Ιγκουάνα Λάκυ

0
1081

paraskevi13-708ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΣΤΡΟΥΜΦ / Γράφει ο Βαγγέλης Γεωργάκης

Το μπαρ του Ιγκουάνα Λάκυ πάντα ήταν ασυνήθιστο μέρος· αυτό βέβαια δεν δικαιολογεί επακριβώς ό,τι ακολούθησε.

Ασυνήθιστος ο ίδιος: μακρύ, πεταγμένο προς τα πίσω μαλλί –γι’ αυτό τον βγάλαμε ιγκουάνα- σκόρπια τατουάζ στο φλώρικο κορμί του. Φορούσε ψαγμένα φουλάρια και σκληρά πέτσινά γιλέκα, καρδιά μικρού λαγού όπως αποδείχτηκε…

Το μπαρ ήταν μία αναχρονιστική κατασκευή από ξύλο και γυαλί χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο, κάποιες καινοτομίες ωστόσο. Πρώτα απ’ όλα ήταν εκείνη η τοιχογραφία πίσω από τη σκηνή με τον τύπο με την κόκκινη, ξεβαμμένη Πλύμουθ που κοίταζε αγέρωχα όλο το ακροατήριο. Το αυτοκίνητο, στις κανονικές διαστάσεις του σχεδόν, διέτρεχε όλη τη σκηνή. Πίσω, ο απέραντος αμερικάνικος νότος και ένας ματωμένος ήλιος που βούλιαζε νικημένος στον ορίζοντα δημιουργούσαν ένα ντελιριακό τοπίο. Αριστερά ήταν ένα βενζινάδικο και ένα βρώμικο ρεστωράν. Ένας γέρος ινδιάνος καθισμένος δίπλα από την πόρτα του έπαιζε φλάουτο. Μια σκονισμένη επιγραφή από πάνω του διακήρυττε:

ο δρόμος είναι η μόνη επιλογή

Σαν απόδειξη έβλεπες, πάνω αριστερά, το σήμα του αμερικανικού διαπολιτειακού δρόμου που διέτρεχε όλη την Αμερική, ο θρυλικός Route 66, ο δρόμος που είχαν γυριστεί οι πιο ωραίες ταινίες και είχαν γίνει τα πιο ανεξιχνίαστα εγκλήματα.

Όλα αυτά όμως, όσο ωραία, όσο καλά ζωγραφισμένα και να ήταν, ήταν λεπτομέρειες. Η κεντρική φυσιογνωμία της τοιχογραφίας, ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, ήταν ο μυστηριώδης άγνωστος μες το αυτοκίνητο. Μία ουλή διαπερνούσε το πρόσωπο του σαν να το χώριζε στα δύο. Ένα κράμα του Μάρλον Μπράντο και του Ρόμπερτ ντε Νίρο στα καλύτερα τους, μα και του Ρούντγκερ Χάουερ, του Στίβεν Σιγκαλ και του Τσακ Νόρις στα χειρότερα τους. Τόσο καλά ζωγραφισμένος –ο ζωγράφος ήταν άγνωστος- έμοιαζε ζωντανός. Το βλέμμα του έκρυβε ένα παράπονο, αλλά και μια υπόσχεση. Ήταν ο τύπος που θα μπορούσε να σκοτώσει, να βασανίσει κάποιον με φριχτό τρόπο, μα και να ανοίξει την πόρτα ευγενικά σε μία κυρία. Όταν η σκηνή παλλόταν υπό τους ήχους ροκ μουσικής  ο τύπος φαινόταν να σε κοιτάζει περίεργα, το βλέμμα του σαν και να άλλαζε, μα φυσικά όλα ήταν μία οπτική απάτη υπό την επήρεια της μουσικής και του αλκοόλ, των υποτυπωδών φωτορυθμικών.

