Γ. Νεράντζης: «Πιστεύω μόνο στο παράδειγμα ως τρόπο και μέσο ‘διδαχής’»

0
1701

nerantzisΣυνέντευξη στον Γιάννη Κεσσόπουλο / [email protected]

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1961. Από το 1981 ζει στο Βερολίνο όπου ασχολείται με την μουσική και τις σπουδές του στην Κινησιολογία [Βερολίνο Charlottenburg]. Το 1986 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου σπουδάζει σκηνοθεσία στον κινηματογράφο στην σχολή Λυκούργου Σταυράκου, και το 2011 ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο Queen Margaret University: QMUMedia, πάνω στο Communication & Performing Arts. Ως αυτοδίδακτος μουσικός της Blues και της jazz, παίρνει μέρος σε διάφορες συναυλίες – μουσικές εκδηλώσεις – στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ηχογραφεί και ανεβάζει στο ξυλουργείο του ‘Μύλου’ την πρώτη προσωπική του δισκογραφική δουλειά με Ελληνική – ethnik μουσική. Ηχογραφεί στο στούντιο της φιλαρμονικής του Βερολίνου και δίνει παραστάσεις στο Λημέρι, terzo mondo, όπως και στο κέντρο μουσικής Θεσσαλονίκης (Ιδρύει και συνθέτει για το Τζαζ μουσικό σχήματος ‘Shahrazad’ [κόντρα μπάσο και σύνθεση], παίζει στο Ινστιτούτο Γκαίτε έργα του Γ.Ι Γκουρτζίεφ κλπ. Το 2012 κάνει την πρώτη ταινία μεσαίου μήκους που διακρίνεται στο μυθοπλαστικό τμήμα του διεθνούς φεστιβάλ animation της Πενσυλβάνιας καθώς και στο διεθνές φεστιβάλ ‘Portobello’ στο Λονδίνου, όπου η ταινία του (Το κάδρο) παίζεται σε ειδικό αφιέρωμα μαζί με τις καλύτερες ταινίες του φεστιβάλ. Το 2014 σκηνοθετεί το έργο ‘δε μετρώ’ του Γιάννη Περδίκη, που είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του στο θέατρο.
Αυτή την περίοδο (μέχρι την Κυριακή 24 Μαΐου), ανεβάζει στο Θέατρο Έξω από το Τείχη ένα βαθιά ποιητικό ερωτικό έργο, την «Αρρώστια του Θανάτου» της Μαργκερίτ Ντυράς. Με αυτή την αφορμή είχαμε μια σύντομη συζήτηση μαζί του…

1. Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε στο συγκεκριμένο κείμενο και αποφασίσετε να το παρουσιάσετε;

…από πείσμα, στο ό,τι δεν μπορεί να επιβληθεί κάποιος, ‘πάνω’ στο ότι κάποια στιγμή θα του επιβληθεί αναγκαστικά ο ‘Θάνατος’, ο άνθρωπος, προτιμά να παραμείνει ‘ρηχός’, μέσα σε ό,τι κακήν – κακώς κατανοεί για τον εαυτό του και τον κόσμο, μέσα στις βεβαιότητές του, παρά να τα ‘βάλει’ με την οκνηρία του νου του. Από τι όμως είναι, από ποιο σημείο μπορεί επιτέλους να αρχίσει.

2. Στο έργο η Μαργκερίτ Ντυράς, αναφέρεται στην ωμή πραγματικότητα των ανθρώπινων σχέσεων και την συναισθηματική αναπηρία, την ‘Αρρώστια Θανάτου» όπως την αποκαλεί. Πιστεύετε πως υπάρχει ελπίδα, δεδομένων των συνθηκών της σύγχρονης κοινωνίας που ζούμε, να «καταπολεμήσουμε» αυτήν την αρρώστια?

