ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ / Η Ασπασία Κρυσταλά συζητά με τη Δ. Κοντελετζίδου

0
1071
Έργο της Ασπασίας Κρυσταλά.
Έργο της Ασπασίας Κρυσταλά.

Οι ρόλοι αντιστρέφονται. Οι καλλιτέχνες συζητούν με την δρ. Δωροθέα Κοντελετζίδου περί τέχνης και άλλων δαιμονίων…

Ασπασία Κρυσταλά: Τον τελευταίο καιρό έχει παρουσιαστεί άνοδος της ακροδεξιάς και των ρατσιστικών φαινομένων / επιθέσεις σε αλλοδαπούς και ομοφιλόφιλους. Θα θεωρούσες ότι μια κριτική μέσω της τέχνης θα είχε κάποιο αποτέλεσμα στην ελληνική κοινωνία;

Δωροθέα Κοντελετζίδου: Όχι, δεν έχω αυταπάτες. Η κριτική στην τέχνη δεν μπορεί να επηρεάσει την ελληνική κοινωνία η οποία είναι, βαθύτατα, συντηρητική. Δεν είναι τυχαία η αύξηση της λογοκρισίας στο θέατρο, στην τηλεόραση, στον Τύπο. Ως κοινωνία δεν αποδεχόμαστε τη διαφορετικότητα, με όποια μορφή και εάν εκδηλώνεται αυτή και αυτό οφείλεται στην εκπαίδευση, αρχής γινομένης της προσχολικής ηλικίας,  τού οικογενειακού περιβάλλοντος,  στην εμμονή σε μια στείρα, αναχρονιστική και ‘εγωκεντρική’ ανάγνωση της Ιστορίας με αποτέλεσμα να επεκτείνεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας: προσωπική, κοινωνική, πολιτιστική, πολιτική. Δέχομαι δεν σημαίνει, απαραίτητα, υιοθετώ αλλά δέχομαι το ανοίκειο, το ‘ξένο’, το άλλο και μπορεί στο τέλος να το οικειοποιηθώ.

Η τέχνη, εξορισμού, είναι το διαφορετικό, είναι η άλλη ματιά, η άλλη ερμηνεία, η άλλη προσέγγιση.

Μου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ακόμα και η αντιμετώπιση της Δικαιοσύνης σε θέματα Τέχνης. Δε θα ξεχάσω την απόφαση και την επιχειρηματολογία της ειρηνοδίκη  Μανουέλα Ρομέι Παζέτι το 1986 όταν το έργο του Κώστα Τσόκλη Το Καμακωμένο ψάρι μαζί με τα Πορτραίτα των Αγίων, με αφορμή την παρουσίαση του στην Μπιεννάλε της Βενετίας το 1986, είχε γίνει αφορμή για να μηνυθεί ο καλλιτέχνης για ανήθικους σκοπούς, για ωμότητα με σκοπό τη διασκέδαση. Η απόφαση, αυτή για μένα, αποτελεί υπόδειγμα ανάγνωσης και ερμηνείας ενός εικαστικού έργου. Δεν νομίζω ότι στην Ελλάδα κάποιος από το Δικαστικό Σώμα θα είχε ή έχει αυτή την βαθιά γνώση και επιχειρηματολογία ώστε να αποδείξει τα ‘ευκόλως εννοούμενα’.  Μπαίνω στον πειρασμό να το παραθέσω γιατί τελικά η τέχνη, για ένα πολιτισμένο και εκσυγχρονισμένο κράτος, δεν είναι μόνο υπόθεση των λίγων: «…Στο μισοσκόταδο της αίθουσας εμφανίζονται στον επισκέπτη πέντε μεγάλες ανθρώπινες φιγούρες σαν ζωντανά πορτρέτα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, με μικρά σκοτεινά κενά διαστήματα μεταξύ τους. Δίπλα τους η εικόνα ενός καμακωμένου ψαριού.

Το σιδερένιο καμάκι, σώμα ξένο προς τη ζωγραφική του φόντου και μπηγμένο στον πίνακα, φέρνει τον θεατή στο χώρο της πραγματικότητας, ενώ τα μεγάλα ζωγραφισμένα ίχνη, τα οποία χάρη στην προβολή βίντεο φορτίζονται με λεπτομέρειες και ανεπαίσθητες κινήσεις, θα μπορούσαν να τον παρασύρουν στην ονειροπόληση.

