Άξον κι ατό…

0
753

Γράφει η Έλενα Αρτζανίδου / Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας / [email protected]

 

Κλείνω το βιβλίο από τη μαρτυρία του Παντελή Αναστασιάδη, (ΠΑΝΤΕΛ-ΑΓΑ) Καπετάνιου του Ποντιακού Αντάρτικου, «Μνήμες του ποντιακού Έπους 1913-1922», ένα ακόμη βιβλίο που στοχεύει στην ανάδειξη του εγκλήματος της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και κυρίως της αντίστασής τους. Από τη μαρτυρία του Παντέλ-Αγά, που κατέγραψε ο ίδιος και σήμερα δε ζει την περίοδο 1962-1965 στο Ποντολίβαδο Καβάλας, μπορούν οι νεότεροι να μάθουν, αλλά και να μεταφερθούν από την ζωντανή περιγραφή και τα λεπτομερή στοιχεία του στα ορμάνια και στις περιοχές της Σαμψούντας, Πάφρας, Έρπας και Αμασείας. Αλλά και να μάθει για την αντίσταση των παλικαριών στη βία των Νεότουρκων, στον αγώνα τους μέχρι που φτάσουν στην Ελλάδα.
Κλείνω το βιβλίο και φέρνω στη μνήμη μου τη γνώριμη μορφή της γιαγιάς μου από την Ορντού, ενώ στα αυτιά μου θαρρώ πως ακούω τη φωνή της, και όμως εκείνη δεν είναι εδώ, δώδεκα χρόνια πριν προτίμησε να ταξιδέψει στους ουρανούς και να μου αφήσει όμως για πάντα τις ιστορίες της, παρηγοριά και χρέος.
«Έλενη, κάθκα αδακά, θα λέγωσε κατ».
Ωχ! Σκέφτομαι πως πάλι η γιαγιά θα με στριμώξει για να μου διηγηθεί κάποιες από τις παλιές της ιστορίες από την πατρίδα. Κάνω να αντιδράσω με τη δικαιολογία πως τις έχω ξανακούσει.
«Έλα πούλιμ, άξον και ατό, κι πασάτο τ’ άλλ την φορήν».
Ευτυχώς σίμωσα κοντά της και έγινα μάρτυρας μιας ακόμη ιστορίας από τη δική της αλησμόνητη πατρίδα.
«Η Ορντού ήταν πολύ όμορφη. Νερά, λεύκες στόλιζαν τον τόπο. Γυναίκες και άντρες ερωτεύονταν. Παιδιά ερχόταν στη ζωή. Διασκεδάζαμε, δουλεύαμε και οι Τουρκάντ’ ζούσαν κοντά μας. Φιλικοί και ήσυχοι όλα τα χρόνια που θυμάμαι. Ώσπου ένα πρωινό αρκετές μέρες πριν μαυρίσει ο ουρανός και η πόλη πνιγεί από τις κραυγές και το κλάμα, ο θείος μου με έστειλε μαζί με τον αδερφό μου να βοσκήσω το κοπάδι μας. Το είχα ξανακάνει. Απομακρυνθήκαμε από το χωριό και ανεβήκαμε στο λόφο. Κόντευε μεσημέρι όταν είδα ξαφνικά πέντε άγνωστους να μας πλησιάζουν κα να μας κυκλώνουν. Οι φωνές μας δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε κανέναν από τους δικούς μιας και ήμασταν μακριά, έτσι μας άρπαξαν και γρήγορα μας απομάκρυναν με το κοπάδι. Τρέμαμε όταν μας πέταξαν σε βαθύ χαντάκι. Ο Μικρός κόλλησε στην αγκαλιά μου και δε σταμάτησε να κλαίει μέχρι που ακούσαμε πάλι τις δυνατές φωνές τους. Θυμάμαι μέχρι και τώρα τα λόγια τους καθώς οι Τούρκοι που μας άρπαξαν μάλωναν για την τύχη μας. Ένας μόνο από όλους δε συμφωνούσε με τους υπόλοιπους.