…όπως ένας αναχωρητής για κάποιους άλλους, είναι ένας ερχόμενος, έτσι και η αγάπη καθώς ‘κατακτά’, μαθαίνει από την άλλη να παραδίνεται. Η αδράνεια του νου μας, με πρόσχημα την λύπηση (αυτολύπηση) αλλάζει τόσο τις έννοιες, μέχρι να αλλοιώσει εντελώς κάθε ‘σπόρο’ αληθινής αναζήτησης, κάθε γεύση του ‘παραπέρα’. Ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να ετοιμάζεται ‘μόνος’ για το αμετάκλητο βήμα. Ένα βήμα που πάντα έχει την γεύση ενός μικρού ή μεγάλου θανάτου. Οι άνθρωποι αποφεύγουν αυτή την ‘ευθύνη’ τόσο ώστε όλες οι υπόλοιπες ‘ευθύνες’ είτε να χαρίζονται στο αυτονόητο, είτε στο εμμονικό κάποιων ξεκάθαρα ‘ανόητων’ βεβαιοτήτων. Κάθε φορά που ‘εμφανίζεται’, ή που ‘βάζεις’ την ψυχή σου σε ένα μεγάλο ‘αδιέξοδο’, το »βήμα» αυτό παίρνει μορφή και υπόσταση. Τίποτα ‘εξωτερικό’ δεν αλλάζει ίσως, εσύ όμως γνωρίζεις πως είσαι με κάποιο τρόπο κάπου »αλλού». Τόσο, ώστε προσπαθώντας να αποφύγεις αυτό το ‘αλλού’ νιώθεις πως δεν υπάρχεις. Έτσι ‘γράφει’ η ζωή πάνω στον βράχο, έτσι η τέχνη δεν μιμείται την φύση, αλλά η φύση την τέχνη, έτσι πάλι δύνασαι να σβήνεις το όνομά σου από τον βράχο, ίσως. Η αλήθεια είναι πως ο ‘δρόμος’ δεν είναι καθόλου εύκολος. Άνθρωποι που κακοποιήθηκαν, που ‘μείναν μόνοι, που απογοητεύτηκαν, που ‘αδικήθηκαν’, αν και αφού συνέχισαν, μοιάζουν ίσως να κατάφεραν κάτι. Αυτοί είναι οι δικοί μου ήρωες. Και δεν μιλώ για κάποιου είδους διεστραμμένου μαζοχισμού της ψυχής, δεν εννοώ το να μην απολαμβάνει κανείς το δώρο ζωή, τους σκοπούς και τα όνειρα για ένα υπέροχο αύριο, παρά μόνο, για το πόσο σταθερά μπορούμε να θέλουμε, να θέλουμε να μπορούμε.

3. Στην εποχή της κρίσης, σήμερα που όλα μοιάζουν να κινούνται σε ένα μεταίχμιο, τι μπορεί ή οφείλει να προσφέρει ένας σκηνοθέτης του θεάτρου στο κοινό; Σας προβληματίζει κάτι τέτοιο; Με ποιο τρόπο;

Πιστεύω μόνο στο παράδειγμα ως τρόπο και μέσο ‘διδαχής’, αν το θέλετε έτσι, ή μάλλον αν κατανοώ το ερώτημά σας σωστά. Η τέχνη έχει τα ‘μέσα’ για αυτό, και έτσι η ευθύνη είναι ακόμη μεγαλύτερη. Έχει την ‘μορφολογική’ γνώση του σώματος, την μη λεκτική, την άρρητη ‘γλώσσα’ σαν εργαλείο, το σύμβολο [δέστε μόνο τι κάνουν με τα ‘σύμβολα’ στην πολιτική –πως ακριβώς τα χρησιμοποιούν -, και θα καταλάβετε αμέσως τι εννοώ], την προσωδία, την ρυθμολογία και την μουσικότητα του σώματος και της χροιάς της φωνής, την δημιουργική φαντασία. Το βάθος, ή τις βαθύτερες «εσωτερικές οκτάβες» του συναισθήματος, την επαφή που επιδιώκει ένας αληθινός δημιουργός, με ό,τι βαθύτερο μέσα μας, με ό,τι αναλλοίωτο. Δεν είναι λίγο αυτό πιστεύω. Λυπάμαι όντως, βαθιά, όταν δεν μπορώ να ‘ταξιδέψω’ τους ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν, μόνο αυτό με προβληματίζει. Θεωρώ την απώλεια των στιγμών που το προσπαθήσαμε αυτό από κοινού, και δεν το καταφέραμε, πραγματικά ως ‘κρίμα’, και δουλεύω πολύ για αυτό. Νιώθω όπως ένα κίτρινο άδειο, φιλεύσπλαχνο αεροσκάφος δηλαδή (γελάει…).