Με τον καιρό η τοιχογραφία αυτή έγινε το σήμα κατατεθέν του Ιγκουάνα Καφέ, ολόκληρης της πόλης, του απελπιστικού Λάκυ Τάουν. Αυτός ο τόπος δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο, εμάς όμως αυτός είναι ο τόπος μας και είμαστε περήφανοι γι’ αυτόν, γιατί εδώ μπορούμε και να ζούμε. Μία χαβούζα χαμένη στην ομίχλη, χαμένη κάπου στην Αμερική είναι αυτή η πόλη. Λάκυ Τάουν, κάποιοι πριν από εμάς, για εμάς, την είχαν ονομάσει, ίσως επειδή όποιος έρχεται, όποιος αναγκάζεται να έρχεται εδώ, είναι καταδικασμένος να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στην αφάνεια και την απόλυτη απαξίωση, βλέποντας μέχρι να πεθάνει αμερικάνικο ποδόσφαιρο και ακούγοντας τις μελωδίες του Ιγκουάνα Καφέ, που δεν είναι τελικά και τόσο κακό.

Ομίχλη περιβάλλει την πόλη, τόσο πυκνή που θα μπορούσε να γεννήσει τέρατα. Κάπως έτσι εμφανίστηκε ένα απόγευμα μέσα από την ομίχλη και ο Ιγκουάνα Λάκυ: ένα τέρας που δεν ήταν. Από μακριά έμοιαζε με ένα γιγαντιαίο ιγκουάνα λόγω του ασυνήθιστου μαλλιού του.  Δεν θυμόμαστε αν ποτέ μας είπε το όνομα του, λογικά θα έπρεπε να μας το είχε πει, Τζον ή Τζορτζ ή κάτι τέτοιο, αλλά ποιος δίνει σημασία, το παρατσούκλι του ήδη είχε βγει, η μοίρα του καθοριστεί.

Ποτέ δεν τον πείραξε το παρατσούκλι του, του άρεσε μάλιστα, γι’ αυτό και ονόμασε το μπαρ του έτσι. Ποτέ επίσης δεν μάθαμε πολλά για αυτόν, ούτε και μας είπε ο ίδιος, εκτός από ότι κάποτε –έλεγε ενθουσιασμένος- ήταν ροκ τραγουδιστής σε μια μικρή μπάντα με τον φαεινό τίτλο «Τα Φωτεινά Αποβράσματα». Ο Ιγκουάνα πάντοτε καμάρωνε ότι η ιδέα για την τοιχογραφία του ήρθε από την περιοδεία που είχε κάνει τότε με εκείνη την μπάντα σε όλη την Αμερική. Είχε σταθεί τυχερός λέει, αλλά κανείς δεν καταλάβαινε την τύχη του. Η αλήθεια ήταν ότι αυτό το μαγαζί κόστιζε πολλά λεφτά, το ξύλο, το γυαλί, η ιδιόμορφη τοιχογραφία…

Έπειτα όμως ήταν και ο ιστός. Ένας γιγαντιαίος ιστός αράχνης που διέτρεχε όλη την οροφή από καστόρινο δέρμα και αράχνες που υποτίθεται το ενοικούσαν από αυθεντικό καουτσούκ, κρέμονταν οι πιο πολλές με αόρατες κλωστές πάνω από τα κεφάλια μας. Τις νύχτες που το μέρος έτριζε από τις άγαρμπες νότες της μουσικής οι αράχνες κουνιούνταν ελαφρά πέρα δώθε, φαίνονταν να πέφτουν πάνω μας με όχι φιλικές διαθέσεις.

Και έπειτα είμασταν εμείς. Οι παράξενοι κάτοικοι αυτής της πόλης. Όλοι κάτι έχουμε που μας κάνει μη φυσιολογικούς. Εγώ για παράδειγμα έχω ένα κομμένο δάχτυλο -και είμαι από τους πιο τυχερούς. Άλλος ένα βγαλμένο μάτι, άλλοι δύο. Γυναίκες επίσης που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά, αλλά μπορούν να κάνουν το άλλο φυσικά και μάλιστα μία χαρά. Άνθρωποι με κάποιο πρόβλημα, μικρό ή μεγάλο, που έρχονται στο Λάκυ Τάουν με μια σύνταξη από την πρόνοια σαν σκουπίδια σε χωματερή. Λάκυ Τάουν λοιπόν, κατ’ ευφημισμό, και εμείς είμαστε οι τυχεροί.

Εκείνες τις μέρες το θεματικό αφιέρωμα της συναυλίας που διαφήμιζε σε όλη την πόλη ο Ιγκουάνα Λάκυ λεγόταν «Παρασκευή και Δεκατρείς: Οι μπαλάντες των νεκρών». Αφίσες είχαν τοιχοκολληθεί σε διάφορα σημεία, λες και αυτό θα προσήλκυε περισσότερους επισκέπτες.