«Πήραμε το κοπάδι, τα παιδιά πρέπει να τα εξαφανίσουμε».
«Μα τι μας έκαναν, ας τα αφήσουμε», έλεγε ο υπερασπιστής μας.
«Νωρίς το πρωί πριν φύγουμε με τα ζωντανά θα τελειώνουμε με τα τζαναβάρια».
Αυτό το τελευταίο τους έκανε να μαλώσουν. Τελικά κάποια στιγμή σώπασαν.
«Να δεις πως θα μας σκοτώσουν» μου ψιθύρισε ο Μικρός και ξέσπασε σε βουβό κλάμα. Το έσφιξα στην αγκαλιά μου και έκλαψα μαζί του μέχρι που «Έλενη έρθεν ο φέγγον και κοιμέθαμεν».
Την επόμενη μέρα μας ξύπνησαν δυνατές κραυγές. Στην αρχή πίστεψα πως ήταν οι άγνωστοι, όμως όταν οι φωνές πλησίασαν κατάλαβα μαζί και Μικρός πως ήταν οι δικοί μας που μας αναζητούσαν. Αργότερα και όταν μας έβγαλαν οι δικοί μας μάθαμε πως τους είχαν πιάσει στον ύπνο και ο ένας από τους πέντε έδειξε που μας είχαν κρύψει. Ήταν ο υπερασπιστής μας.
Μέρες μετά ξεκίνησε το κακό με τους Τούρκους να καίνε και να σφάζουν κάθε δικό μας άνθρωπο. Η τύχη αυτή τη φορά, Έ-λενη δε θα ήταν μαζί μου. Λίγες μέρες αργότερα θα έχανα την πατρίδα, τη μάνα, τη μεγάλη μου αδερφή για πάντα και τον Μικρό».
«Ναι, όμως, γιαγιά σου υπόσχομαι πως η ιστορία σου από την Ορντού, αυτή και άλλες που μου έχεις εμπιστευτεί δεν θα χαθεί», της υποσχέθηκα «θα την κουβαλώ στη μνήμη μου και θα τη διηγούμαι στα δικά μας παιδιά αλλά και στους άλλους που θα ακολουθήσουν».
*Πριν η γιαγιά η Μαρίκα πεθάνει ήμουν μόνη μαζί της στο μικρό δωματιάκι καθώς ψυχορραγούσε. Θυμάμαι που άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε μετά με όση δύναμη διέθετε μου ζήτησε:
«Έ-λενη θέλω να σκούμε», μου είπε ικετευτικά, αλλά ήξερα πως δεν μπορούσε να σταθεί και πολύ περισσότερο να περπατήσει. Η επιμονή της με έπεισε και τη σήκωσα
«Θέλω να ελέπω οξουκά. Να λέπω την πατρίδα μ’», μου είπε και κοίταξε από το παραθυράκι, έμεινα να την κρατώ ακίνητη και αδύναμη να την μεταφέρω πίσω στο κρεβάτι…
«Την πατρίδα πούλιμ». Δυο μέρες μετά πέθανε.

*Η ιστορία της γιαγιάς πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», στις 17 Μαΐου 2004. Η εισαγωγή είναι καινούργια αλλά και στην ιστορία της γιαγιάς έγιναν κάποιες βελτιώσεις, ενώ η δική μου μαρτυρία στο τέλος είναι καινούργια. Τα όποια λάθη στη διατύπωση των Ποντιακών εκφράσεων δεκτά μιας και δεν ξέρω να γράφω και πολύ περισσότερο να καταλαβαίνω τον γραπτό ποντιακό λόγο.

Προηγούμενο άρθροΓενοκτονία των Ποντίων: για να μην ξεχνάμε…
Επόμενο άρθροΒιταμίνες: Ποιος είναι ο ρόλος τους στην υγεία και στην διατροφή; (μέρος 2ο)
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.