4.Φαίνεται ότι η Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια διαρκώς αυξανόμενη κινητικότητα στο θεατρικό χώρο, με ομάδες της πόλης αλλά και θιάσους εξ Αθηνών. Το σχόλιό σας. Είστε ικανοποιημένος; Τι σκέψεις κάνετε πάνω σ’ αυτό;

Είναι πολύ όμορφο αυτό. Και οι λίγο πιο ‘άσχημες’ (άσημες) ‘δουλειές’ (αν και δεν υπάρχει κάτι τέτοιο) γίνονται έτσι ‘όμορφες’. Γιατί οι άνθρωποι με την τέχνη – ή μέσω της τέχνης καλύτερα- προσπαθούν προς την σωστή ‘κατεύθυνση’. Πάντα ήταν έτσι, το νέο, το μοντέρνο να διαδέχεται το κλασικό για να γίνει με την σειρά του, εκείνο το ίδιο, παλιό. Η αλήθεια είναι πως δεν τα παρακολουθώ όλα – όπως κάποτε, όταν ήμουν στο εξωτερικό -, και το κάνω προκειμένου να μπορώ να κρατώ τις προσλήψεις μου ‘καθαρές’ από εξωτερικά ερεθίσματα που τόσο ζηλεύω. Μεγάλος ζηλιάρης όντας. Στην Αθήνα γίνονται ακόμη πιο πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα. Είναι πιο δύσκολο φυσικά να τα ‘ξεχωρίσεις’ – να τα διακρίνεις- μέσα στη αυτή την τόση προσφορά. Όποιος επιμείνει όμως θα το καταφέρει. Δεν είμαι ιδιοφυία διατείνονταν ο Αϊνστάιν, απλώς μένω με τα προβλήματά μου περισσότερο. Η Αθήνα είναι για μένα μια ξεχωριστή πόλη, πολύ ιδιαίτερη, δεν παύει όμως να είναι και να συμπεριφέρεται –μιμείται- μια, κάθε άλλη μεγάλη μητρόπολη του κόσμου. Η Θεσσαλονίκη από την άλλη είναι ακόμη ‘αγνή’, μια πρωτόλεια μήτρα με τις δυσκολίες και τον «εραστη-τεχνισμό» της . Όταν όμως ένα παιδί γεννηθεί εδώ και κληθεί αμέσως μετά να μεγαλώσει στο υπέροχο, το μεγάλο , σ’ αυτό που ‘συνηθίζεται’, θέλει μεγάλη προσοχή ώστε να μην ανατροφοδοτείται με το ‘λάθος’ παράδειγμα. Βλέπετε, με ενοχλεί κάπως, που η τέχνη «αντιμετωπίζεται» αρκετά ως μια μορφή «ψυχοθεραπείας», είναι αλήθεια αυτό, και το χρειαζόμαστε πια εκεί που αφήσαμε –εγκαταλείψαμε -τους εαυτούς, και έτσι φτάσαμε. Μοιάζει να ζούμε σε έναν ανεστραμμένο κόσμο. Η επιστήμη (αν θεωρήσουμε εδώ, την ψυχοθεραπεία ως επιστήμη) εμπνεόταν από την Τέχνη, και δεν όχι ανάποδα. Άλλωστε το έλεγε και ο πατέρας της ψυχολογίας, ο Φρόυντ αυτό: Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί.

5.Ένα σχόλιο για την πολιτική πολιτισμού της κυβέρνησης, αλλά και ειδικότερα σχετικά με τη πολιτική για τα θέατρα. 

