Η Eλένη Δικαίου υποψήφια για το βραβείο Άντερσεν 2016! (β’ μέρος)

0
1073

dikaiou5Γράφει η Έλενα Αρτζανίδου συγγραφέας-εκπαιδευτικός

Η πρωτότυπη ιστορία της Ελένης Δικαίου, μου παραχωρήθηκε Νοέμβριο 2012 για τη στήλη

«Ο Συγγραφέας συνομιλεί με τα παιδιά»

«Όταν ήμουν παιδί»

της Ελένη Δικαίου

 

eleni_dikaiouΌταν ήμουν μικρή φοβόμουν πολύ τα φαντάσματα. Και διάβαζα πολλά βιβλία. Θα μου πείτε τι σχέση έχουν αυτά τα δυo; Να δείτε που έχουν!

Όταν ήμουν παιδί λοιπόν, τα καλοκαίρια μόλις σουρούπωνε κι  εμείς  οι μικροί είχαμε πια κουραστεί απ’ τα παιχνίδια και τα τρεχαλητά και τον χειμώνα  όταν το κρύο  μας μάζευε νωρίς στο σπίτι, καθόμαστε  κοντά στους  μεγάλους. Άλλες φορές βρίσκαμε κάποιον πρόθυμο να μας πει μια ιστορία,  άλλες πάλι  καθώς λέγαμε τα δικά μας,  τα αυτιά  μας έπαιρναν σκόρπιες λέξεις απ’ τις ιστορίες που έλεγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους.

Ακούγαμε τότε πράγματα που απόφευγαν οι μεγάλοι μας πουν. Για ξωτικά και νεράιδες με μακριά ξέμπλεκα μαλλιά που χόρευαν το καταμεσήμερο   πλάι στα ποτάμια και τις πηγές  κι  αν κάποιος περνούσε τυχαία από κει  του έπαιρναν την  φωνή του. Για παλιά σπίτια στην Μικρά Ασία  στα οποία   ούτε καν οι Τούρκοι  δεν πλησίαζαν , γιατί  ήταν λέει  στοιχειωμένα απ’ αυτούς που είχαν   κατοικήσει  κάποτε εκεί μέσα. Εμείς τα παιδιά ανατριχιάζαμε , αλλά πού να φύγουμε   κοντά  από τους μεγάλους που τριγύρω είχε πέσει το σκοτάδι.   « Φαντάσματα, φαντασίες!» έλεγε  θυμωμένα ο  μπαμπάς  μου κάθε φορά που αρνιόμουν  να βγω  νύχτα μονάχη μου στην αυλή. Είχαμε αυλές τότε. Και μάλωνε τους άλλους  για τις ιστορίες τους. «Τρομάζετε τα παιδιά!»  

Το φθινόπωρο, όταν άρχιζαν τα  μαθήματα, τα παιχνίδια και τα τρεχαλητά  λιγόστευαν αναγκαστικά. Έλυνα λοιπόν κάτι ασκήσεις αριθμητικής που δεν ήταν και το καλύτερό μου, όταν είδα την μαμά μου να  μπαίνει φουριόζα στο δωμάτιο.

«Άντε πουλάκι μου  μέχρι τον κυρ- Θόδωρο να   πάρεις     λίγο ρύζι   που μας τέλειωσε», είπε.   

Για να πω την αλήθεια, αν δεν ήταν εκείνες οι ασκήσεις της αριθμητικής δεν θα ήμουν τόσο πρόθυμη να σηκωθώ αμέσως επάνω.

«Την ζακέτα σου!»

Το είχε αυτό η μαμά να με κυνηγάει με μια ζακέτα κι ας ήταν να πάω στο διπλανό σπίτι. Κοντοστάθηκα να την φορέσω και τότε πρόσεξα πως σουρούπωνε.

-Δεν πάω  πουθενά! είπα ξαφνικά

-Γιατί;

-Φοβάμαι. Νυχτώνει!

Η μαμά μου κατάλαβε αμέσως. Φοβόμουν τα  φαντάσματα.  Βλέπετε όταν ήμουν εγώ παιδί  το «φοβάμαι» δεν είχε καμιά σχέση με « άγνωστους κακούς ανθρώπους». Όλοι είμαστε «γνωστοί και καλοί» στην γειτονιά μας.

“Θα είμαι εδώ στην πόρτα και θα σε  περιμένω”, μου είπε.

Πήρα τα χρήματα που μου έδωσε κι έκανα να φύγω. Όμως προηγουμένως γύρισα και την κοίταξα. Η μαμά μου στεκόταν μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού, το φως που είχε ανάψει   έπεφτε πάνω της και πάνω στο  μενεξελί  φόρεμα    που φορούσε. Έμοιαζε με  καλή νεράιδα, με φύλακα άγγελο . Όσο η μαμά μου βρισκόταν εκεί δεν είχα να φοβάμαι τίποτε. Παρόλα αυτά πήγα τρέχοντας  ως τον μπακάλη της γωνίας, όμως εκεί υπήρχε κι άλλος πελάτης πριν από μένα. Είχαν πιάσει την κουβέντα με τον κύριο Θόδωρο και μέχρι να μου δώσει το ρύζι για να φύγω θα πρέπει να πέρασε κάμποση ώρα. Τελικά  το πήρα και ετοιμάστηκα να γυρίσω πάλι τρέχοντας στο σπίτι μας. Έβλεπα το φως στην εξώπορτα και την μαμά μου με το  μενεξελί της φόρεμα να με περιμένει.  Παρόλα αυτά  ένα φόβο τον ένιωθα, είχε νυχτώσει για τα καλά πια .

