Γιάννης Μπέζος: «Εγώ θα ήθελα να καταλάβουμε τί ακριβώς είμαστε. Δεν γνωρίζουμε το παρελθόν μας»

0
1009

mpezos1

Συνέντευξη στην Ελένη Σκάρπου / [email protected], f/b Eleni Skarpou, eliaskarpou.blogspot.gr

Τόπος: Ποιος νοιάζεται για τα σημεία, όταν οι αλήθειες των ανθρώπων… γίνονται πατρίδες;

Χρόνος: Μια Τετάρτη απόγευμα… γιατί αυτά τα ραντεβού θέλουν πολύ φως, καθαρό μυαλό και γεμάτο στομάχι.

Σκοπός: Να βρω τον Γιάννη Μπέζο σε φάση κλειδί… και να τον «ξεκλειδώσω» επιτέλους.

Αναρωτήθηκα για μια ακόμη φορά… τι κάνει τους ανθρώπους αγαπητούς; Τι κάνει τους καλλιτέχνες αποδεχτούς; Τι κάνει τους ηθοποιούς κομμάτι της ζωής μας; Την απάντησή μου την πήρα μετά από μια μεγάλη κουβέντα που έκανα μαζί του και μάλιστα με τον πιο αυθόρμητο τρόπο. Η αυθεντικότητα. Αυθεντικός λοιπόν, καθόλου τετριμμένος, καυστικός –και όχι με το γάντι- με το κωμικό στοιχείο ως προέκταση του εαυτού του, σαφέστατα με διαφορετικές απόψεις πάνω στην τέχνη και την κοινωνία και με το σκηνοθετικό του πινέλο παραμάσχαλα, ο Γιάννης Μπέζος άνοιξε τα χαρτιά του κι εγώ απλώς έβαλα στον ειρμό του παρακλάδια από επαγγελματική διαστροφή. Αφορμή; Η μετάβασή του αυτό το καλοκαίρι από την ηθοποιία στην σκηνοθεσία, παρασύροντάς μας στα συγγραφικά κιτάπια του Αλέκου Σακελλάριου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου, μέσα από την κωμωδία «Υπάρχει φιλότιμο». Θα απολαύσουμε το αποτέλσμα και τους ηθοποιούς του στις 28 Αυγούστου στο Ανοικτό Θέατρο Συκεών. Και κάπως έτσι άρχισαν όλα. «Ήταν μια επιλογή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κρήτης… εμένα απλώς μου προτάθηκε να σκηνοθετήσω. Είναι ένα κομμάτι της δουλειάς μας κι αυτό, είναι κάτι που με ενδιαφέρει» μου λέει και μου δηλώνει πως η σκηνοθεσία δεν τον μπερδεύει, ούτε χρειάζεται να απομονώνει την ιδιότητα του ηθοποιού προκειμένου να την εξασκήσει. Κι αν έχει γεμίσει ο τόπος από σκηνοθέτες, ο ίδιος επικεντρώνεται στην ουσία: «Ανάλογα με το έμψυχο υλικό που έχεις, τους ηθοποιούς σου δηλαδή, προσπαθείς να παίρνεις ό,τι καλύτερο από τον καθένα και να δίνεις φυσικά ό,τι καλύτερο». Σε μένα έδωσε τον χρόνο του και μια σειρά από σκέψεις που ξεφεύγουν από τα κλισέ του χώρου στον οποίο δρα και δημιουργεί.

