Πάθος τυφλό…

2
952

Η όπερα «Σαμψών και Δαλιδά» στο Μέγαρο Μουσικής

Γράφει ο Αντώνης Ι. Κωνσταντινίδης*

H «Όπερα», αυτό το απαιτητικό είδος της μουσικής δημιουργίας που ολοκληρώνεται μέσα από τη σύνθεση του λόγου και της μελωδίας πάνω στη θεατρική σκηνή, δεν έχει πλέον στη Θεσσαλονίκη τη θέση που είχε πριν από λίγα μόλις χρόνια. Υποθέσεις για να στηρίξουν αυτή τη διόλου κολακευτική, όμως υπαρκτή πραγματικότητα θα μπορούσαν να αναπτυχθούν πολλές. Δεν γνωρίζω αν αυτή η θεσμική οπισθοδρόμηση που σηματοδοτήθηκε από το κλείσιμο ουσιαστικά της «Όπερας Θεσσαλονίκης» και συνεχίζεται με την υποχρηματοδότηση των κυριοτέρων φορέων μουσικής παιδείας και πολιτισμού (Μέγαρο, Κρατική Ορχήστρα, Κρατικό Ωδείο) αποτελεί ακόμη ένα από τα πολλά παρεπόμενα της οικονομικής κρίσης ή ένα ιδιαίτερο σημείο προβληματισμού για τη γενικότερη ικανότητας αυτής της πόλης και των ιθυνόντων της να χειρισθούν με αξιοσύνη, όραμα αλλά και αξιοπρέπεια, θέματα θεσμών και υποδομών. Γνωρίζω όμως ότι σε κάθε περίπτωση το μέλλον της όπερας στη Θεσσαλονίκη, το οποίο θα μπορούσε να έχει ενταχθεί σε ένα προσοδοφόρο, πέρα ίσως και από τα στενά πλαίσια του πολιτισμού, σχεδιασμό, προβλέπεται πλέον, αν όχι αβέβαιο, αν μη τι άλλο, δυσοίωνο.

Χωρίς να μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτές τις σκέψεις, παρακολουθήσαμε (Κυριακή 6/11), την τελευταία, μετά από τα δύο περίπου χρόνια οπερατικής σιωπής, παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, το έργο του Saint-Saëns, «Σαμψών και Δαλιδά».

