«Αγωνιζόμαστε κύριε Πρόεδρε»…

0
570

meimarakis_papouliasΓράφει η Έλενα Χουσνή / [email protected]

Τάδε έφη ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης στην συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να προσθέσει αμέσως μετά ότι «η Βουλή είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης για να μπορέσει να ξεπεράσει όλα αυτά τα προβλήματα και τα αδιέξοδα». Μνημειώδης εξάλλου η αποστροφή του ότι η Βουλή «είναι ο ναός του διαλόγου». Δεν ξέρω λοιπόν από πού να ξεκινήσω την ανάλυση σε όλο το παραπάνω. Εάν, δηλαδή, υπάρχει τρόπος να αναλύσεις χωρίς να ψυχαναλυθείς πολιτικές δηλώσεις που μοιάζουν πιο τετριμμένες από το… τετριμμμένο παντελόνι του άστεγου, πιο υποκριτικές από το προβαρισμένο ταλέντο του καλού ηθοποιού, πιο αδυσώπητες από το βίαιο μίσος του μισαλλόδοξου και μισάνθρωπου, πιο τελεσίδικες από αυτό που έχουμε όλοι ονομάσει τέλος του πολιτικού μας συστήματος.

Μα, να` το σηκώνεται και ορθώνεται και πάλι. Το πολιτικό σύστημα εννοώ. Ένα πολιτικό σύστημα που, χωρίς το αντίστοιχο πολιτικό ανάστημα, ξεπροβάλλει μονάχα για να καταδικάσει ένα.. κομμάτι του. Η δολοφονία του άτυχου Φύσσα ήταν η θρυαλλίδα που έδωσε όμως ανάσα στον μαραζωμένο κοινοβουλευτισμό μας. Του έδωσε την απατηλή ψευδαίσθηση ότι μπορεί και πάλι να ελπίζει σε μια μερική δικαίωσή του. Γιατί; Γιατί εντοπίστηκε ο χειρότερος εαυτός του και καταδικάζεται συλλήβδην. Αυτό σημαίνει ότι πολεμώντας τον χειρότερο εαυτό του, δίνει παράταση ζωής στον.. κακό εαυτό του γιατί απλά είναι… καλύτερος εαυτός από τον χειρότερο.. εαυτό του. Και τι καταλαβαίνουμε τώρα από αυτό; Τίποτε.

Είναι μια απλή συνταγή που όμως απαιτεί περίπλοκα υλικά για να εκτελεστεί. Τόσο περίπλοκα που στο τέλος γίνεται από μόνη της τόσο πολυδαίδαλη κι αυτή (η συνταγή) που αποκλείεται να οδηγήσει σε κάτι που να.. τρώγεται. Αυτό λοιπόν που μας λένε οι εκπρόσωποι του πολιτικού μας συστήματος είναι ότι αφού υπάρχει μια «Χρυσή Αυγή» που βρίσκεται στο άκρο του πολιτικού συστήματος και συγκεντρώνει όλα τα βδελυρά χαρακτηριστικά του φασισμού, εμείς απαλλασσόμαστε από κάθε παρόμοια κατηγορία. Προκύπτουμε λευκοί σαν περιστέρες, απαλλαγέντες με «πολιτικό βούλευμα» από κάθε κατηγορία. Αυτό- αθωωνόμαστε δηλαδή γιατί απλά υπάρχουν και οι χειρότεροι. Και οι χειρότεροι κάνουν εμάς να φαινόμαστε καλύτεροι.

Άρα; Άρα παράταση. Ανοχής, ενοχής, μη αντίδρασης. Άρα προσανατολισμός της κοινής γνώμης προς τα εκεί και εμείς συνεχίζουμε το έργο που παίζουμε χωρίς… θεατές. Τους θεατές θέλουν να ξεφορτωθούν όχι το έργο. Γιατί το έργο είναι δικό τους παιδί. Το έχουν γράψει (ή συν – γράψει με άλλους), το έχουν αγαπήσει και θέλουν οπωσδήποτε να το δούν επί σκηνής. Και αφού ξέρουν ότι η πλατεία (του θεάτρου και αλλαχού) θα τους γιουχάρει απλώς ξεφορτώνονται τους θεατές και τους στέλνουν στον διπλανό, αποδεδειγμένα κακό, θίασο. Έτσι οι θεατές θα καταλάβουν ότι το δικό τους έργο είναι καλύτερο. Και έτσι η πλατεία (του θεάτρου και αλλαχού) θα τους γιουχάρει λιγότερο και ίσως κομμάτι της να πεί: Βρε μπας και τους αδίκησα; Μπας και;

Και έτσι για άλλη μια φορά το θέατρό τους ξεπερνά την πραγματικότητα και μένουμε εμείς ενεοί να ακούμε τον κ. Μεϊμαράκη να λέει το απίστευτο: «Αγωνιζόμαστε κύριε Πρόεδρε». Ναι, αλλά αγωνιάτε όσο εμείς; Αγωνίζεστε τον αγώνα τον καλό, τον έντιμο, τον αξιοπρεπή; Ε; Ε; «Ερχόμαστε;» Ή μήπως απλά «Έρχεστε» αλλά λίγο βραδύτερα και λίγο πιο συγκαλυμμένα από τον διπλανό θίασο;…

Προηγούμενο άρθροΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ / Καλημέρα με χρώματα!
Επόμενο άρθροΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ / Love Interruption από τον Jack White
Γεννήθηκα στις 8 Μαρτίου του 1973 ένα μεσημέρι μιας μάλλον κρύας ημέρας. Η γέννησή μου την ημέρα της γυναίκας θα έπρεπε, κατά την άποψη των άλλων, να με σημαδέψει με την ευθύνη να εκπροσωπήσω επάξια το «ασθενές φύλλο» στην αέναη μάχη του με το, υποτίθεται, ισχυρό. Η διαφορά είναι ότι εγώ ποτέ δεν πίστεψα σε αυτή την ευθύνη αλλά ούτε και σε αυτή τη μάχη. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κανείς δεν με προετοίμασε κατάλληλα για τα θέλω μου και έτσι αναγκάστηκα να τα «λουστώ». Η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Πέρασα λοιπόν από αυτά τα σκαλοπάτια, τα ανέβηκα με κόπο μέχρι ενός σημείου και στο πρώτο πλατύσκαλο κοίταξα πάνω και είδα ότι στην άνοδο με περιμένει… κατηφόρα. Κι έτσι έφυγα για να προστατεύσω την αγάπη μου. Έτσι γίνεται με τα μεγάλα πάθη. Πρέπει να τα εγκαταλείψεις για να τα κρατήσεις ανέπαφα και ακέραια στην καρδιά σου. Έκτοτε είχα την ευτυχία να βρω τον σύντροφο που με τρέφει με λέξεις και συναισθήματα καθημερινά. Κι έτσι οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα. Και μαζί με αυτές μια ανάγκη, που και που, να τις μοιράζομαι με εκείνους που δίνουν καθημερινά τη μάχη με άλλες λέξεις, τις δικές τους. Γιατί οι λέξεις είναι δυνατό πράγμα κι ας επιλέγουμε συχνά να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε, να αδιαφορούμε για την εξαγνιστική, την καθαρτική ιδιότητά τους. Το ThinkFree είναι για μένα ο πομπός και ο δέκτης αυτής της πεποίθησης. Και η ευκαιρία να ανταμώσω ξανά με ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί μου δυνατές λέξεις στο παρελθόν, όπως ο Γιάννης και η Ξανθούλα. Κι όσο ανταμώνουμε με τις λέξεις, ανταμώνουμε και με τους ανθρώπους. Και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.