filotimo

«Υπάρχει φιλότιμο»… δυστυχώς με πολλές αναφορές στο σήμερα

Σε μια κωμωδία που φωτογραφίζει έναν υπουργό προδικτατορικής κυβέρνησης, τις πελατειακές σχέσεις, τους παρατρεχάμενους που πάντα θέλουν ν’ αρπάξουν κάτι από την «πίτα» και τα προβλήματα του λαού που αυξάνονται και πληθύνονται, αυτό που μένει… είναι η αίσθηση μιας πολιτικο-κοινωνικής κατάστασης που διαιωνίζεται. Και μη μου πείτε ότι δεν σας λέει τίποτα το όνομα Μαυρογιαλούρος, από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο; «Αυτό το έργο πρωτοπαίχτηκε το 1940 με τίτλο “Ανώμαλη προσγείωση” από το θέατρο του Καρόλου Κουν και ως “Υπάρχει φιλότιμο” επανήλθε το 1964-65 από τον θίασο του Λάμπρου Κωνσταντάρα. Έχει ένα πολλαπλό ενδιαφέρον, πέρα από το πολιτικό. Είναι τραγικά επίκαιρο. Αυτό είναι καλό για τους καλλιτέχνες… τραγικό για την κοινωνία. Δε έχουν αλλάξει τα πράγματα και δεν πρόκειται να αλλάξουν εύκολα, γιατί είναι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής από πίσω. Αυτό δηλαδή που πραγματεύεται -αφήστε την αφέλεια, τη διαπλοκή, την αδιαφάνεια- έχει να κάνει με μια συνενοχή από την πλευρά των διοικουμένων κι από τον κόσμο, πράγμα που συμβαίνει και στις μέρες μας. Όλα αυτά βέβαια είναι μέσα σε ένα χώρο κωμικό, που ήδη όμως έχει δημιουργήσει αντιδράσεις στον πολιτικό κόσμο -από την αριστερά και την δεξιά» μου επισημαίνει. Αυτή η επισήμανση μου προκάλεσε θλίψη ξανά και ξανά και λίγη ανακούφιση στο τέλος, που έστω ο θεατρικός πέλεκυς πέφτει κάποτε βαρύς στα αυτιά των ιθυνόντων. Και μιλώντας για ιθύνοντες πέσαμε πάνω στην κινητικότητα, τα δημοσιονομικά χρέη και την ευρύτερη συγκυρία για να μάθω από πρώτο χέρι επιτέλους πως ακούγονται και πόσο στοιχίζουν σε έναν Έλληνα που θέλει να δημιουργήσει. «Η κρίση μας θρέφει εμάς. Είναι μάλλον ένας χώρος που μπορεί να κινηθεί κανείς πιο εύκολα. Οι δυσκολίες αιμοδοτούσαν πάντα την τέχνη. Δεν χρειάζεται να το πω εγώ ότι υπάρχει μια δοκιμασία. Αυτό που με κάνει να αισθάνομαι αμήχανα και με ενοχλεί είναι πως μαζί με αυτούς που πρέπει να κλαίνε… κλαίνε και κάποιοι που δεν θα έπρεπε». Αυτή του την αμηχανία και την ενόχληση την εκφράζει ο Γιάννης Μπέζος μέσα από τη δουλειά και τη δημόσια εικόνα του, δίχως να επιμένει σε ένα στιλιζαρισμένο καλοσυνάτο προφίλ. «Κάνω αυτό που πιστεύω και που λέει η καρδιά μου. Αν είσαι σε όλους αγαπητός κάτι δεν γίνεται σωστά». Γι’ αυτόν η διαφορετικότητα έχει μεγάλη σημασία. «Στην χώρα μας, μας τρομάζει η διαφορετικότητα. Όλοι ασχολούνται με τη διαφορετικότητα. Όχι μόνο στο κομμάτι του ρατσισμού. Μας αρέσει να βαφτίζουμε τα πράγματα». Μιλούσε, μιλούσε, μιλούσε… και δεν ήθελα με τίποτα να τον διακόψω, γιατί είχα να μάθω πολλά από εκείνον στα λεπτά που μας απέμεναν.

Και το μαγικό φίλτρο μας;