Οι φιγούρες γυρίζουν για να κοιτάξουν το ψάρι, που πληγωμένο παλεύει σπαράζοντας και παρουσιάζει στο θεατή ένα ζωντανό θέαμα θανάτου (ο οποίος ουσιαστικά δεν επέρχεται)…

Έστω κι αν ο καλλιτέχνης (ο Τσόκλης, μοναδικός αντιπρόσωπος της Ελλάδας στη 42η Μπιενάλε της Βενετίας, με θέμα «Τέχνη και Επιστήμη») θα μπορούσε να έχει συλλάβει, πραγματοποιήσει και παρουσιάσει κάθε εικόνα χωριστά, ο θεατής ασυζητητί αποκομίζει μια εικόνα συνόλου. Οι φιγούρες κινούνται σ’ έναν ενιαίο χώρο, μια αίθουσα ενοποιημένη από το σκοτάδι που κυριαρχεί. Κι’ αυτό, για όποιον μπορεί να συνδέσει τις ελάχιστες κινήσεις των πορτρέτων με το σπαραγμό του ψαριού, θα μπορούσε να σημαίνει μια στάση αδιαφορίας του ανθρώπου μπροστά στο ψάρι που υποφέρει. Είναι λοιπόν η ανθρωπότητα που μπορεί να προκαλέσει φρίκη με την καθημερινή της αδιαφορία, μια και αυτό το ίδιο ψάρι που σπαράζει το βλέπει στον πάγκο της αγοράς σαν αναμφίβολα φρέσκο (δηλαδή μόλις σκοτωμένο), αδιαφορώντας εάν σκοτώθηκε με καμάκι ή πιάστηκε με δίχτυ.

Ή μήπως αυτές οι μεγάλες, σχεδόν ακίνητες φιγούρες, στις οποίες η παραμικρή κίνηση υπογραμμίζει την ιερατική σοβαρότητα, την εξακρίβωση του βαθμού του πόνου, είναι οι ανθρωπόμορφοι θεοί του μύθου; Μ’ ένα βλέμμα και μόνο μπορούν να βοηθήσουν το ψάρι, να το ελευθερώσουν, και μαζί μ’ αυτό όλη τη σκληρή ανθρωπότητα. Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι το ψάρι δεν πεθαίνει. Μια επέμβαση είναι πάντα πιθανή στην ταλαντευόμενη φαντασία του θεατή ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει λοιπόν αποστροφή ούτε χρησιμοποίηση του ζώου με ανήθικους σκοπούς ούτε ωμότητα με σκοπό τη διασκέδαση…»

Περράκης, Μ. (2001). Tsoclis. Από το ημερολόγιο του 1986. Αθήνα: Ε.Μ.Σ.Τ, σ. 68.

Ασπ. Κρ. Γνωρίζοντας το ενδιαφέρον σου για την συμμετοχή σου στη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας, πές μου ένα λόγο που θα προέτρεπε έναν καλλιτέχνη να μείνει στην Ελλάδα και έναν για να φύγει.

Δ. Κ. Θα έλεγα ότι είναι πιο σύνθετο το θέμα. Η φυγή πιστεύω ότι προκύπτει από μια εντονότερη επιθυμία που μπορεί να είναι η εξερεύνηση του άγνωστου, η επιθυμία γνωριμίας με άλλες νοοτροπίες και πολιτισμούς ή ακόμα για προσωπικούς και επαγγελματικούς πειραματισμούς. Όταν έφυγα από την Ελλάδα, το 1979, θυμάμαι ότι οφειλόταν στην κοινωνική και πνευματική ασφυξία που ένοιωθα αλλά και στην εξιδανίκευση της άλλης χώρας. Από τη στιγμή που υπάρχει μέσα μας κάποιο παρόμοιο ‘ζιζάνιο’ η κρίση, η ελληνική κοινωνία είναι η αφορμή. Εάν κάποιος ζει καλά, με ότι μπορεί να συνεπάγεται για τον καθένα η λέξη ‘καλά’, δε φεύγει εύκολα. Αυτό πιστεύω ισχύει και για τον καλλιτέχνη. Το σημαντικό για μένα, τώρα πλέον, είναι να μη αισθανόμαστε ξένοι με τον ίδιο μας τον εαυτό…Νομίζω ότι αυτό ορίζει και τις δύο αποφάσεις.

Ασπ. Κρ. Πως θα περιέγραφες τη σχέση ιστορικού τέχνης και καλλιτέχνη;

Δ. Κ. Άλλες φορές αμήχανη, άλλες φορές αποκαλυπτική αλλά πάντα ‘οξυγονούχα’!

Ασπ. Κρ. Θεωρείς ότι υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που έχει υπερεκτιμηθεί στην ιστορία της τέχνης;

Δ. Κ. Ναι, ο Vincent Van Gogh.

Ασπ. Κρ.: Ποιo βιβλίο θεωρείς το σημαντικότερο για την διαμόρφωσή σου ως ιστορικός τέχνης;

Δ. Κ. Δύσκολο να περιοριστώ σε ένα! Η όποια διαμόρφωση προκύπτει από τη γνώση, το διάβασμα.

Πριν αναφερθώ σε κάποια βιβλία οφείλω να αναφέρω ότι τον τρόπο σκέψης μου τον ‘έπλασε’ ο καθηγητής μου στη Μοντέρνα και Σύγχρονη Ιστορίας της Τέχνης, Eric Michaud.

Τα βιβλία που με ‘στιγμάτισαν’ ήταν του Pierre Francastel,το ‘Περί Γραμματολογίας’ του Jacques Derrida, του Κώστα Αξελού, του Thierry De Duve, του Henri Focillon, του Taraboukin…!

 

Η Ασπασία Κρυσταλά είναι καλλιτέχνης

Η Δωροθέα Κοντελετζίδου είναι ιστορικός/θεωρητικός της τέχνης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.