ΠΑΡΑΛΟΞΑ / Ο νοσοκόμος

0
474

Γράφει ο Σπύρος Σιδέρης / [email protected]

 

Θα διαφωνήσω με το μαζί τα φάγαμε, αλλά θα ομολογήσω ευθαρσώς ότι μαζί τα κάναμε σκατά σ’ αυτή τη χώρα. Πολιτικοί και πολίτες, εξουσία κι εξουσιαζόμενοι βάλαμε το λιθαράκι μας, για να μην πω κοτρόνα, στο κράτος που απολαμβάνουμε ως ανυπόληπτα ευυπόληπτοι πολίτες. 
Κοινοτυπίες θα πω, δεν ανακάλυψα άλλωστε την Ελλάδα εγώ, απλά την βρήκα έτσι και την προχωράω στα ίδια και χειρότερα. Γιατί όταν συμμετέχεις ακούσια ή εκούσια στη συνέχιση είσαι κι εσύ υπεύθυνος.

Πριν μερικές μέρες, βρέθηκα στο νοσοκομείο για την εγχείρηση του πατέρα μου, που ευτυχώς για όλους ήταν επιτυχής. Μόλις βγήκε από το χειρουργείο, ο νοσοκόμος τον μετέφερε πάνω στο φορείο για να τον πάει στο δωμάτιο του. Η απόσταση ήταν δεν ήταν 100 μέτρα. Μου ζήτησε ευγενικά, οφείλω να πω, να βοηθήσω να τον βάλουμε από το φορείο στο κρεβάτι. Όταν τελειώσαμε πήρε το φορείο και ξεκίνησε να φύγει από το δωμάτιο.

Η μάνα μου την ίδια στιγμή με ρωτάει, έχεις ψιλά; Τι να τα κάνεις τη ρώτησα. Να τα δώσω στο παλικάρι που έφερε τον πατέρα σου από το χειρουργείο.

Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι με την μία. Κόντεψα να το πάθω το εγκεφαλικό. Μα καλά της λέω, ο άνθρωπος αυτός δεν πληρώνεται για την δουλειά που κάνει; Εσύ γιατί πρέπει να τον πληρώσεις;

Μα έφερε τον πατέρα σου εδώ, μου απάντησε γεμάτη απορία για την έκρηξή μου. Πληρώνεται για να κάνει αυτή τη δουλειά της λέω. Στον φούρναρη δίνεις επιπλέον λεφτά γιατί σου κράτησε το ψωμί που είχες προπληρώσει; Εδώ γιατί θα πρέπει να του δώσεις;

Απάντηση δεν πήρα καμιά. Το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν την μάνα μου να βγάζει ένα δεκάευρω και να βγαίνει στον διάδρομο. Έτρεξα από πίσω της να την προλάβω, αλλά με πρόλαβε αυτή, γιατί είχε βάλει ήδη το χαρτονόμισμα στην τσέπη του τραυματιοφορέα.

Το σκέφτηκα ξανά και ξανά το περιστατικό, που σίγουρα δεν θα ήταν το μόνο για τον συμπαθή νοσοκόμο. Ο άνθρωπος δεν τα ζήτησε είναι η αλήθεια, αλλά τα πήρε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Δυο άνθρωποι όμως συμμετείχαν στην διαιώνιση μιας αρρωστημένης νοοτροπίας που δεν βοηθά καθόλου να αλλάξουμε αυτό τον τόπο προς το καλύτερο. 

Και φυσικά φταίω κι εγώ που ντράπηκα και δεν ζήτησα το δεκάευρω από τον νοσοκόμο κι έτσι ανερυθρίαστα συμμετείχα ισότιμα σε διακίνηση μαύρου εισοδήματος.

Προηγούμενο άρθροΚαλημέρα Θεσσαλονίκης!
Επόμενο άρθροΣφάγια στον βωμό του πελατειακού κράτους
Ως Σπύρος Σιδέρης γεννήθηκα κάτω από τον Αττικό ουρανό, τον Οκτώβρη του ’64 αγναντεύοντας την Ακρόπολη. Από τότε η ζωή μου είναι ένα μεγάλο ταξίδι. Από τη Θράκη στη Μακεδονία, από την Πελοπόννησο και την Αρχαία Ολυμπία στην Ήπειρο τη Θεσσαλία και την Καρδίτσα. Σπούδασα στη Βουλγαρία, έζησα ταξιδεύοντας στην Ελλάδα και πέρασα γι’ αρκετά φεγγάρια από τη Μεγάλη Βρετανία, όπου εργάστηκα στο Ελληνικό Ραδιόφωνο του Λονδίνου (LGR). Γράφω και συγγράφω, μιλώ κι αναλύω, είτε από τα ερτζιανά, είτε από τις σελίδες εφημερίδων, είτε από φιλόξενες ιστοσελίδες. Τα τελευταία χρόνια ζω στην ακριτική Θράκη και την Αλεξανδρούπολη ενώ εργάζομαι σε ξένα μέσα ως ανταποκριτής-αναλυτής. Τιμήθηκα δύο φορές για τη συγγραφή διηγημάτων και εξέδωσα δυο παιδικά παραμύθια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.