Οι πολιτικές μου πεποιθήσεις – και ως ‘εσωτερικός’ επιστημολόγος (σημειολόγος) «νεοσουρεαλιστής» και μόνο – είναι αλήθεια, πως μοιάζουν λίγο αλλόκοτες. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως θα σας διαφωτίσω ως προς αυτές, επαρκώς (γελάει), μιας και πρέπει να διαφωτίσω πριν απ’ όλα εμένα τον ίδιο πρώτα. Κοιτάξτε, η αλήθεια είναι πως έχω ‘μείνει’ κατά το ένα ήμισυ στην Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου, και κατά το άλλο ήμισυ -μιας και δεν με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο οι μεταφυσικές κυρίως εκδοχές των παλιότερων σουρεαλιστών-, «απορώ» στ’ αλήθεια με όλα αυτά που συντελούνται. Και δεν τα λέω αυτά μετά, και μέσα από κάποια άλλη ακόμη «βεβαιότητα» (αλλά με την έννοια της ειλικρινούς απορίας και του όντως ανοιχτού ερωτήματος). Απ’ αυτό και μόνο μπορείτε κάπως να συμπεράνετε πως ίσως και να δικαιολογούμε λίγο όταν θεωρώ τον «ανταγωνισμό» ως καθαρή ηλιθιότητα, ή την έλλειψη οράματος (ακόμη και ‘λανθασμένου’, ανεδαφικού και άτοπου εντελώς, οράματος, κάποιες φορές) ως παραλυσία κανονική, ή όταν πάλι θεωρώ το ανέραστο ένα μικρό ή μεγαλύτερο κάθε φορά, κανονικό έγκλημα (και δεν αναφέρομαι καθόλου στην βιολογία του έρωτα, εδώ). Η επίκαιρη κυβέρνηση, ως εκφραστής της αριστεράς και του ρόλου που αυτή είχε, ή έχει ίσως ακόμη διαχρονικά να διαδραματίσει, στον πνευματικό και πολιτιστικό τομέα, προτάσσει –δείχνει- προς μια πολιτιστική πολιτική απαλλαγμένη από αγκυλώσεις, διαπλοκή, πελατειακές σχέσεις και κυρίως από μια καθαρά καθοδηγούμενη “ενιαία –σικέ- άποψη”. Μια πολιτική που δεν αποσκοπεί να κατασκευάσει πάλι “οργανικούς” διανοούμενους, δημιουργούς και καλλιτέχνες, ούτε να δημιουργήσει ξανά κάθε είδους ηγεμονίες. Βλέπουμε κάτι τέτοιο στην ιστορία όμως; Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, δομές και εκφάνσεις φέρνουν έντονο το στίγμα μιας άνισης κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης, μιας γιγάντωσης της ψηφιο- οπτικοακουστικής παραγωγής που μιμείται για να μη πω εκπορεύεται απευθείας από φίλιες χώρες της ΗΠΑ/Αγγλίας κλπ. Η διεύρυνση του φαινομένου του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, χτυπά καίρια όποια προσπάθεια ιδιαίτερων, μικρών, εθνικών ή άλλων περιφερειακών πολιτισμών που έχουν να πουν όμως ακόμη πράγματα, επιβάλλοντας πολύ τυποποιημένα πολιτισμικά πρότυπα, που προβάλλουν τον απίστευτο ατομοκεντρισμό και κύρια τον καταναλωτισμό στα πάντα, ενός παγκοσμιοποιημένου και μόνο «στυλ ζωής» δηλαδή.

Η παγκόσμια αυτή διάχυση θα ήταν ανέφικτη χωρίς αυτή την εντελώς μαζική εμπορική κουλτούρα, που παράγεται στα μητροπολιτικά κέντρα και εξάγεται και καταναλώνεται σχεδόν παντού, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας φυσικά, με την τόσο πλούσια αλλά ανεκμετάλλευτη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία, όσο και την απίστευτα δυνατή πολιτιστική (και ανεξερεύνητη δυστυχώς ακόμη) κληρονομιά της. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον λοιπόν φανταστείτε τον εαυτό σας να επιθυμεί – να προσπαθεί στ’ αλήθεια – να βρει κάτι να πει, δίχως να γίνει -αν αυτό το κάτι είναι όντως καλό- , την επόμενη μέρα ‘επιτυχία’ και ‘εμπόρευμα’ αναλώσιμο, ή αν είναι κάτι ‘κακό’, γραφικότητα.

