Δημ. Σακατζής: «Η ελληνική κωμωδία δεν πουλήθηκε ποτέ στο εξωτερικό ως τουριστικό αγαθό όπως γίνεται σε άλλες χώρες»

0
1773

sak

Συνέντευξη στην Ελένη Σκάρπου / [email protected], f/b Eleni Skarpou, eliaskarpou.blogspot.gr

Τόπος: Στο φουαγιέ του Θεάτρου Εγνατία, αντικριστά και με καμία τάση φυγής.

Χρόνος: Σάββατο απόγευμα, με αρκετό κρύο και την υποψία ότι θα φύγω με πολλά «λάφυρα».

Σκοπός: Να τον κλάψουμε τον μακαρίτη και να ξαναγεννηθούμε από τις στάχτες του!

Σάββατο απόγευμα. Κατεβαίνουμε την σκάλα της εισόδου και αράζουμε στο φουαγιέ. Έχει ησυχία και οι φωνές μας ανταλλάσσουν λέξεις ήπια και ζεστά. Στα πρώτα λεπτά μας σκέφτομαι το εξής απλό… πως αν αξίζει κάτι στο πάρε-δώσε μας με τους ανθρώπους είναι αυτή η απέραντη αγκαλιά που τους ανοίγουμε για να μπουν και που μας ανοίγουν για να μπούμε. Μπήκα λοιπόν και στάθηκα όπου μπορούσα και ομολογώ πως η «φιλοξενία» ήταν άριστη. Δημήτρη Σακατζής. Γέννημα-θρέμμα Θεσσαλονικιός. Γέννημα-θρέμμα ηθοποιός με έφεση στη ζαχαροπλαστική, με σταθερή ροπή πλέον στη σκηνοθεσία, που τώρα πια έχει γίνει ένα με το πετσί του. Αυτή την περίοδο; Σκηνοθετεί την παράσταση «Φτυστός ο μακαρίτης» της Πένυς Φυλακτάκη, η οποία κάνει πρεμιέρα σήμερα Παρασκευή και 13 –χωρίς καμία προκατάληψη- στο Θέατρο Εγνατία. Για την παράσταση, για τον ελληνικό κινηματογράφο, για το τουριστικό δέλεαρ που θα μπορούσε να αποτελεί το ελληνικό θέατρο, για τα παιδικά του χρόνια και για το ματάκι που έχει κρεμασμένο στ’ αυτί του… τον άκουσα να μιλά έχοντας το θάρρος της γνώμης και του μοιράσματος. «Ρώτα ό,τι θες» μου είπε και εκμεταλλεύτηκα δεόντως την ευκαιρία. Σαν κάποιος να πάτησε το κουμπί κι έπειτα η «απληστία» μου δεν σταμάτησε.

Κωμωδία forever and ever… βουτηγμένη στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο

