Ο νέος γκασταρμπάιτερ

1
389
ΠΗΓΗ apatris.info
ΠΗΓΗ apatris.info

Γράφει η Άντζελα Ζιούτη / [email protected]

Εκείνο το πρωινό της Δευτέρας το αεροδρόμιο είχε πυκνή ομίχλη. Τόσο που δεν έβλεπες τη μύτη σου. Τα μεγάφωνα ανήγγειλαν ήδη την ματαίωση κάποιων πτήσεων. Τα αεροπλάνα ήταν παρατεταγμένα στη σειρά σαν σμήνος πουλιών που πάτησαν όλα μαζί στο έδαφος, επειδή βρήκαν ξαφνικά κάπου τροφή.  Η γιαγιά Χαρίκλεια κρατούσε σφικτά μία σακούλα σούπερ μάρκετ παραγεμισμένη με τάπερ: σουτζουκάκια σμυρνέικα, ιμάμ μπαιλντί και λαχανοντολμάδες. Έτσι. Να έχει το εγγόνι της να τρώει μαγειρεμένο φαγητό από τα χεράκια της τώρα που πάει στα ξένα. Να “πετάει” στο φούρνο μικροκυμάτων όταν γυρίζει κατάκοπος από τη δουλειά το πιάτο με τις γεμιστές μελιτζάνες και να μυρίζει Ελλάδα όλη η Χολτσάπφελ Στράσσε. Ναι, ο Βαγγέλης βρήκε δουλειά στο Μόναχο και φεύγει. Στην αρχή θα είναι βοηθός μηχανοργάνωσης σε πεντάστερο ξενοδοχείο. Αλλά, όλοι έτσι δεν ξεκινάνε; Και δεν είναι μόνο ο Βαγγέλης που μεταναστεύει επειδή “χτύπησε πολλές πόρτες” για δουλειά αλλά καμία… δεν άνοιξε. Συγκεκριμένα, από τις αρχές μόνο του καλοκαιριού υπήρξαν τα ελληνικά βιογραφικά σημειώματα που καταχωρήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Πύλη για την κινητικότητα στην εργασία και η Ελλάδα σχεδόν διπλασιάστηκαν.

“Παιδάκι μου, ρώτα. Θα πετάξει για Μόναχο;” είπε μετά από λίγο η γιαγιά Χαρίκλεια στον Βαγγέλη. Η μαμά του δεν του άφηνε στιγμή το χέρι, η αδελφή του έβγαζε αναμνηστικές φωτογραφίες με μία ψηφιακή μηχανή και ο μπαμπάς του έσερνε τις βαλίτσες με τα ροδάκια. Ο Βαγγέλης άκουγε από τα ακουστικά που είχε στριμώξει μέσα στο αυτί, Thievery Corporation και χτυπούσε το πόδι του ρυθμικά στο δάπεδο. Η νέα γενιά της μετανάστευσης από τη χώρα μας φυσικά και δεν ακούει “το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό “ του Καζαντζίδη. Ίσως επειδή το ψωμί της πατρίδας τελευταία έγινε ακόμη… πιο πικρό. Φαρμάκι.

Προηγούμενο άρθροΤα χιλιόμετρα που έκανα σχολείο μου για σένα…
Επόμενο άρθροΤο τέλος της κοροϊδίας
Γεννήθηκα το Φεβρουάριο του ’68 στη Θεσσαλονίκη. Η μαμά λέει ότι εκείνη τη μέρα, χιόνιζε πολύ. Η συγκοινωνία είχε σταματήσει και το ολόλευκο αστικό τοπίο διακόπτονταν από τις βαθιές πατημασιές των περαστικών. Στην ίδια πόλη μερικά χρόνια μετά σπούδασα οικονομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Από τα οικονομικά όμως αγάπησα πιο πολύ την ποίηση. Τον Λειβαδίτη, τον Καρούζο, τον Πρεβέρ. Γιατί η επιστήμη σε μαθαίνει πως να κουμαντάρεις τα λεφτά. Ενώ η ποίηση πως να κουμαντάρεις τη ψυχή. Το 1999 εκδόθηκε η συλλογή μου «Ο Θεός κατοικεί σε ουρανοξύστη, 31 ποιήματα της πόλης» από τον Παρατηρητή. Λίγο αργότερα το 2003 κυκλοφόρησε από τα Ελληνικά Γράμματα «Η Αρχιτεκτονική των σιωπηλών ημερών». Το πρώτο μου μυθιστόρημα εκδόθηκε από τη Φερενίκη το 2009 με τον τίτλο «Ο ήλιος στο πάτωμα». Προφητικός τίτλος για μια χώρα που κατρακύλησε κατόπιν στο ναδίρ. Αρθρογραφούσα στην Karfitsa και τώρα στο Thinkfree. Ευτυχώς που η σκέψη δεν είναι Μερσεντές να κατασχεθεί. Γιατί εδώ σκεφτόμαστε ακόμη. Ελεύθερα.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.