«Μια πόλη που ξεχνάει τ’ όνομά της»: εγώ και η πόλη

0
450
Φωτογραφία του Αλέξανδρου Αβραμίδη
Φωτογραφία του Αλέξανδρου Αβραμίδη

Γράφει ο Αλέξανδρος Αβραμίδης / φωτογράφος

Τα πρώτα παιδικά μου χρόνια τα έζησα στην Παναγία Φανερωμένη, τη συνοικία στα δυτικά όρια του κέντρου. Το σπίτι μας βρισκόταν ανάμεσα στην εκκλησία και τα κάστρα. Μέχρι τα εφτά μου χρόνια η μεγαλύτερη βόλτα που είχα πάει ήταν μέχρι το σπίτι της γιαγιάς μου στην Ικονίου Προκοπίου, δυο στενά παραπάνω.

Με τους σεισμούς του 1978 μετακομίσαμε στα ανατολικά, στη Χαριλάου, δίπλα στο εργοστάσιο της Αλυσίδας. Από το μπαλκόνι μας βλέπαμε το δασάκι της Νέας Ελβετίας. Η περιοχή ήταν γεμάτη προσφυγικές διώροφες κατοικίες και τα απογεύματα μετά το σχολείο παίζαμε στις αλάνες τις γειτονιάς.

Στο γυμνάσιο οι πρώτες κοπάνες – συνήθως μοναχικές  – είχαν προορισμό τη νέα Παραλία. Εκεί ανακάλυψα τη σχέση της πόλης με τη θάλασσα, το μακρινό ορίζοντα που σε ταξιδεύει αλλά και τη γοητεία της αργόσχολης, άσκοπης περιπλάνησης.

Στο λύκειο ήρθε η σειρά του κέντρου. Προξένους Κορομηλά, Ντορέ, τα παλιά καφέ της παραλίας – Αιγαίο, Ματζέστικ, Θερμαϊκός –  και παράλληλα ο μαγικός κόσμος της νεανικής διαφορετικότητας και μερικές φορές παραβατικότητας.

Τότε ήταν που πρωτοδιάβασα το «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» του Γιώργου Ιωάννου. Ιστορίες για τους πρόσφυγες, τους Εβραίους, για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Υποψίες για μια άλλη υπόγεια πόλη που έχει όμως αφήσει διάσπαρτα τα σημάδια της στο σήμερα, για καλά φυλαγμένα μυστικά, αριστοτεχνικά κρυμμένα πίσω από το πέπλο μιας πεζής καθημερινότητας.

Στα δεκαοχτώ μου αισθάνθηκα πως την πόλη την είχα εξαντλήσει. Τη βαριόμουν αφόρητα, ένιωθα πως με έπνιγε. Έφυγα με ένα τρένο και έμοιαζε σαν να έριχνα μαύρη πέτρα πίσω μου.

Ταξίδι, περιπλάνηση, σπουδές, στρατός…. Και τότε ήταν που έπεσε στα χέρια μου το «Μητέρα Θεσσαλονίκη» του Ν. Γ. Πεντζίκη. Η πόλη βιωμένη με ένα σωματοποιημένο τρόπο. Η πόλη βιωμένη σαν ερωμένη, σαν σύντροφος, σαν μαγική συνέχεια μιας συναρπαστικής ιστορίας που και εγώ είμαι ένα λιθαράκι της, μία ψηφίδα της, κομμάτι ενός  παζλ όπου μπορώ, στην τελική, να βρω ένα λόγο ύπαρξης.

Η επιστροφή σήμαινε εργασία, βιοπορισμός αλλά και επανασύνδεση με χώρους και ανθρώπους που είχα αφήσει πίσω μου. Σήμαινε όμως και νέες ανακαλύψεις. Η Άνω Πόλη με τα στενά δρομάκια της και τις γραφικές γειτονιές της, ο Τζώτζος, το Μακεδονικό, τα προάστια, αστικά, μικροαστικά, λίγο μουντά αλλά γεμάτα ιστορίες και ανθρώπους.

Τώρα πια μένω και εγώ σε ένα προάστιο. Έκανα οικογένεια και παιδιά, και αντιμετωπίζω τις δυσκολίες της καθημερινότητας, τις ατελείωτες ώρες αναμονής στα μποτιλιαρίσματα, την αναζήτηση ελεύθερων χώρων για να παίξουν τα παιδιά, την αναγκαστική διέξοδο στα εμπορικά κέντρα, γιατί πολλές φορές η πόλη μπορεί να γίνεται και λίγο αφόρητη. Και μέσα σε όλα αυτά μία πόλη που αλλάζει, «ανακαινίζεται» και «εκσυγχρονίζεται» και πολλές φορές μοιάζει σαν να «ξεχνάει το όνομά της».

Στην Παναγία Φανερωμένη τώρα πια μένουν κυρίως ξένοι. Από το σπίτι στη Χαριλάου, η θέα στο δασάκι της Νέας Ελβετίας έχει χαθεί προ πολλού, μαζί της και τα διώροφα και οι αλάνες. Τα παλιά καφέ στην παραλία έχουν γίνει «μοντέρνα» και τα γραφικά στενά της Άνω Πόλης έχουν γεμίσει ιμιτασιόν παραδοσιακά διώροφα και αμάξια.   Παρ’ όλα αυτά, η πόλη δεν έπαψε ποτέ να γεννά καινούριες ιστορίες, έρωτες, ελπίδες και απογοητεύσεις, δεν έπαψε ποτέ να είναι ζωντανή και δεν έπαψε ποτέ -το βασικότερο απ’ όλα- να βρίσκει τον τρόπο της να με εκπλήσσει.

 

*Ο Αλέξανδρος Αβραμίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1971. Δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο χώρο του φωτορεπορτάζ και έχει συνεργαστεί με πλήθος εντύπων. Οι εργασίες του «Ο κήπος» (1995), «Στις ακτές της Ωγυγίας» (1995), «Έρημη Χώρα» (1999), «Μετανάστες» (2000), «Εκθεσιακός Χώρος» (2007) και «Sanalika» (2010) παρουσιάστηκαν σε ατομικές και ομαδικές  εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διδάσκει φωτογραφία στη ομάδα φωτογραφίας της Θεραπευτικής Κοινότητας Ιθάκης. 

Προηγούμενο άρθροΤο χαμένο στοίχημα του «Καλλικράτη»
Επόμενο άρθροΠΑΡΑΛΟΞΑ / Το θαύμα…
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.