ΛΟΝΔΙΝΟ ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ, ΑΛΛΑ…

0
2295

Σαν σήμερα πέρσι, 23 Οκτωβρίου 2014, έκανε πρεμιέρα στο Βασιλικό η ροκ όπερα του ΚΘΒΕ «Alexander the Great». Δεν θα έγραφα αυτό το κείμενο, εάν δεν παρακολουθούσα χθες στο Μέγαρο Μουσικής ένα μιούζικαλ στη διεθνή περιοδεία του, το περίφημο «Mamma Mia!». Υπέροχο, είχα την τύχη να το παρακολουθήσω πριν 4 χρόνια και στο «Prince of Wales Theatre» στο Picadilly, στο Λονδίνο.

Και θεωρώ ότι τα παρακάτω είναι η φυσική συνέχεια της σκέψης που ξεκίνησε με το κείμενο «Φτάνει πια μπουγάτσες, κουλούρια κι έρωτες», ένα παράδειγμα ας πούμε γι’ αυτήν.

Συγκριτικά στις δύο εκδοχές του «Mamma Mia!», υπήρχαν διαφορές που αφορούσαν ιδίως το λιτό -κατάλληλο για διεθνές tour- σκηνικό, όπως και το παιχνίδι με τα φώτα ή το ελάχιστο βίντεο. Στο Λονδίνο, τα πράγματα ήταν πιο πλούσια. Άλλο λοιπόν το ματς εντός έδρας, άλλο εκτός. Κατά τα λοιπά εξαιρετικό, να πάτε να το δείτε όσοι μπορείτε, είναι από τις εμπειρίες εκείνες που μας ανοίγουν τα μάτια για το πως γίνονται τα πράγματα στον έξω από το καβούκι μας κόσμο.

alexander1

Είναι βέβαιο ότι ο κάθε ένας από εμάς θα έφτιαχνε μια διαφορετική παράσταση αν ήταν σκηνοθέτης, όμως ο «Alexander» του ΚΘΒΕ τα είχε όλα όσα έπρεπε να έχει. Δεν είχε ABBA αλλά είχε πολύ ενδιαφέρουσα μουσική. Είχε πολύ καλύτερες εικαστικά σκηνές και βίντεο αρτ, ανάλογα λιτά σκηνικά, πολύ δυνατές φωνές, καλογυμνασμένα σώματα, δεμένα σύνολα. Είχε και ιστορία. Όχι μυθοπλασία. Δεν είχε πολύ έρωτα, ούτε πολύ χαβαλέ. Είχε ιστορία και ιδέες. Και μια -μόνο μια- σύντομη ερωτική ιστορία. Ούτε είχε happy end. Οι μικρές διορθώσεις που έβλεπαν μάνατζερς με τους οποίους γινόταν συζητήσεις προκειμένου να προωθήσουν την παραγωγή στο εξωτερικό, είχαν να κάνουν με τεχνικά ζητήματα, τα οποία φυσικά εύκολα επιλύονται. Αστοχίες διαδικαστικές ή οργανωτικές έγιναν (ήταν θέμα know how). Επί της ουσίας όμως, το έργο αδικήθηκε, γιατί δεν το πιστέψαμε. Παρόλο που ο κόσμος της Θεσσαλονίκης ανταποκρίθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό σε κάτι ούτως ή άλλως πρωτόγνωρο για τα ελληνικά θεατρικά πράγματα.

alexander2

Η εδραιωμένη προτίμηση «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», η έλλειψη οποιασδήποτε αίσθησης πολιτιστικής πολιτικής σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, η μηδενική σύνδεση τουρισμού – πολιτισμού, η ιδεοληπτική αλλεργία με καθετί σχετικό με τον Μεγαλέξανδρο (μόνο στην Ελλάδα συμβαίνει αυτό, όλη η υφήλιος τον σέβεται ή τον διεκδικεί κιόλας ως παγκόσμια προσωπικότητα, οι γείτονες δε ως… συγχωριανό τους), κράτησαν μακριά την «επίσημη κριτική» -να την αποκαλέσουμε έτσι για να συνεννοούμαστε. Αλλά και κόσμο της πόλης που μπορούσε να συμβάλλει στο πέταγμα (μα τι λες τώρα;). Η υπόθεση της Αμφίπολης επιβεβαιώνει την… αλλεργία, το πώς με συνοπτικές διαδικασίες απαξιώθηκε ένα μοναδικό μνημείο με την υπόνοια και μόνο οποιασδήποτε σχέσης με τον Αλέξανδρο… Φυσικά δεν είναι μόνο το ιδεολογικό. Και ίσως δεν είναι κυρίως αυτό.

alexander3

Λονδίνο δεν είμαστε και δεν θα γίνουμε ποτέ, όμως θα μπορούσε ο «Alexander» να είναι η παράσταση που θα παρακολουθούν οι τουρίστες που έρχονται στη Θεσσαλονίκη (για πολλούς λόγους, στο όριο του ανέφικτου υπό τις παρούσες συνθήκες).

Θα μπορούσε το υπουργείο Τουρισμού να αξιοποιήσει μια τέτοια παραγωγή για να προβάλλει τη χώρα («ε όχι και Μεγαλέξανδρους…!»).

Θα μπορούσε ένα υπουργείο Παιδείας να την αξιοποιήσει στα σχολεία (αστεία πράγματα…)

Θα μου πεις, μόνο αυτήν την παράσταση θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν; Όχι βέβαια, αλλά είναι κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό καλλιτεχνικά από όσα έγιναν στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια (έχει πιο μαζικό χαρακτήρα).

Εν πάσει περιπτώσει, ας πούμε ότι τουλάχιστον ο «Alexander» ήταν ένα μάθημα σε πολλά επίπεδα για το ίδιο το Θέατρο. Αλλά και για την ίδια την πόλη. Κι ας ευχηθούμε ότι ήταν μάθημα που δεν θα πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων. Ένα εγχείρημα τολμηρό, που θα λειτουργήσει θετικά για το μέλλον. Όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά και οργανωτικά και σε επίπεδο αξιοποίησης από την ίδια την πόλη.

Προηγούμενο άρθροΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Επόμενο άρθροΒΙΒΛΙΟΑΦΙΞΕΙΣ: ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΙ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ, του Γιώργου Αριστηνού
Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία από μεράκι. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη (πολιτιστικός ρεπόρτερ, προϊστάμενος πολιτιστικού, συντάκτης ύλης πολιτικού, αρθρογράφος). Και διευθυντή τον αείμνηστο Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως πολιτιστικός συντάκτης κι έπειτα η free press «Karfitsa» στην οποία εργάστηκα ως διευθυντής από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Από το Μάιο 2016 ως τον Μάρτιο 2018 αρθρογράφος στη thessnews. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, γραφείο Τύπου σε δύσκολες μάχες (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, Δήμος Δέλτα) και λογογράφος λόγων κρίσιμων. Σταθερά, από την πρώτη του μέρα, στο thinkfree.gr, καταφύγιο λέξεων και σκέψεων. Καταφύγιο δημιουργικότητας στην εποχή που ο χώρος των ΜΜΕ έχει διαλυθεί και τα πάντα αμφισβητούνται. Καταφύγιο αξιοπιστίας και αλήθειας στην εποχή των fake news και του κιτρινισμού. https://www.facebook.com/gkessopoulos

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.