«Μαμά!» Φώναξα για να νιώσω σιγουριά ακούγοντας τον ήχο της φωνής της. «Μαμά!»

Όμως δεν μου απάντησε κανείς. Η μενεξελιά σκιά είχε χαθεί απ’ την φωτισμένη πόρτα μας κι είχαν μείνει μόνο κάτι άλλες σκιές, μαύρες,  σκοτεινές,  που σάλευαν ανάμεσα στα δέντρα της αυλής μας.

«Μαμά μου φαντάσματα!» τσίριξα πανικόβλητη και αντί να περάσω ανάμεσά τους για να πάω στο σπίτι μας, όρμησα στο διπλανό.

-Νονά μου!!

Θα ήμουν τότε δέκα , έντεκα  χρονών, αλλά ακόμη θυμάμαι την αναστάτωση που είχα δημιουργήσει. Η νονά μου, που με πήγε  πίσω στο σπίτι μας,  προσπαθούσε να με πείσει πως οι σκοτεινές σκιές δεν ήταν παρά τα γυμνά κλαδιά των δέντρων της αυλής που τα σάλευε ο φθινοπωρινός άνεμος, ενώ η μαμά μου με διαβεβαίωνε πως μονάχα μια στιγμή είχε λείψει απ’ την θέση της μπροστά στην εξώπορτα γιατί αργούσα κι έπρεπε να ρίξει μια ματιά στο φαγητό.

«Φαντάσματα! Φαντασίες!» είπε για μια ακόμη φορά ο μπαμπάς   αγριοκοιτάζοντας την μαμά μου και την νονά, γιατί ήταν απ’ τις πιο καλές  στο να λένε τέτοιου είδους ιστορίες.

« Μα έχει μια φαντασία κι αυτό το παιδί!» προσπαθούσαν να δικαιολογηθούν εκείνες. « Φαίνεται  στις εκθέσεις που γράφει στην τάξη του. Είναι που διαβάζει   πολλά βιβλία!»

Τότε δεν είχα δώσει καμιά ξεχωριστή σημασία στην κουβέντα τους. Μονάχα πολύ αργότερα. Όταν «φαντάστηκα» πως μπορούσε να υπάρχουν και καλά φαντάσματα, σκιές  που απλά αλλάζουν χρώματα το σούρουπο κι αντί να τρομάζουν τα παιδιά μπορούν να γίνουν φίλοι  μαζί τους. Έτσι έπαψα  να τα φοβάμαι πια κι έγραψα  για τον Αιμίλιο και τον Τιμόθεο , τα «Φαντασματάκια της γυάλινης αυλής», που δεν είναι φαντάσματα τρομακτικά,  απλά σκιές σε χρώμα μενεξελί, σαν το φόρεμα που φορούσε εκείνο το βράδυ η μαμά μου!


Και επειδή η στήλη ήταν ζωντανή, οι μαθητές και οι μαθήτριες μπορούσαν να επικοινωνούν με αφορμή την ιστορία του/της συγγραφέα. 
Έτσι μια από τις πολλές ερωτήσεις ήταν και αυτή όπως καταγράφηκε και απαντήθηκε από τη συγγραφέα Ελένη Δικαίου:
Δημήτρης Γουλής 28 Νοεμβρίου 2012 - 8:53 π.μ.
Αγαπητή κυρία Δικαίου, η ιστορία σας ήταν πολύ ωραία!!! Το σημείο με το ρύζι και το σκοτάδι μας κράτησε σε αγωνία. Ο Φώτης, ο συμμαθητής μας, μόλις μας είπε ότι το Δεκαπενταύγουστο, μετά τα μεσάνυχτα μαζεύονταν στο χωριό του στο πάρκο, και όλα τα παιδιά έλεγαν τρομακτικές ιστορίες. Στο χωριό του Χρήστου, μάλιστα, βρήκαν μάσκες από τις Απόκριες, Τις φορούσαν κι έλεγαν παρόμοιες ιστορίες. Τελικά, αυτή η ιστορία είναι πραγματική; 
 
 Οι μαθητές/τριες του Ε2 του 67ου Δ.Σχ. Θεσσαλονίκης
Απάντηση
ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ 29 Νοεμβρίου 2012 - 11:09 μ.μ.
Η απάντηση της κ.Δικαίου,στους μαθητές του 67ου Δ.Σχ.όπως μας ήρθε και την αναρτούμε:
 Γεια σας παιδιά! Πολύ χαίρομαι που σας άρεσε η ιστορία μου!
 Η οποία είναι αληθινή!
 Όπως αληθινά είναι αυτά που σας είπαν ο Φώτης κι ο Χρήστος.
 Είναι μέρος απ' τις παραδόσεις μας το να μαζεύονται οι άνθρωποι
 στις πλατείες των χωριών και να λένε ιστορίες.
 Τώρα αν μερικές απ' αυτές είναι τρομακτικές δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε
 αυτό που έλεγε ο μπαμπάς μου: "φαντάσματα, φαντασίες δηλαδή"
 και να τις ευχαριστηθούμε , γιατί είναι απ' τις πιο συναρπαστικές.
 Εγώ αυτό κάνω τώρα πια. Τις ακούω μονάχα και ταξιδεύω,
 εξερευνώ τον κόσμο τους σαν θεατής σε κινηματογραφική αίθουσα
 που ξέρει πως τίποτε από όσα συμβαίνουν στην οθόνη δεν μπορεί να τον αγγίξει!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.