ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΥΖΗΤΟΥΝ / Η Ευανθία Τσαντίλα συζητά με τη Δ. Κοντελετζίδου

0
1040
E.Tsantila-The Portrait of a Chair, 2011
E.Tsantila-The Portrait of a Chair, 2011

Οι ρόλοι αντιστρέφονται. Οι καλλιτέχνες συζητούν με την δρ. Δωροθέα Κοντελετζίδου περί τέχνης και άλλων δαιμονίων…

Ευανθία Τσαντίλα: Ποια είναι η κατάσταση της κριτικής σκέψης και της δημόσιας συζήτησης για τις εικαστικές τέχνες, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα;

Δωροθέα Κοντελετζίδου: Έχω την εντύπωση ότι η κριτική σκέψη ‘σιωπά’, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων οι οποίοι αναπτύσσουν, ανέπτυσσαν κριτική σκέψη, οι περισσότεροι περιορίζονται σε παρουσιάσεις χωρίς να παίρνουν απαραίτητα θέση με μια μία επιχειρηματολογία που θα βασισθεί στην ερμηνεία και ανάπτυξη του θεωρητικού λόγου και σκέψης. Το ενδιαφέρον είναι να αναζητήσουμε το γιατί;

Προσωπικά, πιστεύω ότι οφείλεται αφενός στο γεγονός μιας ‘κατανάλωσης’ εκθέσεων, έργων οι οποίες έχουν ως μοναδικό στόχο την προβολή του έργου, της καλλιτεχνικής εργασίας του καλλιτέχνη ίσως και του θεωρητικού κειμένου χωρίς όμως να αναπτύσσεται μια εφαρμοσμένη προσέγγιση σε σχέση με την σύγχρονη τέχνη, αφετέρου τα συνέδρια, οι ημερίδες, τα συμπόσια, κατά το πλείστον, περιορίζονται, στις παρουσιάσεις-ενημερώσεις χωρίς και πάλι να αναπτύσσεται αυτό που ονομάζω έρευνα.

Η έρευνα, θα έλεγα, είναι μια άγνωστη λέξη για τον τομέα των τεχνών. Βέβαια δεν υπάρχει ακόμα και η ιστορική απόσταση από το ‘τώρα’ αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητη συνθήκη.

Ε. Τσ: Τις τελευταίες δεκαετίες, το διεθνές σύστημα της τέχνης βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εκτίμηση του έργου με βάση την αγοραστική του αξία. Πως μπορούν σήμερα οι κριτικοί να συνεισφέρουν στην προσπάθεια για την επαναφορά στις αξίες του καλλιτεχνικού αντικειμένου;

Δ. Κ.: Η προσέγγιση αυτή είναι ένα ολόκληρο σύστημα που δημιουργήθηκε από τη νεο-φιλελεύθερη αγορά αλλά και από αυτούς που προώθησαν το ‘ότι πουλάει, ότι εκτίθεται είναι καλό’, χωρίς ουσιαστικά να ‘βλέπουμε’ το παραχθέν καλλιτεχνικό αντικείμενο, τη διαδικασία, την ιδέα, την ιστορία της τέχνης. Κάτι παρόμοιο είχα συμβεί και τη δεκαετία του 1960 αλλά η διαφορά είναι ότι παράχθηκε κριτική σκέψη και από τους καλλιτέχνες και από τους κριτικούς και θεωρητικούς της τέχνης ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο ρεύμα που αφορούσε, αυστηρά, στο καλλιτεχνικό αντικείμενο, στο υλικό και στην κριτική μιας καταναλωτικής κοινωνίας. Στην Ελλάδα είμαστε ακόμα εγκλωβισμένοι σ’ αυτό το σύστημα αλλά παρόλα αυτά, διεθνώς, φαίνεται κάτι να αλλάζει αν λάβουμε υπόψη μελέτες αλλά και τις καλλιτεχνικές εργασίες που δείχνουν να υπάρχει το φυτώριο της αναζήτησης, της ανατροπής.