Ήταν ένα παράξενο θέμα για συναυλία, αλλά το συνήθιζε αυτό ο Λάκυ. Είχε διοργανώσει συναυλίες με θεματικά αφιερώματα στους Μπιτλς, τους Σκόρπιονς, τους Ρόλλινγκ Στόουνς, μέχρι και τον Έλβις Πρίσλευ. Τα τραγούδια θυμάμαι ήταν καλά, αλλά αυτός ιδιαίτερα κουραστικός με τις ιστορίες που έλεγε για τους τιμώμενους μουσικούς στα ενδιάμεσα των τραγουδιών με τη βαριά προφορά χωριαταραίων του νότου.

Τη νύχτα εκείνης της δεκάτης τρίτης Φεβρουαρίου όλα φαίνονταν ακόμη πιο παράξενα: η λάμπα φθορισμού στη σκηνή που τρεμόπαιζε, η ψηλή σερβιτόρα με το αποκαλυπτικό ντεκολτέ και το κομμένο χέρι, η ίδια η άγνωστη νύχτα που είχε πανσέληνο και ομίχλη μαζί.

Το μπαρ του Ιγκουάνα ήταν στην άλλη άκρη της μοναδικής κεντρικής οδού που έχει η πόλη  μας. Περπάτησα μέχρι εκεί μέσα στην απόλυτη ερημιά. Το Λάκυ Τάουν ποτέ δεν ήταν πολυσύχναστο μέρος αλλά εκείνο το βράδυ δε συνάντησα στο δρόμο μου ούτε ένα αδέσποτο σκύλο. Είχε πανσέληνο και το χλωμό φεγγάρι φαινόταν να κατρακυλάει μέσα στην ομίχλη. Νόμιζα ότι αιωρούμουν και κάτι που έμοιαζε με αίμα κύλισε από την άκρη των χειλιών μου, ίσως από το πολύ το κρύο.

Έφτασα στο Ιγκουάνα Καφέ και κάθισα στη γνωστή μου θέση δίπλα από το δεξιό ηχείο. Το παλιό ξύλινο ρολόι πάνω από το μπαρ με τον τρυποκάρυδο που έκανε τη βόλτα του κάθε μία ώρα έδειχνε ότι δεν είχα αργήσει καθόλου. Παρήγγειλα μια μπύρα και περίμενα. Μέσα στην ανία της αναμονής μέτρησα δεκαπέντε άτομα όλα κι όλα, μα τους ήξερα όλους καλά:

Τζο Χάρριγκαν, τρανός πιστολέρο του Τέξας που τώρα είχε μείνει χωρίς γεννητικό όργανο και η όψη του αφράτευε.

Μόνικα Πιέρεζ: η βίζιτα με τη σβάστικα από πυρωμένο σίδερο στο πρόσωπο της και η καριέρα της στο Βέγκας είχε τελειώσει.

Μαχ Κέϋντυ, χαρτοπαίκτης που είχε πια χρεοκοπήσει, λόγω του ότι είχε μείνει χωρίς δάχτυλα μετά από κάποια, κερδισμένη γι’ αυτόν, παρτίδα.

Τζιμ Φλέητ ο μονόχειρας, Κάθριν Κήγκαν η μάγισσα, Μάικλ Κίναν ο μονόφθαλμος με το κόκκινο ψεύτικο μάτι, ένα σωρό παρατράγουδα και πεταμένες ζωές σε μια περιφερειακή, περιθωριακή συναυλία μουσικής για νεκρούς και χαμένες ψυχές.

Η συναυλία ξεκίνησε με μία ώρα καθυστέρηση ως συνήθως, με ένα απαλό τραγούδι, κάτι που πιο πολύ έφερνε σε ινδιανικό μοιρολόι. Ανασκουμπώθηκα. Ακουγόταν ενδιαφέρον.

Πριν ξεκινήσει το δεύτερο ο Ιγκουάνα με τη γνωστή κουραστική του προφορά των βλαχαδερών του νότου ξεκίνησε να λέει: «Είναι ένα θεματικό αφιέρωμα απόψε ασυνήθιστο. Άγνωστα τραγούδια του νότου και επικλήσεις των πνευμάτων. Ίσως γνωρίσουμε και κανένα απόψε εδώ, χα, χα…» Τόσο σίγουρος για τη μουσική του ήταν.