Κολλημένη σ’ εκείνο το στιχάκι του Σαββόπουλου που λέει «… κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει, είναι π’ ονειρεύομαι σαν τον καραγκιόζη…» αναζήτησα ανάμεσα στα λόγια του Γιάννη Μπέζου ένα παιδικό μαγικό ξόρκι, που θα φάνταζε ιδεατό για μια στροφή 360 μοιρών από τα κακά. Αντ’ αυτού εκείνος επέλεξε κάτι πιο χειροπιαστό και πιο αποδοτικό. «Το θέμα της παιδείας –με την ευρεία έννοια- από το δημοτικό κιόλας… θα ήταν μια λύση. Να μάθει το παιδί να σκέφτεται, να καταλάβει ότι δεν είναι μόνο του στον πλανήτη κι ότι δεν είναι το κέντρο του κόσμου επίσης. Αλλά αυτά γίνονται σε βάθος χρόνου κι εμείς δεν έχουμε υπομονή». Πόσο δίκιο; Μα πόσο δίκιο; Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα πάντως, ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης μοιράστηκε μαζί μου τον τρόπο που βλέπει τη ροή της ζωής μας πια. «Τώρα που περνάει λίγο ο καιρός μέσα σε αυτή την ταραχή, οι κινήσεις ακουμπούν πιο πολύ στην λογική». Οι αντιδράσεις και τα συλλαλητήρια δεν του αρέσουν όταν δεν υπάρχει καμία βάση για να αλλάξουν τα πράγματα, πράγμα δύσκολο όπως μου εξηγεί, αφού καθένας από εμάς έχει το δικό του όραμα γι’ αυτή την αλλαγή. «Θα πρέπει να υπάρχουν αντιδράσεις, όταν έχουν μια βάση και όχι να γίνονται συνθήματα. Εγώ θα ήθελα να καταλάβουμε τι ακριβώς είμαστε. Δεν γνωρίζουμε το παρελθόν μας. Δεν το ξέρουμε. Καλό θα ήταν οι καθηγητές να αντιδρούν γι’ αυτά τα πράγματα και η ΟΛΜΕ να κάνει καμιά πορεία για τα οπλοστάσια που βρέθηκαν στο Πολυτεχνείο». Ναι, ξαφνικά έχουμε αποπροσανατολιστεί τόσο πολύ, που εστιάζουμε στο δέντρο και χάνουμε το δάσος. Λίγο παραπέρα πάντως μπήκαμε ολόκληροι σε αυτό το παρελθόν πιάνοντας τα κλασικά, με τον Παπαδιαμάντη να κορυφώνει την συζήτηση περί ελληνικής ανεξαρτησίας. Θα μπορούσε κανείς να πει πως το παλιό αποτελεί για εκείνον έμπνευση. «Όλο αυτό έχει να κάνει και με την αισθητική μου και με την παιδεία μου και με την δουλειά μου. Το παλιό δεν έχει χρονολογίες. Δεν είναι ξεπερασμένο. Θεωρείται ξεπερασμένο από τη στιγμή που δεν το γνωρίζουμε. Κι επειδή είμαστε αγράμματοι επιλέγουμε τα πιο μοντέρνα». Για τον Γιάννη Μπέζο ο Σολωμός είναι πιο μοντέρνος κι από συγγραφείς και ποιητές με αριστερές καταβολές, νεωτεριστές και σύγχρονους δημιουργούς.

mpezos2

Με ορίζοντες ανοιχτούς στα καλύτερα και νέα σειρά στα σκαριά…

Μπορεί η συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κρήτης να του είναι ευχάριστη και πολύ δημιουργική, αλλά τον εαυτό του στην παρούσα φάση δεν τον φαντάζεται να ηγείται κάποιου δημοτικού περιφερειακού θεάτρου. «Δεν είναι αυτή τη στιγμή στον ορίζοντα μου. Καλλιτεχνικά έχω να κάνω πολλά. Η θέση σε ένα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ είναι διοικητική, πολιτική, τεχνοκρατική κι εγώ είμαι ακατάλληλος για τέτοια πράγματα. Είμαι πολύ συγκεντρωτικός κι επειδή όλοι έχουν άποψη για την τέχνη… δεν μπορώ να λογοδοτώ παντού. Μερικές φορές χρειάζεται να γίνεται κανείς και ο κακός της υπόθεσης» μου λέει με ειλικρίνεια και απόλυτη συνείδηση πάνω στο πως θέλει να λειτουργεί στη δουλειά του. Σίγουρα αυτά που ακολουθούν είναι αρκετά και αξιόλογα, αφού μετά από το «Υπάρχει φιλότιμο» έρχεται μια συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο στον «Φιλάργυρο» κι ένας πρωταγωνιστικός ρόλος σε κωμική σειρά του Mega με τίτλο «Το σπίτι της Έμμα». Όσο για τις καλοκαιρινές επαναλήψεις των σήριαλ στα οποία έχει πρωταγωνιστήσει κατά καιρούς με μεγάλη επιτυχία –«Ευτυχισμένοι μαζί», «Άκρως οικογενειακόν», «Κλινική περίπτωση», «Ήρθε κι έδεσε» κα- δεν φαίνεται να θλίβεται. «Δεν με θλίβει που επαναλαμβάνονται. Είναι η παρέα του τηλεθεατή. Ας αφήσουμε τους τηλεθεατές των πόλεων και ας πάρουμε την Ελλάδα της περιφέρειας, που δεν μπορεί να βγει έξω και κάθεται σπίτι. Θα πρέπει εκείνη την ώρα να δει κάτι. Αυτή είναι πολύ μεγάλη ευθύνη για μένα» σημειώνει, χωρίς να στέκεται στο γεγονός πως οι επαναλήψεις δίνουν και παίρνουν, γιατί δεν υπάρχει καινούριο υλικό στην tv. Κι αν πολλοί συνάδελφοι του υποστηρίζουν συχνά πως η παρούσα κατάσταση στην τηλεόραση καταπνίγει τις ιδέες των ανθρώπων που θέλουν να εξελίξουν τη δουλειά και την τέχνη τους, εκείνος έχει αντίθετη γνώμη. Όπως μου λέει λίγο μετά… «οι ιδέες δεν καταστρέφονται, η προσωπική μας ζωή καταστρέφεται. Με τη δουλειά του κανείς μπορεί να υπερασπιστεί τις ιδέες του και ας μη μιλάμε μόνο για τηλεόραση, θέατρο, τέχνη… αυτά απλώς εμπεριέχουν εμάς» καταλήγει. «Όταν κάποιος άνθρωπος βλέπει εμένα στην τηλεόραση, δεν βλέπει τόσο τις ικανότητες της υποκριτικής. Βλέπει τι κάνω τις υπόλοιπες μέρες της ζωής μου. Βλέπει πόσο σοβαρός είμαι, αν κάνω αυτά που λέω». Αυτή η ταύτιση κατά την γνώμη του είναι ισορροπημένη και δημιουργεί στον θεατή έναν όμορφο κόσμο, ένα παραμύθι υπό συγκεκριμένες συνθήκες: «Αυτό για να το πετύχεις πρέπει να έχεις και μια κανονική ζωή. Άλλωστε είναι πιο σημαντική η ζωή από την τέχνη». Αυτή η τελευταία του φράση σφράγισε και την συνομιλία μας, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για προβληματισμούς. Γιατί τι λόγο έχουν αυτές οι συναντήσεις, αν δεν σου δώσουν ένα νέο κίνητρο για περισυλλογή και πρωτόγνωρα «ταξίδια»; Γιατί τι λόγο έχει η τέχνη, αν δεν πηγάζει από τα βιώματα και δεν προτίθεται να μεταβεί στην προσωπική σφαίρα του καθενός μας με ιδιαίτερο τρόπο;