«Είναι μια εντελώς ελληνική κωμωδία. Αυτό που χαρακτηρίζει τις κλασικές κωμωδίες του ’40, ’50, ’60, ’70. Αφορά τη σύγχρονη πραγματικότητα και κάνει ταυτόχρονα μια ιστορική αναδρομή στο παρελθόν. Είναι γραμμένη πάνω σε καθαρά ελληνικές γραμμές» μου εξηγεί εξ’ αρχής ο Δημήτρης και από την κουβέντα που ακολούθησε πείστηκα ότι θα θυμηθούμε από Ψαθά μέχρι Σακελλάριο κι από Τσιφόρο μέχρι Δαλιανίδη! Αντικείμενο; Ένας χρεοκοπημένος Έλληνας, ο Μιχάλης-Μισέλ Μπεζενόγλου, που αναμένει τον κλητήρα για να του τα πάρει όλα. Τόσο επίκαιρο, τόσο δικό μας, τόσο λυτρωτικό! Την ατάκα που τα συνοψίζει όλα μου την είπε χωρίς δισταγμό: «Δεν φταίω εγώ, η μοίρα μου τα φταίει και μάλιστα η κατάρα που δέρνει το όνομα μου». Το κουβάρι μας θα ξεδιπλωθεί επί σκηνής μέσα από τρεις κρίσιμες στιγμές… μια γέννα ενός νόθου παιδιού, μια γέννα ενός ακόμα παιδιού σε αίθουσα μνημόσυνου και ένας πρωθυπουργικός λόγος που ξεκινά κάπως έτσι… «Τιμημένε λαέ της χώρας μου»! Η Αγγελική από το team του διαμαρτυρήθηκε εδώ έντονα και αποφασίσαμε να μην αποκαλύψουμε περαιτέρω λεπτομέρειες για το έργο. Άλλωστε είχαμε τόσα άλλα να ξεκλειδώσουμε σε σχέση με την σκηνοθεσία, που η γλώσσα πήγαινε ροδάνι. Ευτυχώς η Μάρα του έφερε καφέ την κατάλληλη στιγμή και πήραμε ανάσα. «Τα χρώματα είναι λίγο πειραγμένα, λίγο παλ, κάτω από φίλτρα. Είναι λίγο παράξενα όπως τα χρώματα του περάσματος από τον ασπρόμαυρο στον έγχρωμο κινηματογράφο. Μέσα από τις ιστορίες αυτό προσπαθούμε να περάσουμε. Στο πρώτο μέρος κυνηγήσαμε το ασπρόμαυρο από όλες τις μεριές. Στο δεύτερο μέρος στραφήκαμε πολύ στο μωβ, το μαύρο και σε άλλες αποχρώσεις… αλλά πάντα μετρημένες. Στην τρίτη ιστορία δώσαμε έμφαση στη νεότερη αίσθηση μετά το ’80. Αυτή η άνθιση, ο πλουραλισμός και η δύναμη, η εξουσία, το χρήμα, η ΕΟΚ…  αυτή η εποχή που ο Έλληνας είχε στρέψει το μάτι σου στην Ευρώπη και την Αμερική και έπαιρνε καθετί ξένο για να το