Σιγά σιγά, τραγούδι με τραγούδι, ο ήχος άρχισε να σκληραίνει, η νύχτα να μαλακώνει, να ξεχειλώνει. Αρχίσαμε όλοι να ξεχνάμε τα προβλήματα μας, τα μεγάλα προβλήματα μας. Το αλκοόλ έκανε τη δουλειά του μια χαρά. Οι αράχνες της οροφής φάνηκε να ζωντανεύουν, το βλέμμα του οδηγού της Πλύμουθ για μία ακόμη φορά να αλλάζει.

Θα ήταν στο τέλος του δέκατου τραγουδιού περίπου, όταν ξαφνικά ακούσαμε έναν ήχο πάνω από την ηλεκτρική κιθάρα, πάνω από το μπάσο και τα ντραμς που έπαιζαν μανιασμένα.

Παραξενεμένοι γυρίσαμε τα κεφάλια μας να δούμε και ήταν ακριβώς έξω από τη τζαμαρία του μαγαζιού που είχε παρκάρει μια κόκκινη, ολοκόκκινη Πλύμουθ. Καιρό είχαμε να δούμε στην ξεχασμένη, σκονισμένη από τη λήθη και τα βάσανα επαρχιακή μας πόλη ένα κανονικό αυτοκίνητο, από κείνα που καβαλάνε πλούσιοι ή προκαλούνε μπάχαλο σε εντυπωσιακές ταινίες. Σύμπτωση, αναρωτηθήκαμε σιωπηρά οι λιγοστοί θαμώνες; Σύμπτωση, από κείνες βέβαια που φαίνονται λιγάκι παράξενο να συμβαίνουν Παρασκευή και δεκατρείς που το φεγγάρι γκρεμίστηκε.

Το τραγούδι τελείωσε, ο χρόνος σαν και να σταμάτησε. Το παλιό ρολόι μες την ησυχία που είχε δημιουργηθεί χτύπησε δώδεκα σαν να έπαιζε με τα νεύρα μας. Ο τρυποκάρυδος βγήκε από το κλουβί του, κελάηδησε για λίγο, και μετά, σαν να έπαθε ανακοπή, έμεινε στα μέσα της επιστροφής, εκατοστά έξω από το ξύλινο κλουβί του χρόνου. Η πόρτα της Πλύμουθ άνοιξε. Ασυναίσθητα κρατήσαμε την ανάσα μας σαν να ήταν η τελευταία. Για μια στιγμή δε βγήκε κανείς, λες και ο οδηγός ήταν ένα καταραμένο φάντασμα ή δεν υπήρχε καν. Ατμοί ομίχλης ανακατεύτηκαν με το εσωτερικό του οχήματος σαν η μόνη ένδειξη ζωής. Μια καουμπόικη μπότα και μετά δύο βγήκαν από το όχημα, ένας μυστηριώδης άγνωστος σχηματίστηκε στην ομίχλη σαν ένα μακάβριο παζλ και μετά μπήκε στο παγωμένο μαγαζί με τις καυτές ανάσες φορώντας γυαλιά ηλίου, προφανώς για να καλύψει το βλέμμα του. Μόνο που δεν ήταν άγνωστος, ήταν ένας άγνωστος γνωστός, πάρα πολύ γνωστός: ήταν ο τύπος από την τοιχογραφία. Τον αναγνώρισα αμέσως, ποτέ όμως δεν είχα φανταστεί ότι θα ήταν τόσο ψηλός.  Και τι δε θα ’δινα να κοιτάξω από κοντά εκείνο το βλέμμα, πίσω από εκείνα τα γυαλιά, αλλά… βέβαια ήτανε μια φάρσα. Κάποιος μας έκανε φάρσα ετούτη την αιματοβαμμένη μέρα του χρόνου, σε μας, τα παρατράγουδα της ανθρωπότητας.

Μόλις τον είδε ο Ιγκουάνα έπαψε να λέει την ιστορία της μουσικής, έπαψε να τραγουδάει. Άρχισε να αποχωρεί από τη μικρή σκηνή σαν κάτι να θυμήθηκε. Δεν πρόλαβε όμως. Ένα γυαλισμένο στιλέτο του ξένου τον βρήκε στο δεξί μάτι.

