Επιτυχής αποτυχία

0
1123

bd6bc59740d0

(Γράφει ο Δημήτρης Πετρίδης)

            Θα ήταν ωραία, πράγματι. Δε θα ήταν;

            Σκεφτείτε το λίγο: να τρέχατε μόνοι σας στον τελικό των 100 μέτρων στην Ολυμπιάδα. Κανείς από τους υπόλοιπους 7 σπρίντερ να μην έπαιρνε θέση στο ταρτάν, παρά μόνο εσείς. Το κατάμεστο στάδιο να παραληρούσε καθώς θα σας έβλεπε να τερματίζετε σε 18.92 και μετά, δικαίως, το χρυσό μετάλλιο που με τόσο κόπο κατακτήσατε θα κρεμόταν στο στήθος σας. Από τα μεγάφωνα θ’ ακουγόταν “Υποδεχτείτε το χρυσό ολυμπιονίκη, τον άνθρωπο- χελώνα, αυτόν που επιδιόρθωσε τα σπασμένα κοντέρ, τον Μπεν Στίλερ (τυχαίο το όνομα)”.

            Θα μπορούσατε, κατ’ αυτό τον τρόπο, να κατακτήσετε όλα τα Grand Slams στο τένις, κάθε τουρνουά του γκολφ, να σηκώσετε την κούπα του Champions League (όπου θα βγαίνατε πρώτος σκόρερ και, ταυτόχρονα, καλύτερος τερματοφύλακας της διοργάνωσης), να πανηγυρίσετε μια αήττητη σεζόν στην Ευρωλίγκα και ούτω καθεξής. Όμως…

            Όμως, εντελώς βλακωδώς και αναίτια, σε όλα τα σπορ υπάρχει και ο αντίπαλος. Όσο παρανοϊκό κι αν ακούγεται αυτό, ισχύει. Ναι, είναι βαρετό, αλλά ισχύει. Με κάποιον αντίπαλο παρόντα οι πιθανότητες για συνεχείς διακρίσεις μειώνονται.

            Αυτό το έζησε στο πετσί της η Εθνική μας ομάδα στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Ισπανίας που τελείωσε γι’ αυτήν, άδοξα είναι η αλήθεια, χθες. Μπορεί η εικόνα του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος στην πρώτη φάση να είχε γεμίσει ακόμα και τους μηδενιστές με άκρατη αισιοδοξία, όμως το ταξίδι στο όνειρο διήρκησε μέχρι τη φάση των “16”.

            Ο κυριότερος λόγος ήταν πως στο παρκέ παρατάχθηκε και ένας (ανώτερος) αντίπαλος. Οι μέχρι πρότινος ημιθανείς Σέρβοι, στο ματς εναντίον μας άρχισαν να τρώνε σίδερο με γέμιση ατσάλι στην άμυνα, κατάφεραν να αποτρέψουν σχεδόν όλους μας τους αιφνιδιασμούς, έφθειραν από νωρίς (σωματικά και ψυχολογικά) το μοναδικό πεντάρι πρώτης γραμμής που διαθέταμε, το Μπουρούση, ενώ επιθετικά ήταν βγαλμένοι από τα πιο υγρά όνειρα κάθε μπασκετόφιλου Σέρβου- ήτοι σκόραραν με τρομερά ποσοστά σε δίποντα και τρίποντα, έβρισκαν πάντοτε τη σωστή επιλογή, είχαν πλάνο που το ακολούθησαν στο 100% από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ ακόμα και ο, έχων ιστορικό καταστροφικής «τρέλας», Τεόντοσιτς δεν παρέκκλινε παρά ελάχιστες φορές από το σχέδιο.

            Το γεγονός πως οι Σέρβοι πολύ δύσκολα θα επαναλάβουν τέτοια εμφάνιση στο τουρνουά δεν απαλύνει τον πόνο του αποκλεισμού, παρά μόνο ρίχνει κι άλλο αλάτι στην πληγή (“γιατί μ’ εμάς, Θεέ μου;”, είναι μια καλή, αναπάντητη ερώτηση). Αυτό που κάνει τα πράγματα χειρότερα είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατούσε πριν το παιχνίδι, ότι, δηλαδή, τους «έχουμε», και το άδικο σύστημα διεξαγωγής του Μουντομπάσκετ, που ουσιαστικά σβήνει εν μία νυκτί το 5-0 τη Εθνικής μας και το εξισώνει με το 2-3 της Σερβίας.

