«Ξυπόλητες στην άμμο»: η ζωή μια πνοή ανέμου…

0
536

ammosΓράφει ο Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος / [email protected]

«Ξυπόλητες στην άμμο», Ιουστίνη Φραγκούλη – Αργύρη

σελ. 416, εκδ. Αρμός, 2014

xipolitesammoΗ αθωότητα, η σκέψη και η μνήμη σηματοδοτούν τρεις διαφορετικές φάσεις του ανθρώπου. Η αθωωότητα στην παιδική ηλικία, που χάνεται όταν έρχεται η σκέψη κάπου στα 6-7, για να δώσει τη θέση της στη μνήμη κάπου στα 40 όταν αρχίζουμε για διάφορους λόγους να θυμόμαστε, να σκαλίζουμε και να ανακαλύπτουμε, να επιβεβαιώνουμε ή να αναθεωρούμε τελικά τις σχέσεις μας με πρόσωπα και καταστάσεις που μας διαμόρφωσαν.

Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου και το βασικό αντικείμενο που πραγματεύεται η Ιουστίνη Φραγκούλη στο μυθιστόρημα «Ξυπόλητες στην άμμο» (εκδ. Αρμός): η μνήμη. Κάπου σ’ αυτή την ηλικία βρίσκονται και οι έξι Λευκαδίτισσες που η πορεία της ζωής τις χώρισε όσον αφορά τη φυσικά τους παρουσία, ωστόσο η φιλία της εφηβείας έμεινε ζωντανή και δυνατή, θαρρείς προστατευμένη από τη φθορά της καθημερινότητας. Μια συνάντηση, ένα reunion, στο πάρτυ γενεθλίων της μίας από αυτές, της Τζούλιας, στο Μόντρεαλ του Καναδά, μακριά από την Ελλάδα, μακριά από τον τόπο των μικρών καθημερινών «εγκλημάτων» τους, εκεί όπου κανένα μάτι δε θα μας δει και κανένα αυτί δεν θα μας ακούσει, γίνεται το θέατρο των εξομολογήσεων για τις ζωές και τις σχέσεις τους με τους συζύγους και τις οικογένειές τους. Ένα πάρτυ που λειτουργεί ως καθαρτήριο για να «ομολογήσει» η καθεμιά πράγματα πρώτα στον εαυτό της, «μικρά προσωπικά δράματα» κρυμμένα έως τότε κάτω από το χαλί των κοινωνικών και προσωπικών συμβάσεων.

Θα κάνω μερικές επισημάνσεις αναγνωστικού χαρακτήρα, που πιστεύω ότι χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα της Ιουστίνης:

  • Όλα εξελίσσονται γύρω από την αυτοκτονία του πατέρα της Τζούλιας, μίας από τις φίλες της παρέας, την ημέρα της αποφοίτησης από το Λύκειο, στη μικρή κοινωνία της Λευκάδας. Ένα γεγονός που σημάδεψε την παρέα, ως βίωμα, όπως είναι φυσικό, αλλά και γιατί έγινε η αιτία μετανάστευσης της Τζούλιας στον Καναδά.
  • Κύριο στοιχείο της ιστορίας είναι η μνήμη με τις «αλεπάλληλες επιθέσεις» και η νοσταλγία, τόσο ως επιστροφή στην ιδιαίτερη πατρίδα όσο και ως ενατένιση της ανεπίστρεπτης νεότητας.
  • Κεντρικό ρόλο παίζουν η σχέση του παιδιού με τον πατέρα αλλά και με τη μάνα, που αναδεικνύει τα αρχετυπικά συμπλέγματα από τα οποία κανείς δεν μπορεί τελικά να αποδράσει, ο Καζαντζάκης, η κατάθλιψη, η γυναικεία φιλία, τα παπούτσια!
  • Μου άρεσε το εύρημα της συγγραφέως να ταυτίσει την ηλικιακή εξέλιξη τω γυναικών με τα παπούτσια: από τα ψηλά τακούνια της μετεφηβείας στα ξεκούραστα μοκασίνια πριν τα πρώτα «–ήντα» [«Ποιος θα το πίστευε πως θα καταλήγαμε στα ίσια παπούτσια»].
  • Είναι, επίσης, μία open mind προσέγγιση των σχέσεων μεταξύ των ζευγαριών. Παρουσιάζονται έξι διαφορετικές εκδοχές γάμων με διαφορετική αντιμετώπιση. Ένας γάμος – λιμάνι, ένας γάμος ανταγωνιστικός, ένας γάμος με κέρατο, ένας γάμος με αδιαφορία, ένας γάμος συμβατικός, ένας γάμος φρόνιμος με απροσδόκητη ανατροπή. «Κατακαθισμένοι γάμοι» όπως τους χαρακτηρίζει. Η Ιουστίνη βλέπει τη ζωή κατάματα και αντιλαμβάνεται ότι η ζωή δεν έχει μία και μόνη εκδοχή, αυτή που εμείς ζούμε στο μικρόκοσμό μας, αλλά όλα μπορεί να συμβούν κι όλα μέσα στη ζωή είναι. Φυσικά, οι προσεγγίσεις έχουν να κάνουν με αυτό που θα λέγαμε «ο κόσμος μέσα από τα μάτια των γυναικών», καθώς απουσιάζει η ανδρική εκδοχή των πραγμάτων.
  • Το μυθιστόρημα είναι κυρίως αφηγηματικό, με λόγο λακωνικό, που θυμίζει στέρεο δημοσιογραφικό λόγο. Είναι λίγες σχετικά οι «στάσεις» που η συγγραφέας ξετυλίγει το κουβάρι της σκέψης της μέσα από μονολόγους ή εξομολογήσεις. Κορυφαία στιγμή είναι το παραλήρημα πάνω από τον τάφο του πατέρα. Πάντως, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, θεωρώ ότι εκούσια ή ακούσια, μέσα από τις πολλές περιγραφές, η συγγραφέας αναδεικνύει μια κορυφαία καθημερινή αντίφαση: ότι μέσα στο τέλμα της συμβατικότητας τα πράγματα δεν είναι τόσο ήρεμα όσο ίσως φαίνονται, παλεύουν συναισθήματα, σκέψεις, αποδράσεις, εν τέλει πως η ζωή θα γίνει πραγματικά ζωή [«Γιατί είναι αληθινό μαρτύριο να ζεις και να κινείσαι από συνήθεια» από το σημείωμα του πατρός].
  • Μέσα στην καταιγιστική αφήγηση, η συγγραφέας βρίσκει τρόπο και χώρο για να θίξει ή να σχολιάσει θέματα όπως η ελαφρότητα της ελληνικής τηλεόρασης, η ελληνική δημοσιογραφία, η ενδοοικογενειακή βία, ο έρωτας, ο συζυγικός καυγάς μέσα από διαλόγους που μοιάζουν… προκάτ – καθρέφτης, η διάσταση στη σχέση ενός ζευγαριού, οι νεανικοί και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες και το πώς σημαδεύουν το είναι μας, ο καρκίνος και η ολική αφαίρεση ζωτικών οργάνων όπως η μήτρα για μία γυναίκα, η ελληνική γλώσσα και η αξία της (η λέξη λαλιά που χρησιμοποιεί παραπέμπει στον Ελύτη «τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική» και κυρίως στο Σαββόπουλο και στη φωνή τη Μπέλλου «η τρομερή μας η λαλιά»), οι γενέθλιοι τόποι «που άλλαξαν χρώμα» λόγω του τουρισμού, της ανοικοδόμησης και της εμπορευματοποίησης, ο θάνατος, οι κληρονομικές διαφορές, η ψυχική ασθένεια, η ψυχοθεραπεία, η αυτοκτονία.
  • Μέσα από τις περιγραφές μας δίνει κάποιες δυνατές εικόνες, όπως οι επισκέψεις της κυρά Κώσταινας, το βράσιμο του καφέ ή η κηδεία της μητέρας της Έμυς, καθώς επίσης ξεπροβάλλουν τα ήθη της επαρχίας, καλά και όχι καλά [«Ήθελε πάντα να επιδεικνύει τον άντρα και την κόρη της στην τοπική κοινωνία, ενισχύοντας έτσι την αυτοπεποίθησή της αλλά εισπράττοντας παράλληλα την επιβεβαίωση της κοινωνικής της  θέσης»]. Δείχνει δηλαδή πως σκέφτεται ένας «εγκλωβισμένος» στην ασφυκτική κοινωνία της ελληνικής επαρχίας.

