποιες είναι οι αναζητήσεις και οι προσδοκίες του και ποιος ο βαθμός ικανοποίησής του κάθε φορά; Δυστυχώς, όλοι νομίζουν ότι το ξέρουν χωρίς επιστημονικά εργαλεία.

Το έδαφος είναι πρόσφορο περισσότερο από ποτέ για να τεθεί ο θεατής στο επίκεντρο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το κοινό δεν αγοράζει προϊόντα ή υπηρεσίες, αλλά  την προσδοκία που ικανοποιεί μία ανάγκη του, θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον μία σχετική επιστημονική μελέτη που θα διερευνήσει τη διαδικασία παραγωγής και πρόσληψης του θεατρικού συμβάντος.

Επίσης πρέπει να υπάρχει στόχος. Τι θέλουμε να κάνουμε και γιατί; Tο γνωστό πρόβλημα απουσίας μακροπρόθεσμης πολιτιστικής πολιτικής. Το Θέατρο Στοά πχ είχε στόχο να αναδείξει τη νεοελληνική δραματουργία και τον υπηρέτησε πιστά. Η πειραματική σκηνή της τέχνης έφερε σε επαφή το κοινό με τη σύγχρονη δραματουργία. Σήμερα ποιος είναι ο στόχος; Το θέατρο είναι κοινωνικός καθρέφτης κι όπως όλη η κοινωνία έτσι κι εδώ δεν υπάρχει προσανατολισμός.

*Θεατρολόγος, Msc στην Πολιτιστική Διαχείριση

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΑΡΟΓΛΟΥ
Η καλλιτεχνική έκφραση είναι σήμερα ανάγκη…

Μιλάμε για τέχνη, μα η οικονομία παίρνει τη θέση του κυρίαρχου εξουσιαστικού οργάνου εκβιάζοντας μια κοινωνία να αναγνωρίζει μόνο το κόστος και ποτέ την αξία. Αποτέλεσμα της αδηφάγας κρίσης είναι και η υπερπληθώρα θεατρικών παραγωγών σε μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη με μεγάλη καλλιτεχνική κινητικότητα από πάντα, με μικρές όμως πια δυνατότητες απορρόφησης όλων αυτών των θεαμάτων. Οι καλλιτέχνες της πόλης ψάχνουν να βρουν τη δική τους δημιουργική φωνή, έκφραση, θέση και στάση στον καθημερινό χώρο και στη θεατρική σκηνή.

Πιστεύω ότι η καλλιτεχνική έκφραση και η διακίνηση ιδεών ειδικά μέσα σ’ αυτό το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο είναι ανάγκη. Είναι θετικό σε μια νεκρωμένη και ακινητοποιημένη χώρα να υπάρχουν φωνές. Οι θεατρικοί παραγωγοί θα πρέπει να αξιολογούν σοβαρά τα καλλιτεχνικά προϊόντα στοχεύοντας σε ένα κοινό που θα μάθει να αξιολογεί, θα είναι ενήμερο και ευαισθητοποιημένο. Είθε οι θεατές να διαθέτουν το χρήμα, τη γνώση και το κριτήριο να αξιολογήσουν και να στηρίξουν με προσοχή την  κάθε προσπάθεια. Γιατί «Η τέχνη μπορεί να μεγαλώσει την αμάθεια και μπορεί να μεγαλώσει και τη γνώση» μέσα στα άλλα σπουδαία που μπορεί, όπως λέει και ο Μπρεχτ.

*Ηθοποιός – σκηνοθέτης μέλος της εταιρείας θέατρου theatrAction

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα thessnews, φύλλο 8.4.2015



Post a new comment