 

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Μια αντισυμβατική ερωτική σχέση μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Εκείνος την προσλαμβάνει να μείνει μαζί του σε ένα ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο, θα γνωρίσει την αγάπη. Εκείνη αποδέχεται την πρόταση, αυτή τη σύμβαση, παρόλο που πολύ νωρίς διαπιστώνει  ότι ο άνδρας αυτός δεν είναι ικανός να αγαπήσει καθώς έχει προσβληθεί από την «αρρώστια του θανάτου», την εμμονή δηλαδή, του να χάνει κάθε στιγμή του, κυνηγώντας πάντα μια επόμενη στιγμή που δεν έρχεται ποτέ …    

Ένας απροσδιόριστος και αφηρημένος έρωτας ανάμεσα σε μία γυναίκα και έναν άντρα που φοβάται να αγαπήσει. Ένας δραματικός θεατρικός διάλογος που αρχίζει και τελειώνει σε έναν εντελώς άγνωστο τόπο, χωρίς ονόματα, ταυτότητες και προσδιορισμούς. Μία ερωτική πράξη που καθηλώνει όπως οι κοφτές «πινελιές», οι υπαινικτικές φράσεις και οι αλλεπάλληλοι συμβολισμοί. Το κείμενο της Ντυράς με ελλειπτικά σχήματα, σιωπές και υπονοούμενα, απαιτεί όπως η ίδια λέει μια σχεδόν ερωτική συνενοχή ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη-θεατή, που να ξεπερνάει την απλή κατανόηση των προτάσεων και μόνο.

«Ρωτάει: πως θα μπορούσε να γεννηθεί το συναίσθημα της αγάπης…; Σας απαντά: από ένα λάθος, από μια ρωγμή στη λογική του σύμπαντος, ποτέ από τη θέληση…».

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Γιώργος Νεράντζης

Σκηνικά-κοστούμια: Αγγελική Ρελάκη

Φωτισμοί: Ελένη Χούμου

Παίζουν: Ελευθερία Τσάκουρη, Γιάννης Περδίκης           

 

Info: Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, στο «Θέατρο Έξω από τα Τείχη», Πανεπιστημίου 2 – Ευαγγελίστρια.

ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 21:10

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: Κανονικό  10€, Φοιτητικό και ανέργων  7€

ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΘΕΣΕΩΝ: 2310-210308 και 6937234894

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα).

Προηγούμενο άρθροΈχουν τα ζώα δικαιώματα;
Επόμενο άρθρο«Θείος Βάνιας»: Είμαστε οι επιλογές μας!
Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία από μεράκι. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη (πολιτιστικός ρεπόρτερ, προϊστάμενος πολιτιστικού, συντάκτης ύλης πολιτικού, αρθρογράφος). Και διευθυντή τον αείμνηστο Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως πολιτιστικός συντάκτης κι έπειτα η free press «Karfitsa» στην οποία εργάστηκα ως διευθυντής από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Από το Μάιο 2016 ως τον Μάρτιο 2018 αρθρογράφος στη thessnews. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, γραφείο Τύπου σε δύσκολες μάχες (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, Δήμος Δέλτα) και λογογράφος λόγων κρίσιμων. Σταθερά, από την πρώτη του μέρα, στο thinkfree.gr, καταφύγιο λέξεων και σκέψεων. Καταφύγιο δημιουργικότητας στην εποχή που ο χώρος των ΜΜΕ έχει διαλυθεί και τα πάντα αμφισβητούνται. Καταφύγιο αξιοπιστίας και αλήθειας στην εποχή των fake news και του κιτρινισμού. https://www.facebook.com/gkessopoulos

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.