            Όμως όταν η ζάλη από την ηχηρή σφαλιάρα περάσει και καθίσουμε να δούμε λίγο ψυχραιμότερα τα πράγματα, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα: το 5-0 επί των αντιπάλων μας στο B΄ γκρουπ δημιούργησε μια λανθάνουσα υπεραισιοδοξία. Το γιατί φάνηκε 3 μέρες αργότερα: καμία από τις 4 ομάδες του ομίλου μας δεν προκρίθηκε έναντι των 4 ομάδων του Α΄ γκρουπ. Αυτό σημαίνει πως ναι μεν ήταν πράγματι εντυπωσιακό επίτευγμα για μια καινούρια ομάδα σαν τη δική μας το απόλυτο στις νίκες, όμως, εν τέλει, δε διέφερε και τόσο από το 2-3 των Σέρβων, απλούστατα διότι ο δικός τους όμιλος ήταν ο πραγματικός λάκκος των λεόντων. Οι Κροάτες μπορεί να είχαν ρόστερ για τετράδα, αλλά, ως συνήθως, επιδόθηκαν στο υγιές σπορ του αλληλοφαγώματος, οι Αργεντινοί διέθεταν ποιοτικότατη ομάδα, όμως πλέον τα 450 χρόνια, που είναι το άθροισμα των ηλικιών των 5 βασικών της παικτών, είναι αποτρεπτικό νούμερο για τέτοιες διοργανώσεις, ενώ η τίμια Σενεγάλη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια τίμια Σενεγάλη. Το 5-0, λοιπόν, που πρώτα απ’ όλους παρέσυρε το γράφοντα, ήταν ελαφρώς πλασματικό.

            Ήμασταν, όμως, τόσο κακοί σ’ αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο; Αν μας ζητούνταν ένας υπέρτιτλος για την πορεία μας, το “μαύρη μαυρίλα πλάκωσε” θα μας ταίριαζε γάντι;

            Σαφέστατα όχι: η Επίσημη Αγαπημένη (ναι ρε, η Επίσημη Αγαπημένη) προσπάθησε και πέτυχε σε μεγάλο βαθμό τη μερική αλλαγή του αγωνιστικού της προφίλ. Για πρώτη φορά σε τόσο σπουδαία παιχνίδια τρέχαμε κατά σύστημα και όχι μόνο μετά από κλέψιμο, για πρώτη φορά το passing game (και ελληνιστή για τους μη γνωρίζοντες αγγλικά: πάσινγκ γκέιμ) ήταν τόσο καλό- τα περισσότερα σουτ μας από μακριά ήταν ελεύθερα, ασχέτως κατάληξης-, για πρώτη φορά τολμήσαμε ν’ αφήσουμε κατά μέρος το άλλοτε ιερό picknroll, για πρώτη φορά μετά από καιρό αυτό το σύνολο έσφυζε από μπασκετική «υγεία».

            Τι μας έλειψε; Κατόπιν εορτής είναι σχετικά εύκολο: ο ηγέτης και μία έξτρα λύση στη θέση 5. Στο ματς με τη Σερβία μόλις άρχισε να μην εξελίσσεται το παιχνίδι όπως θα θέλαμε (προβάδισμα των αντιπάλων με 8-10 πόντους εκεί στα μισά της τρίτης περιόδου), καταφύγαμε στη γνωστή τακτική του «Γιούργια», δηλαδή ατομικές ενέργειες ή συνεχή, άστοχα τρίποντα. Σπανούλη παρόντος (ή Διαμαντίδη ή Παπαλουκά ή, ας πούμε κάτι πιο ρεαλιστικό, Γκάλη) δε θα έπαυε κάθε αρχή, όμως η μπάλα όταν θα έκαιγε θα κατέληγε στα χέρια αυτού που δεν καταλαβαίνει από εγκαύματα. Ωραία τα οπαδικά παραμύθια ότι η Εθνική μας παίζει καλύτερα χωρίς το Σπανούλη που ταλαιπωρεί την μπάλα ή το συνταξιούχο Διαμαντίδη, αλλά στον πρώτο δράκο που αντικρίσαμε είδαμε την αλήθεια κατάματα.

            Το δεύτερο αληθές σκέλος λέει πως με το συγκινητικό Μπουρούση να μπορεί κάλλιστα να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ ένα παραλλαγμένο “100 χρόνια μοναξιάς” του Μάρκες, τα ψωμιά μας δεν είναι πολλά- ίσως μισό καρβέλι μόνο. Οι Βουγιούκας και Γλυνιαδάκης έδωσαν ό,τι είχαν- και ουδείς μπορεί να τους προσάψει ότι δεν προσπάθησαν- αλλά καμιά φορά ό,τι έχει ο καθένας δεν αρκεί.

            Το παράδοξο είναι πως το πρόσημο, παρά τον αποκλεισμό, είναι μάλλον θετικό: για την επόμενη διετία, τουλάχιστον, διαθέτουμε κάτι παραπάνω από αξιόλογο υλικό (Καλάθης, Ζήσης, Αντετοκούνμπο, Πρίντεζης, Καϊμακόγλου, Μπουρούσης, Παπανικολάου, Σλούκας, Μάντζαρης συν τους επανακάμψαντες, λογικά, Σπανούλη, Περπέρογλου), έναν ικανό προπονητή, τον Κατσικάρη, που πρέπει πάση θυσία να μείνει στο τιμόνι για ν’ αποφευχθούν ενδεχόμενες αναταράξεις,  και τη φανέλα.

            Που μπορεί την τελευταία πενταετία να χάνει λίγο- λίγο την αστερόσκονη που την περιέβαλε, όμως δε θα πάψει ποτέ να προκαλεί ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι οποιουδήποτε αντιπάλου.

            Ελάτε, δα, την έχετε δει κι εσείς: είναι γαλανόλευκη και στο κέντρο της γράφει HELLAS.

            Πώς μπορεί να πιστέψατε ότι αυτό είναι το τέλος;

SportFM

 

 

 

           

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.