Ε. Τσ: Ποιες είναι οι προοπτικές στον ελληνικό χώρο, τώρα που η κρίση δυσκολεύει τους κρατικούς φορείς να υποστηρίξουν την καλλιτεχνική δημιουργία και μειώνει τις δυνατότητες μιας πιο ισορροπημένης σχέσης με τις δραστηριότητες των ιδιωτικών φορέων;

Δ. Κ. Πραγματικά δεν ξέρω. Οφείλουμε  να αναζητήσουμε την υποστήριξη ενός ευρύτερου κοινού που όμως δεν υπάρχει. Οφείλουμε να κινητοποιήσουμε μηχανισμούς της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με χορηγίες, ο νόμος υπάρχει, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η καλλιτεχνική παραγωγή είναι αναπόσπαστο τμήμα των μεταρρυθμίσεων που πρέπει να γίνουν και όχι μια αφηρημένη έννοια ώστε να προστατευθεί και η τέχνη, αλλά νομίζω ότι όλα αυτά αφορούν ένα ειδικό κοινό το οποίο και δεν εισακούεται ή δεν του ζητάτε η γνώμη.

Ε. Τσ.: Σ’ αυτή την εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία οι καλλιτέχνες έρχονται αντιμέτωποι με ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα και χρειάζεται να καταβάλουν ακόμη μεγαλύτερες προσπάθειες για την συνέχιση του καλλιτεχνικού τους έργου, καθώς ο Πολιτισμός μαζί με την Παιδεία και την Υγεία είναι από τους πρώτους τομείς που υποφέρουν. Ωστόσο, η έλλειψη αναγνώρισης της κοινωνικής προσφοράς του καλλιτέχνη και η άνιση αντιμετώπισή του στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προϋπήρχε της κρίσης (π.χ. η ανυπαρξία θεσμικού πλαισίου οικονομικής ανταμοιβής για την εργασία και των καλλιτεχνών στις κρατικές διοργανώσεις). Πως μπορεί στην παρούσα κατάσταση ο κόσμος που πλαισιώνει την καλλιτεχνική δημιουργία (κριτικοί, επιμελητές, κρατικοί πολιτιστικοί φορείς κλπ), να υποστηρίξει μία άλλη κουλτούρα που θα εκτιμά περισσότερο το καλλιτεχνικό έργο και θα ενισχύει έμπρακτα την καλλιτεχνική παραγωγή;

Δ. Κ.: Συμφωνώ απόλυτα με τη διαπίστωση. Για μένα είναι θέμα παιδείας και συνειδητοποίησης ότι η καλλιτεχνική παραγωγή είναι ένα πνευματικό ‘προϊόν’ το οποίο δεν μπορούμε να το αντιμετωπίζουμε ευκαιριακά με στόχο την όποια έκθεση και προβολή του χώρου που το προωθεί. Ξέρετε έχω αρνηθεί συνεργασίες με γκαλερί οι οποίες το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να ‘στελεχώσουν’ το εκθεσιακό τους πρόγραμμα εις βάρος του καλλιτέχνη και του έργου του, είμαι θέση αντίθετη στις δωρεές καλλιτεχνών σε μουσεία, αν και στην Ελλάδα έχει γίνει ‘θεσμός’, γιατί ενώ ‘στήνονται’ συλλογές με τα έργα των καλλιτεχνών, με τη συναίνεση βέβαια και του καλλιτέχνη για ευνόητους λόγους, η όλη διαχείριση αποδεικνύει ότι και ο καλλιτέχνης και το καλλιτεχνικό έργο χρησιμοποιούνται από τους πολιτιστικούς φορείς για να προωθήσουν το δικό τους έργο…, άρα για ποια κουλτούρα μιλάμε; Για να μιλήσουμε και τη γλώσσα της αγοράς: τα ‘κέρδη’ οφείλουν να είναι ισομερώς διανεμημένα, αυτό προϋποθέτει αντίσταση εκ μέρους των καλλιτεχνών και το σεβασμό εκ μέρους των φορέων αλλά και των ιστορικών τέχνης, επιμελητών κ.τ.λ. στην καλλιτεχνική εργασία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.