κάνει δικό του και τα λεφτά πετιόντουσαν σέσουλες… δίδεται μέσα από το φανταζί» μου λέει. Ρούχα, σκηνικά, φώτα και ερμηνείες όλα προσαρμόζονται στις εποχές και τις εικόνες τους. Η αλήθεια είναι πως αυτό το έντονο χρώμα του ελληνικού κινηματογράφου μου θύμισε τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση τις Κυριακές να βλέπω από Βουγιουκλάκη μέχρι Παπαγιαννόπουλο κι από Κωνσταντάρα μέχρι Βλαχοπούλου. Περάσαμε λοιπόν εύκολα σε τέτοια μονοπάτια. «Φτάνουμε στην εποχή που οι κινηματογραφικές δουλειές είχαν αυτό το boom, αυτό το musical, τότε που η Ελλάδα κινηματογραφικά καθοριζόταν από την Αμερική. Αμέσως μετά ο ελληνικός κινηματογράφος κάθισε» επισημαίνει και συμφωνούμε πως κάπου εκεί δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε τις επιρροές μας, σε μια αέναη αναζήτηση έμπνευσης από εξωγενή κινηματογραφικά ρεύματα. Οι αγαπημένοι του σκηνοθέτες από εκείνον τον καιρό; «Δεν ξέρω ποιον να πρωτοδιαλέξω… Κατσουρίδη, Δημόπουλο, Δαλιανίδη. Ο Δαλιανίδης παρόλο που είχε ακούσει τα εξ αμάξης ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που έκανε musical, ανέδειξε ιστορίες, ανέδειξε σενάρια, έστειλε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο στις αίθουσες των κινηματογράφων. Σαν παιδί γελούσα όμως με την κυρά μας την μαμή, τον Βέγγο, τις ιστορίες του Λογοθετίδη, τον Βουτσά, την Μάρω Κοντού». Για τον ίδιο η πιο όμορφη συνθήκη των παλιών ηθοποιών ήταν αυτή η τάση να αυτοσκηνοθετούνται.  «Εμείς εδώ ανήκουμε σε δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια σχολές. Δυστυχώς κατ’ εμέ έχουμε χάσει την βασική σχολή, έχουμε χάσει το σανίδι. Εκείνοι οι ηθοποιοί ήταν ηθοποιοί του θεάτρου. Δεν έγιναν ηθοποιοί μέσα από τον κινηματογράφο. Μέσα από τον κινηματογράφο τους γνωρίσαμε εμείς. Εκείνοι είχαν οργώσει όλη την Ελλάδα παίζοντας για ψίχουλα, για ένα πιάτο φαί. Ήταν ηθοποιοί του μπουλουκιού χωρίς βεντετισμούς». 