Προσωπικά, αν διάβαζα το βιβλίο αυτό πριν από κάποια χρόνια, όλα αυτά θα μου φαινόταν πιο πολύ σενάρια φαντασίας μιας ταλαντούχου συγγραφέως. Όμως μιλώντας μέσα από προσωπικές εμπειρίες και τις εμπειρίες των άλλων γύρω μου, μπορώ πια να πω ότι όταν συμβαίνει κάτι δυνατό στη ζωή μας, μια μεγάλη αναταραχή, κάτι αναπάντεχο, μια αποκάλυψη, αυτό τελικά γίνεται η αφορμή για να γυρίσουμε πίσω, να σκεφτούμε, να μιλήσουμε, να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με πρόσωπα και καταστάσεις. Να πούμε πράγματα για πρώτη φορά, με τον εαυτό μας, με τον πατέρα μας, με τα αδέλφια μας, με τους φίλους μας, να αντιληφθούμε ότι δεν συμβαίνουν αυτά μόνο στο δικό μας «κελί», ότι ακόμη και οι «καλύτερες οικογένειες» έχουν το δικό τους μυστικό. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ακόμη κι αν υπάρχουν «πληγές που δεν κλείνουν, είναι συρίγγια, που τρέχουν διαρκώς», όπως γράφει πολύ δυνατά η Ιουστίνη, όλα αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ζωή. Ζωή που δεν έχει μόνο μία εκδοχή, αυτή που εμείς βιώσαμε ή βιώνουμε. Και ίσως να γίνουμε λίγο πιο επιεικείς με όσους έκαναν διαφορετικές επιλογές από εμάς ή ακολούθησαν άλλους δρόμους ή είχαν άλλη τύχη από εμάς. Πιο ανθρώπινοι, καθώς είναι πιο εύκολο να επικρίνεις παρά να κατανοείς. Και, εν τέλει, να πορευθούμε με μια βεβαιότητα που έρχεται από το θησαυροφυλάκιο της λαϊκής σοφίας και το αναφέρουν και οι «Ξυπόλητες στην άμμο», ότι δηλαδή «η ζωή δεν είναι αποταμιεύσεις κι επενδύσεις, αλλά μια πνοή ανέμου».

 

*Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του μυθιστορήματος «Ξυπόλητες στην άμμο» στον Ιανό Θεσσαλονίκης, τη Δευτέρα 2/6.

 

Προηγούμενο άρθροΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΥΖΗΤΟΥΝ 2 / Ο Χρήστος Μπουρονίκος συζητά με τη Δ. Κοντελετζίδου
Επόμενο άρθροΟ κύκλος των χαμένων εννοιών
Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία από μεράκι. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη (πολιτιστικός ρεπόρτερ, προϊστάμενος πολιτιστικού, συντάκτης ύλης πολιτικού, αρθρογράφος). Και διευθυντή τον αείμνηστο Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως πολιτιστικός συντάκτης κι έπειτα η free press «Karfitsa» στην οποία εργάστηκα ως διευθυντής από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Από το Μάιο 2016 ως τον Μάρτιο 2018 αρθρογράφος στη thessnews. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, γραφείο Τύπου σε δύσκολες μάχες (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, Δήμος Δέλτα) και λογογράφος λόγων κρίσιμων. Σταθερά, από την πρώτη του μέρα, στο thinkfree.gr, καταφύγιο λέξεων και σκέψεων. Καταφύγιο δημιουργικότητας στην εποχή που ο χώρος των ΜΜΕ έχει διαλυθεί και τα πάντα αμφισβητούνται. Καταφύγιο αξιοπιστίας και αλήθειας στην εποχή των fake news και του κιτρινισμού. https://www.facebook.com/gkessopoulos

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.