Γιγαντιαίο σαλαμάκι

0
965

oneiraΤΑ ΜΑΥΡΑ ΣΤΡΟΥΜΦ Γράφει ο Βαγγέλης Γεωργάκης / λογοτέχνης

Όλη νύχτα έβλεπα φρικιαστικά όνειρα σαν το φαγητό που έφαγα να περιείχε μπαχαρικό που πάνω του έγραφε: ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ.

Στην αρχή ήμουν σε ένα πύργο που νόμιζα μπορούσα να πιάσω και να δω, να απειλήσω ο φτωχός, αόρατα και μη απτά φαντάσματα. Στην αρχή, ναι. Μετά το όνειρο στράβωσε, σαν σκουριασμένη σιδεριά. Πολλά φαντάσματα ξεφύτρωσαν από διάφορες μεριές και μου επιτεθήκαν. Ήταν μία γεροντοκόρη καταρχάς με κοτσίδες σαν του Αστερίξ και πρόσωπο σαν του Οβελίξ. Κατάλαβα αμέσως γιατί δεν παντρεύτηκε, το όνειρο δυσκόλευε. Ένα κουτσό αγόρι έπειτα με ουδέτερο πρόσωπο και ένας αδύνατος κύριος που δεν είχε πρόσωπο, αλλά μόνο ένα περίγραμμα. Μια κοπέλα επίσης που φαινόταν αληθινή, σαν να μην έχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Με κάποιο τρόπο με ακινητοποίησαν. Ένοιωθα να είμαι ένα γιγάντιο ρολό σαλάμι και τα φαντάσματα γύρω με χλεύαζαν και με περιγελούσαν.

«Χα, χα, χα! Αφήστε τον για μετά, αφήστε τον για μετά!» λέγανε.

Μετά, μετά; Τι θα συνέβαινε μετά;

Αποφάσισα να κάνω το κορόιδο και να μην κουνιέμαι και πολύ γιατί αυτό εκνεύριζε τα φαντάσματα. Μετά, ευτυχώς ξύπνησα. Σηκώθηκα να φτιάξω καφέ και τότε διέκρινα κάτι άκρως ανησυχητικό. Η ετικέτα της κάππαρης είχε αντικατασταθεί από ένα αυτοκόλλητο που πάνω του έγραφε: ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Όταν όμως η κοπέλα, ένα από τα φαντάσματα του ονείρου, ήρθε από πίσω και μου έπιασε το χέρι, το πίστεψα.

«Είμαι εγώ στο όνειρο ή εσύ στην πραγματική ζωή;» τη ρώτησα.

«Τι σημασία έχει;» μου είπε και μου έκλεισε το μάτι. «Είμαστε. Αυτό μετράει».

Έφτιαξα τον καφέ μου προσθέτοντας ζάχαρη και λίγο ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ. Σχεδόν όλη η σειρά των μπαχαρικών τώρα είχε αλλάξει και αυτό ήταν μια εξέλιξη, μία αλλαγή ευπρόσδεκτη στη ζωή μου.

Μπερδεμένος, κάθισα να τον πιω τον καφέ μου μετά τις τελευταίες απρόσμενες εξελίξεις, συντροφιά με την παράξενη κοπέλα.

«Τι ξέρεις εσύ για τα όνειρα;» ρώτησα με το πιο σοβαρό ύφος του κόσμου.

«Όχι και πολλά» μου είπε. «Με ενδιαφέρει το τώρα, το παρόν».

Μου φάνηκε περίεργο για ένα φάντασμα να το ενδιαφέρει το «τώρα», το «παρόν», γι’ αυτό έπαψα να της δίνω για λίγο σημασία και κοίταξα το δωμάτιο γύρω μου. Όλα φαίνονταν ίδια, ενώ κανονικά δε θα ’πρεπε. Ακόμα και ο σουρεαλιστικός πίνακας με τη Χαμένη Λεωφόρο στην απέναντι πλευρά του τοίχου δε φαινόταν να έχει καμία διαφορά. Τότε χτύπησε η πόρτα.

Πήγα να ανοίξω, αφού πρώτα ρώτησα: «Ποιος είναι;»

«Γράμμα για σας» ακούστηκε απ’ έξω. Μία φωνή γνώριμη.

Άνοιξα την πόρτα διστακτικός. Τη σήμερον ημέρα με όλους αυτούς τους τρελούς…

Ήταν το κουτσό παιδί του ονείρου με το ουδέτερο πρόσωπο. Ανακουφίστηκα, αλλά και τρόμαξα κάπως.

Το παιδί με ουδέτερο ύφος μου έδωσε ένα φάκελο και ένα χαρτί και είπε:

«Υπογράψτε εδώ».

Υπέγραψα στο λευκό, κενό χαρτί. Η κοπέλα στο σαλόνι με κοίταζε με μια περίεργη χαρά, τα δόντια της έμοιαζε να έχουν μεγαλώσει.

Πήρα στα χέρια μου τον φάκελο που πάνω του έγραφε με μεγάλα έντονα γράμματα:

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Με ανυπομονησία τον έσκισα να δω.

ΔΙΗΓΗΜΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΤΑΙ

ΜΕΤΑΞΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΑΠΟ ΕΝΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΠΟΥ ΒΑΡΥΣΤΟΜΑΧΙΑΣΕ

έγραφε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.