main photo

Ορέ που πήγε, ορέ που πήγε… εκείνος ο κινηματογράφος του χθες;

Είναι η στιγμή που αφορίζουμε τα φύκια και τις μεταξωτές κορδέλες και αρχίζουμε τα δύσκολα. Ο Δημήτρης μου μιλά για την συμπεριφορά μας απέναντι τον κινηματογράφο του χθες. «Υπήρχε δίπλα μας απλά δεν τον κοιτούσαμε, δεν το ξεπεράσαμε ποτέ αυτό το κομμάτι και κακώς που δεν το ξεπεράσαμε, κακώς που μείναμε στάσιμοι. Αυτό το κομμάτι το αρνηθήκαμε όπως αρνηθήκαμε όλη την παράδοσή μας. Ο Έλληνας από ένα σημείο και μετά σταμάτησε να έχει παράδοση. Ντρεπότανε για την μουσική του, την ιστορία του, τον κινηματογράφο του, την λογοτεχνία του. Ποιος άραγε έχει διαβάσει Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Ξενόπουλο; Ξαφνικά κόψαμε τα πάντα και ξαφνικά κόψαμε και τον κινηματογράφο και μόλις τώρα υπήρξε ανάγκη να γυρίσουμε σ’ αυτό που λέμε ρίζες για να επαναπροσδιοριστούμε, καταλήγοντας πάλι σ’ αυτό που σνομπάραμε και είχαμε αφημένο πίσω μας, όπως αφήσαμε τα παιδικά μας χρόνια». Ναι. Είναι μάλλον έτσι. Είναι αυτό το γέλιο και αυτή η ζεστασιά που μας χάρισε ο ελληνικός κινηματογράφος που δεν καταφέραμε να κρατήσουμε στις αποσκευές μας και να το αξιοποιήσουμε καταλλήλως. «Αυτοί οι ήρωες είναι ζεστοί μέσα στην καρδιά μας, αλλά όχι έξω από αυτή. Δυστυχώς δεν τους κουβαλήσαμε. Δεν κατόρθωσε η Ελλάδα να εξάγει αυτό το πολύτιμο κεφάλαιο που λέγεται Θανάσης Βέγγος. Η Γαλλία ας πούμε είχε αυτόν τον εξαιρετικό ηθοποιό Λουί ντε Φινές, που τον εξήγαγε σε όλον τον κόσμο. Δεν νομίζω ότι είχε τίποτε περισσότερο εκείνος από τον Θανάση τον Βέγγο. Ο Βέγγος ήταν απλά Έλληνας και είχε να κάνει με την ελληνική πολιτιστική πολιτική. Η ελληνική κωμωδία δεν πουλήθηκε ποτέ στο εξωτερικό ως τουριστικό αγαθό όπως γίνεται σε άλλες χώρες». Ανοίγοντας το συγκεκριμένο ασκό του Αιόλου, βγάλαμε στην φόρα τα τρωτά και μαζί με αυτά τη μέγιστη αιτία! «Τι μου στοιχίζει πιο πολύ από αυτά που δεν έχουμε; Η παιδεία. Χωρίς υγεία… κάποιοι θα πεθάνουμε, κάποιοι θα ζήσουμε. Χωρίς χρήματα κάπως θα φάμε, κάπως θα την βολέψουμε. Χωρίς πετρέλαιο θα τυλιχτούμε με τις κουρτίνες, θα κάψουμε ξύλα, θα κάψουμε τις πόρτες μας, τα παράθυρά μας, δεν είμαστε και καμιά χώρα του Βορρά να λιώσουμε από το κρύο. Η παιδεία όμως είναι αυτό που μπορεί να σου δώσει ψυχή και ελπίδα για το μέλλον. Θα σε κάνει να πιστέψεις σε κάτι που εσύ μπορεί να μην το ζήσεις, αλλά θα έρθει. Είναι πιο σπουδαίο κι από την τροφή. Η παιδεία είναι η τροφή του πνεύματος». Εκείνος δεν ξέρει αν τελικά τρέφει το πνεύμα του σωστά. Προσπαθεί όσο μπορεί και αναγνωρίζει πως είναι κι αυτός ένα τμήμα της άρρωστης ελληνικής πραγματικότητας όπως όλοι μας. «Όλη αυτή η κατάσταση μας έχει κάνει εσωστρεφείς, αρχίσαμε να καταπίνουμε, να βυθιζόμαστε όλο και πιο μέσα. Αυτός είναι και ο λόγος που αποφάσισα και θέλω και αγαπώ να κάνω κωμωδία. Γιατί έχει ακριβώς αυτή την τάση προς τα έξω. Δεν είναι σαν μια τρύπα που ρουφάει πράγματα, αλλά σαν μια πηγή που αναβλύζει» υπογραμμίζει ο Δημήτρης Σακατζής.