Μείναμε άναυδοι. Είναι από κείνες τις στιγμές που ο χρόνος παγώνει και μετά σπάει, γίνεται θρύψαλα, σαν ένα μπουκάλι νοτισμένη μπύρα στα πλαίσια μιας τραγικής παρεξήγησης.

Πρώτη η ξανθιά σερβιτόρα έδωσε το σύνθημα του πανικού και άρχισε να ουρλιάζει σαν σειρήνα περιπολικού. Δεν άντεξα, βούλωσα τα αυτιά μου παρά την ένταση της στιγμής. Ο λιγοστός κόσμος άρχισε να υποχωρεί πανικόβλητος, χωρίς όμως φωνές. Δεν ξέρω γιατί εγώ έμεινα. Ίσως από περιέργεια, ίσως επειδή το απρόσμενο περιστατικό ήταν ό,τι πιο συγκλονιστικό μου είχε συμβεί σε τούτο το αχούρι που υποκρινόμουν ότι ζούσα, εδώ και δεκαετίες.

Έμεινα μόνος στο έρημο μπαρ. Το φως της πανσελήνου απ’ έξω έριχνε μια απόκοσμη λάμψη που διαπερνούσε ακόμη και την ομίχλη. Διαπίστωσα, με τρόμο, ότι ο ιστός της οροφής πλέον είχε γίνει πραγματικός, οι αράχνες περπατούσαν ανέμελα γύρω μου.

Ο ξένος γύρισε, με κοίταξε, πίσω από τα μαύρα γυαλιά του, και είπε:

«Βάλε μου ένα ποτό, έχω μια ιστορία να σου διηγηθώ».

Έπειτα, σαν να το θεώρησε αγένεια, έβγαλε τα γυαλιά του και είδα τι υπήρχε από πίσω. Δεν υπήρχε μαγεία, δεν υπήρχε γοητεία σε εκείνο το κενό βλέμμα. Σκουλήκια και κατσαρίδες ανακατεύονταν μες τις άδειες κόγχες του σε ένα αηδιαστικό μίγμα θανάτου και ντροπής.

Κατάπια τις λάθος απαντήσεις όπως «δεν είμαι ο μπάρμαν» ή «ποτέ δεν έχω σερβίρει ποτά» και με τρεμάμενα πόδια κατευθύνθηκα πίσω από το μπαρ, με τρεμάμενα χέρια έβαλα στον ξένο ένα Τζακ Ντάνιελς διπλό και αυτός έπειτα, πιστός στην υπόσχεση του, μου διηγήθηκε. Διηγήθηκε ιστορίες με μοιραίες γυναίκες, μπόλικο σεξ και μπόλικο πιστολίδι. Ιστορίες για άντρες που τηρούν τις υποσχέσεις τους και ζούνε λίγο περισσότερο και άντρες που δεν τις τηρούν και αργά ή γρήγορα πεθαίνουν ατιμασμένοι, ξεχασμένοι. Κάπου εκεί ανάμεσα, σε μια τέτοια ιστορία, άκουσα για τελευταία φορά το όνομα Ιγκουάνα Λάκυ. Ο ξένος μιλούσε, και μιλούσε, δεν έδινε σημασία στις λεπτομέρειες, μα ούτε και εγώ. Παρά τον αρχικό μου τρόμο είχα αρχίσει να τον συμπαθώ πολύ μάλιστα, πάρα πολύ. Μιλούσε ασταμάτητα. Έπινε επίσης ασταμάτητα από ένα μπουκάλι που δεν έλεγε να τελειώσει. Μιλούσε για ώρες πολλές, έξω ωστόσο ακόμη δεν είχε ξημερώσει. Έμαθα από τα χείλη του την ιστορία της Αμερικής και των καλών τρόπων, πως κρατάς το μαχαίρι και πως πεθαίνεις με το μαχαίρι.

«Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο», είπε στο τέλος μελαγχολικά, τελειωτικά, σαν να ήθελε να μου λύσει μία απορία που δεν είχε ακόμη ειπωθεί. «Μην ψάχνεις απαντήσεις. Απόψε είναι η νύχτα των πνευμάτων, η νύχτα των νεκρών, και εγώ είμαι ένας από αυτούς. Ο Ιγκουάνα Λάκυ φρόντισε γι’ αυτό, τώρα εγώ φρόντισα γι’ αυτόν».