 

Info:

 «Υπάρχει και φιλότιμο» των Α.Σακελλάριου – Χ.Γιαννακόπουλου

ΤΕΤΑΡΤΗ 28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΑΝΟΙΧΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΥΚΕΩΝ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

 

Σκηνοθεσία : Γιάννης Μπέζος

Σκηνικά-Κοστούμια-Φωτισμοί: Αντώνης Χαλκιάς

Βοηθός Σκηνοθέτη: Δάφνη Σταυροπούλου

 

ΠΑΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΡΤΣΑΛΑΚΗΣ: Ανδρέας Μαυρογιαλούρος
ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΜΑΤΘΑΙΟΥ: Θόδωρος Γκρουέζας
ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΙΣΚΑΔΟΥΡΑΚΗΣ: Γιώργος, ο ιδιαίτερος
ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Πανάγος
ΕΥΓΕΝΙΑ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ: Αλίκη Μαυρογιαλούρου

ΜΑΝΩΛΗΣ ΣΟΡΜΑΪΝΗΣ: Κώστας Σιλυβριώτης
ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΔΑΚΗ: Νάντα Μαυρογιαλούρου

ΝΙΚΟΣ ΣΚΟΥΛΑΣ: Σωτήρης

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΝΑΚΑ:  Λάμπαινα

ΕΛΕΝΗ ΤΣΙΜΠΡΙΚΙΔΟΥ: Λώρα Σιλυβριώτη-Κατίνα

ΗΛΙΑΣ ΜΙΧΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ:  Σωφέρ

 

Προηγούμενο άρθροΣεμινάριο προετοιμασίας για εισαγωγή στις δραματικές σχολές
Επόμενο άρθροΤο Θέατρο Κήπου φιλοξενεί “Το γάλα” με την Άννα Βαγενά
Σίγουρα από κάπου ξεκίνησα και σίγουρα κάπου θα φτάσω. Οι φίλοι μου λένε ότι δεν έχω έναν προορισμό, αλλά πολλούς γιατί όλο κάπου είμαι κι όλο κάτι κάνω. Εγώ λέω πως κάνω αυτό που μου αρέσει… σκέφτομαι και λειτουργώ ελεύθερα. Στον 1055 Rock, 19.00-22.00 από Δευτέρα έως Παρασκευή με μουσική που «σκαλώνει» στα αυτιά αλύπητα και έντονα. Ολημερίς κι ολονυχτίς στην «υπηρεσία» του thinkfree.gr που θυμίζει τον γύρο της Καραϊβικής με βανάκι και ρουφηξιές από cuba libre! Μέχρι τώρα άρθρα μπόλικα, τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή, ραδιόφωνο και τηλεόραση σε σαλονικιώτικο επίπεδο και πολλές γεύσεις από παρεΐστικες δουλειές. Το πιο φωτεινό μου σημείο… η καταγωγή μου (Αγιά-Πάργας). Το πιο μελανό μου σημείο… Γιατί δεν ρωτάμε τον Τσακ Νόρις που βλέπει πίσω από τα προφανή;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.