ftystos

Ένας σκηνοθέτης-κρυφοηθοποιός… με ωραίες μνήμες

«Δεν το ξεπέρασα ποτέ μου. Όσο και να σκηνοθετήσω όσο κι αν δεν παίξω… νιώθω ηθοποιός. Αγαπώ το σανίδι, αγαπώ τον ηθοποιό, μ’ αρέσει να είμαι πάνω να παίζω. Νομίζω ότι αυτή είναι η ουσία του θεάτρου. Όλοι θα μπορούσαν να εκλείψουν… σκηνοθέτες, σκηνογράφοι, φωτιστές, μουσικοί σε σχέση με το θέατρο. Για μένα χρειάζεται μόνο ένας ηθοποιός κι ένας θεατής». Κι αφού τον άφησα να μου εξομολογηθεί τον καημό του, τον ρώτησα δικαίως πώς αντέχει να είναι σκηνοθέτης. «Αναγκάστηκα να γίνω και να μάθω αυτήν την τέχνη εξαιτίας της αδυναμίας μου να κάνω σαν ηθοποιός αυτά που ήθελα να κάνω». Ειλικρινής απάντηση και δεν ήταν η μόνη, αφού μου παραδέχτηκε πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετείς όταν πρέπει να διαχειριστείς ηθοποιούς που τους αγαπάς πολύ και νιώθεις κομμάτι τους. Στην παράσταση θα ήθελε πολύ να παίξει τον ρόλο του Μισέλ. Επιχείρησε να παίξει τον κλητήρα, αλλά τελικά αποφάσισε πως θέλει να βλέπει το έργο από κάτω και να το ορίζει. Τους ζηλεύει όμως τους ηθοποιούς του που βρίσκονται στο σανίδι, ενώ εκείνος όχι. Για την Πένυ Φυλακτάκη… τον ρώτησα ένα πράγμα… πόσο εύκολο είναι η προσωπική χημεία να μεταφέρεται στη δουλειά χωρίς συγκρούσεις. «Είναι εύκολο. Υπάρχει μια εξ’ αρχής συμφωνία. Δεν χώνει κανείς την μύτη του στη δουλειά του άλλου κι επίσης δίνουμε βοήθεια μόνο όταν μας την ζητάει ο άλλος αλλιώς θεωρείται καταπίεση. Όταν τελειώνει η κυρία Φυλακτάκη το έργο της, το παίρνουμε και το αξιολογούμε, κάνουμε προτάσεις, αλλαγές…» μου λέει, τονίζοντας επίσης πως από την στιγμή που παίρνει έγκριση για ένα κείμενο όλα γίνονται δική του υπόθεση. «Ο συγγραφέας δίνει το έργο του. Από εκεί και ύστερα… τέλος. Αν το δει σακατεμένο θα πει «-Παναγία μου σ’ αυτόν δεν το ξαναδίνω ποτέ-» Σημασία έχει να φωτίζονται τα σημεία του συγγραφέα. Νομίζω είναι χαρά για ένα σκηνοθέτη να μπορεί ο συγγραφέας να βλέπει αυτό που φαντάστηκε στην σκηνή. Δεν ξέρω αν θα της αρέσει αλήθεια, αλλά θα προσπαθήσω» δηλώνει και είμαι σίγουρη ότι θα το κάνει γιατί το «Φτυστός ο μακαρίτης» τον έκανε να γελάσει από τις πρώτες κιόλας σειρές του κι αυτό θέλει να το ζήσουν και οι θεατές. Ως θεατής εγώ απέναντι στις ιστορίες που μου είπε αναζήτησα τις ρίζες του. «Προφιτερόλ και τσουρέκι. Αυτά έφτιαχνα πολύ συχνά στο ζαχαροπλαστείο του μπαμπά, όταν ήμουν στην εφηβεία και πήγαινα να βοηθήσω. Μου άρεσε η δουλειά, αλλά δεν μου άρεσαν τα ωράρια. Ευτυχώς που δούλεψα όμως, γιατί από τότε πήρα την απόφαση ότι δεν θα το ξανακάνω ποτέ». Κι ύστερα θυμήθηκε πως σαν παιδί έβλεπε τον μπαμπά του μόνο τις Κυριακές, όταν δεν τον απορροφούσε το μικρό ζαχαροπλαστείο στην Χαριλάου. Από εκείνον έμαθε κάτι πολύ σπουδαίο… πως η τέχνη δεν αφορά το επάγγελμα, αφορά τον άνθρωπο και πως για να είσαι καλλιτέχνης πάσης φύσεως ένα είναι το συστατικό της επιτυχίας, το μεράκι. Από τη μαμά; Έμαθε να φυλάγεται από το κακό μάτι. Μάλιστα, μετά από πολλά τηλεφωνήματα σ’ εκείνη για να τον ξεματιάζει… του πρότεινε να φορέσει κάτι πάνω τους για ευνόητους λόγους. Από τότε ο κρίκος στο αριστερό αυτί του κοσμείται με ένα κλασικό μπλε ματάκι για να διώχνει την αρνητική ενέργεια. Ανάμεσα σε τέτοια λόγια ξεφύγαμε από τα αυτονόητα, διότι οι γονείς είναι γονείς, μα πρέπει να έχεις προλάβει στην ζωή να τους πεις κατάματα πόσο τους αγαπάς. «Θέλω να τους ζητήσω συγνώμη. Δεν έχω ακόμα το κουράγιο να το κάνω, αλλά θα το κάνω». Και μη φανταστείτε ότι του χρωστάνε συγχώρεση για κάτι φοβερό και τρομερό που έκανε μικρός. Είναι αυτός ο τρόπος για να πεις ευχαριστώ για τους κόπους και τις θυσίες τους.

Με τι έφυγα; Με το αγαπημένο του «κειμήλιο» από τον Σαίξπηρ!