Δεν είχα τι να του πω. Τον κοίταξα παράξενα σαν εγώ να ήμουν ο νεκρός.

«Οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς» βροντοφώναξε βλέποντας την αμηχανία μου και ύψωσε το ποτήρι του.

Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. Το βλέμμα του είχε αρχίσει να παίρνει την κανονική του μορφή. Τα σκουλήκια και οι κατσαρίδες είχαν χαθεί από το άδειο βλέμμα του. Ήταν εκείνος ο γοητευτικός ξένος που καβαλούσε ένα ζόρικο αμάξι και ο δρόμος ήταν η μόνη του επιλογή. Ο ίδιος ωστόσο είχε αρχίσει να θολώνει, προς μεγάλη απογοήτευση μου. Είχε αρχίσει να θολώνει τόσο, που από ένα σημείο και μετά έμοιαζε με οπτική απάτη, όλα έμοιαζαν με οπτική απάτη. Ύστερα εξαφανίστηκε. Έμεινα μόνος στο έρημο μπαρ.

Κοίταξα την ώρα στο παλιό ρολόι. Δώδεκα και ένα λεπτό, αλλά οι δείκτες είχαν αρχίσει τώρα να γυρνάνε, ο τρυποκάρυδος μπήκε επιτέλους στη φωλιά του.

Κοίταξα το μπαρ ολόγυρα. Ήταν άδειο, σκοτεινό. Μόνο το πτώμα του Ιγκουάνα Λάκυ επιβεβαίωνε ότι εδώ μέσα κάτι είχε συμβεί, κάτι που ξεπερνούσε τα όρια της ανθρώπινης λογικής ή μάλλον την ακυρώνε.

Κοίταξα τον ιστό αράχνης που μας περιέβαλλε στην οροφή. Είχε πάψει να είναι αληθινός, αλλά εγώ ένοιωθα ψεύτικος, μη υπαρκτός. Όλα είναι ένας ιστός, ένας καταραμένος αόρατος ιστός και μεις σπαρταράμε πάνω του σαν έντομα μέχρι να αφήσουμε την τελευταία μας πνοή. Απ’ αυτή την άποψη ο άγνωστος της Πλύμουθ ήταν ο μοναδικός ελεύθερος, ένα φάντασμα που σουλατσάρει ελεύθερο στο χωροχρόνο.

Τελευταία κοίταξα την τοιχογραφία κυριευμένος από ένα δυνατό, τελευταίο, τρόμο. Την κοίταξα αργά αργά προσεκτικά σαν να χαΐδευα με τα μάτια μου ένα γυναικείο σώμα. Κάθε λεπτομέρεια ξεχωριστά. Όλα ήταν ίδια, εκεί, και αυτό ήταν μια μεγάλη ανακούφιση μετά από μια τέτοια βραδιά. Ο ηλικιωμένος ινδιάνος που έπαιζε φλάουτο, το βενζινάδικο, ο νότος, ακόμα και το σήμα του διαπολιτειακού Route 66. Όλα ίδια, ίδια, βαρετά ίδια…

Αλλά.

Ο άγνωστος, ο παρανοϊκός, ο γοητευτικός, ο μυστηριώδης άγνωστος, το αυτοκίνητο του, είχαν φύγει.

Προηγούμενο άρθροΠοιητές, ρομαντικές φιγούρες
Επόμενο άρθρο«Το μέλλον της σημερινής ΝΔ είναι άδηλο»
Γεννήθηκε στο Αγρίνιο και μεγάλωσε στην Αθήνα όπου και τελείωσε τη Φαρμακευτική Σχολή. Έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με τον αθλητισμό και είναι αθλητής της υδατοσφαίρισης. Είναι επίσης ο εμπνευστής και υπεύθυνος του helpforhealth.gr. Το διήγημά του "Ένας νέος που του αρέσει να γράφει" βραβεύτηκε στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών 2010. Έχει γράψει τα βιβλία "Ο αγαπημένος ήρωας των παιδιών", Oasis Publications, "Ποδηλάτης στην Εθνική Οδό", εκδόσεις Δωδώνη, "Ονειρεμένο φινάλε", εκδόσεις Θερμαϊκός, "Ακροβάτης του ονείρου", εκδόσεις Ηριδανός και "Λυκόφως", εκδόσεις Οδός Πανός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.