Το έργο

Με πηγή έμπνευσης το γνωστό βιβλικό κείμενο, το έργο εξ αρχής μεγαλόπνοο όχι μόνο ως προς τη θεματική του σύλληψη αλλά και ως προς τις απαιτήσεις ορχήστρας, χορωδίας και σκηνικών, θέτει διαχρονικά διλήμματα. Το πνεύμα αντιπαλεύει το σώμα, το συναίσθημα αντιμάχεται τη λογική, το ηθικό καθήκον αντικρούεται με το ερωτικό πάθος. Όλα γυρίζουν αενάως γύρω από αρχετυπικά δίπολα, του άνδρα και της γυναίκας, του αέρα και της φωτιάς, του έρωτα και της προδοσίας, τα οποία ενσαρκώνονται στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών. Το θανάσιμο παιχνίδι οδηγείται σταδιακά στην μοιραία επερχόμενη τιμωρία του Σαμψών, ενώ η τελική λύτρωση του ταπεινωμένου ήρωα πραγματοποιείται σ’ ένα σε ένα αμφότερα καταστροφικό, θεαματικό φινάλε. Η φορτισμένη ατμόσφαιρα του κειμένου, όπου οι εντάσεις και η δραματικότητα κυριαρχούν, βρίσκει γόνιμη, εκφραστική διέξοδο στις λυρικές μελωδίες, στο ρομαντικής υφής ορχηστρικό χρώμα, στους ευφάνταστους μουσικούς συνειρμούς που απαιτούν ανάλογους εκφραστικούς χειρισμούς από το σύνολο των συντελεστών.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης Michal Znaniecki έδεσε την ιστορία με ιστορικές αναφορές στα κουστούμια των δεδιωγμένων σκλάβων και στα ευμεγέθη, γήινων αποχρώσεων, σκηνικά του Αθανασίου Κολαλά, χρησιμοποιώντας ευφυώς, αντιληπτά πρωθύστερα σχήματα από τη νεώτερη, όμοια ιστορία του εβραϊκού λαού. Αντίθετα, οι Φιλισταίοι εντάχθηκαν στη δομή του έργου υπό μία εντελώς διαφορετική οπτική η οποία υπέκυπτε σε σαφείς εξπρεσιονιστικές επιρροές. Τα κουστούμια τους παρέπεμπαν ευθέως στον Darth Vader των Star Wars, ενώ και η κινησιολογία τους στόχευε στην ενίσχυση αυτής της αισθητικής όπου κυριαρχεί η παραμορφωμένη ή και μεταλλαγμένη κάποτε, πραγματικότητα. Θεωρώ όμως, ότι οι κοινοί συμβολισμοί, από την «Μητρόπολη» του Φριτς Λάνγκ μέχρι τον «Σαμψών και Δαλιδά» του Znaniecki, δεν σημαίνει ότι μπορούν να στέκονται σε κάθε περίπτωση με την ίδια ευστάθεια ή και να επικοινωνούν πάντοτε με την ίδια επιτυχία, σε κοινούς δρόμους. Στη συγκεκριμένη παράσταση οι επιλογές αυτές μάλλον ακροβάτησαν με επιδεξιότητα πάνω σε σκούρα χρώματα και σκληρούς φωτισμούς, ενισχύοντας τα αντιθετικά νοήματα του έργου, όχι όμως και με την απαιτούμενη κομψότητα μιας ομοιογενούς, ιστορικών ή μη διαστάσεων, διαπραγμάτευσης του θέματος.

Ο τενόρος German Villar που ενσάρκωσε τον οπερατικό Σαμψών, υπήρξε άνετος, στη μουσική του ερμηνεία, αλλά δεν έκλινε με πειθώ στους έντονα δραματικούς τόνους που απαιτούνται υποκριτικά.

Η μεσόφωνος Hadar Halevy, ως άλλη σαγηνευτική και πανούργα Δαλιδά, ακλούθησε τα σκηνοθετικά κελεύσματα με συνέπεια, αναδεικνύοντας τα συγκεκριμένα αισθητικά πλαίσια του ρόλου της, χωρίς υπερβολές και με αξιοπρέπεια.

Καθόλα εξαιρετικός υπήρξε ο βαρύτονος Άκης Λαλούσης στο ρόλο του Αρχιερέα. Πλούσιο ηχόχρωμα με τις αντίστοιχες για το χώρο εντάσεις, και άρτια σκηνική παρουσία χαρακτήριζαν την ερμηνεία του.

Μας άρεσε ιδιαίτερα και σημειώνουμε την παρουσία του βαθύφωνου Κωνσταντίνου Κατσάρα στο ρόλο του ισραηλίτη Γέροντα.

Κέρδισε τις εντυπώσεις οι Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης για την ερμηνευτική και υποκριτική της παρουσία των μελών της, ενισχύοντας καθοριστικά τις θετικές εντυπώσεις του έργου. Η καθαρότητα των μελωδιών και η ζωντάνια των χρωμάτων της υπήρξε εμφανής, από τα στατικά χορωδιακά της α’ πράξης, μέχρι τους μεθυστικούς βακχείους χορούς του τέλους.

Στην ανάδειξη της παράστασης θεωρούμε ότι συνέβαλε η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης υπό τη διεύθυνση του Αλέξανδρου Μυράτ που φώτισε τις λεπτομέρειες και τις μουσικές κατευθύνσεις της οπερατικής γραφής με εμφανή ωριμότητα και επαγγελματισμό.

*Μουσικοκριτικός

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.