«Η βάση όλων των θεωρητικών κειμένων που έχουν γραφτεί για το θέατρο είναι ένας μικρός μονόλογος, που έχει γράψει ο μεγάλος μπουλουκτσής της μέσης περιόδου ο Σαίξπηρ με συμβουλές προς τους ηθοποιούς». Μου μετέφερε το ζουμί του δίχως φαμφάρες. «Μην κουνιέστε χωρίς λόγο κι όταν μιλάτε να σας ακούνε». Έφερα στο νου όλα τα λόγια μου που πήγαν στράφι σε ανθρώπους που δεν άκουγαν και κάθε απελπισμένη κίνηση μου να δείξω ότι μπορώ να κάνω κι αυτό, κι αυτό, κι αυτό… χωρίς να χρειάζεται.

 

Info:

«Φτυστός ο μακαρίτης» της Πένυς Φυλακτάκη

 Επίσημη πρεμιέρα: Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

 

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο: 21:00

Κυριακή: 19:00

 

Χώρος παραστάσεων:

Θέατρο Εγνατία, Π. Ιωακείμ 1, Πλατεία Αγίας Σοφίας

 

Συντελεστές

Συγγραφέας: Πένυ Φυλακτάκη

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Σακατζής

Βοηθ. Σκηνοθέτη: Πηνελόπη Χριστοπούλου, Νατάσσα Αστρεινίδη

Σκηνικά- Κοστούμια: Μαρίνα Γκούμλα

Μουσική: φωνητικό συγκρότημα Stringless

Φωτισμοί/ Κατασκευή σκηνικών: Αντώνης Ζαβουδάκης, Μάκης Μαριάδης

 

Παίζουν οι

Αγγελική Αρναούτογλου

Μάρα Γαβριηλίδου

Άννα Γεννησαριώτου

Βασίλης Κανελλόπουλος

Γιάννης Περδίκης

Λένα Πετροπούλου

 

Τιμή εισιτηρίου:

12 ευρώ (κανονικό)

8 ευρώ (φοιτητικό, μαθητικό, άνω των 65 ετών)

5 ευρώ (για ανέργους με επίδειξη ταυτότητας και κάρτας ανεργίας)

5 ευρώ (για ομάδες άνω των 30 ατόμων)

 

Πληροφορίες-Κρατήσεις : 2310 225172 (ταμείο θεάτρου)

 

 

 

Προηγούμενο άρθροOι WHYNOT επιστρέφουν με ένα διαφορετικό και θεότρελο Χριστουγεννιάτικο πάρτι
Επόμενο άρθρο«Golfo directors cut» από την Εταιρεία Θεάτρου
Σίγουρα από κάπου ξεκίνησα και σίγουρα κάπου θα φτάσω. Οι φίλοι μου λένε ότι δεν έχω έναν προορισμό, αλλά πολλούς γιατί όλο κάπου είμαι κι όλο κάτι κάνω. Εγώ λέω πως κάνω αυτό που μου αρέσει… σκέφτομαι και λειτουργώ ελεύθερα. Στον 1055 Rock, 19.00-22.00 από Δευτέρα έως Παρασκευή με μουσική που «σκαλώνει» στα αυτιά αλύπητα και έντονα. Ολημερίς κι ολονυχτίς στην «υπηρεσία» του thinkfree.gr που θυμίζει τον γύρο της Καραϊβικής με βανάκι και ρουφηξιές από cuba libre! Μέχρι τώρα άρθρα μπόλικα, τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή, ραδιόφωνο και τηλεόραση σε σαλονικιώτικο επίπεδο και πολλές γεύσεις από παρεΐστικες δουλειές. Το πιο φωτεινό μου σημείο… η καταγωγή μου (Αγιά-Πάργας). Το πιο μελανό μου σημείο… Γιατί δεν ρωτάμε τον Τσακ Νόρις που βλέπει πίσω από τα προφανή;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.