ΠΑΡΑΛΟΞΑ / Στο λεωφορείο…

0
653

Γράφει ο Σπύρος Σιδέρης / [email protected]

Είμαστε έξυπνος λαός οι Έλληνες και σε συνδυασμό με την πονηριά που έχει μπολιάσει το είναι μας, μπορούμε να κάνουμε θαύματα όταν θέλουμε. Αλλά αλήθεια το θέλουμε ή αυτό που θέλουμε είναι να αντιγράφουμε ότι μας βολεύει και μας συμφέρει; Δεν είναι τυχαίο πάντως, ότι μόλις περάσουμε τα σύνορα και βρεθούμε σε ένα περιβάλλον πιο φιλικό προς τον άνθρωπο, ένα περιβάλλον που θα έχει αποβάλλει την εγχώρια γκρίνια και μιζέρια, τότε μεγαλουργούμε ή τέλος πάντων καλυτερεύουμε την ζωή μας.

Δεν ξέρω τι φταίει γι αυτή μας την διαφοροποίηση, πάντως σίγουρα δεν φταίει ότι μας ψεκάζουν, που λέει και μια φίλη. Τα ταξίδια με όλα τα μαζικά μέσα μεταφοράς, είναι μια εμπειρία που θα πρέπει να την βιώσεις οπωσδήποτε. Να την βιώσεις, όχι για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο για να συγκρίνεις, την χώρα μας, με τις άλλες. Και δεν μιλώ για τις ανεπτυγμένες, μιλώ για τις «υπανάπτυκτες» χώρες. Όπως η Τουρκία για παράδειγμα που την ανεβάζουμε και την κατεβάζουμε εμείς οι Ελληνάρες.

Η ώρα είναι δυόμιση το πρωί και μαζί με τον φίλο μου τον Θανάση, περιμένουμε το λεωφορείο που θα μας μεταφέρει από το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης στην Κωνσταντινούπολη. Ο Θανάσης, δεν έχει ξαναταξιδέψει με τουρκικό μέσο και τον βλέπω να είναι σε μια κατάσταση αδημονίας για την πρωτόγνωρη αυτή εμπειρία.

-Αλήθεια μου λέει, θα κουβαλάν και κότες μαζί τους οι επιβάτες, όπως βλέπουμε στις ταινίες;

Γύρισα και τον κοίταξα, με το πιο απορημένο βλέμμα που θα μπορούσα να έχω. Μα τι λες Θανάση, που το είδες αυτό;

-Μα καλά αυτοί είναι υπανάπτυκτοι, μου είπε. Φυσικά το υπανάπτυκτοι ήταν η μόνη λέξη που δεν είπε, αλλά δεν μπορώ να τις μεταφέρω, γιατί σέβομαι τους οφθαλμούς σας.

Γέλασα από μέσα μου και περίμενα να δω τις αντιδράσεις του όταν θα ερχόταν το λεωφορείο, που λες και το παρήγγειλα, έκανε την εμφάνιση του. Άναψε τα φώτα στάθμευσης, πάρκαρε στον προκαθορισμένο χώρο κι ετοιμαστήκαμε να ανέβουμε. Ένας νεαρός, με παπιγιόν και γιλέκο κατέβηκε και μας ζήτησε στα τούρκικα το διαβατήριο και το εισιτήριο μας. Επειδή οι λέξεις πασπόρτ και μπιλέτ είναι κάπως γνωστές δεν είχαμε πρόβλημα συνεννόησης. Αφού έλεγξε τα εισιτήρια και τις ταυτότητες μας, πήρε τις βαλίτσες μας, τις κρέμασε μια καρτελίτσα με το όνομα μας και την θέση μας και τις έβαλε στο χώρο των αποσκευών δίνοντας μας ένα απόκομμα.

Ο Θανάσης με κοίταξε απορημένος. Εγώ απλά χαμογέλασα αδιόρατα μέσα στο σκοτάδι. Ανεβήκαμε στο λεωφορείο όπου οι μαντήλες ξεχώριζαν πάνω από τα καθίσματα.

-Πρόσεχε μην πατήσεις τις κότες που κουβαλάν, είπα με διάθεση πειράγματος στον φίλο μου. Φυσικά κότες και κουνέλια δεν υπήρχαν πουθενά. Οι επιβάτες κάθονταν στις θέσεις τους, ο διάδρομος ήταν πεντακάθαρος και οι θέσεις μας, μας περίμεναν άδειες και φιλόξενες.

Τακτοποιήσαμε τις χειραποσκευές και τα πανωφόρια μας  και κάτσαμε στις αναπαυτικές μας θέσεις. Το λεωφορείο ξεκίνησε και ο νεαρός με το παπιγιόν ήρθε να μας δώσει υγρά μαντηλάκια για να καθαρίσουμε τα χέρια μας. Άνοιξε τις οθόνες τηλεόρασης  που ήταν ακουμπισμένες πάνω στις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων και μας έδωσε από ένα ζευγάρι ακουστικά για να κάνουμε χρήση των οθονών. Ο Θανάσης κοιτούσε έκπληκτος ότι διαδραματίζονταν μπροστά του.

Σε λίγο ο ίδιος νεαρός ήρθε και μας ρώτησε στα τούρκικα και πάλι, αν θέλαμε καφέ ή τσάι. Και πάλι οι λέξεις δεν μας φάνηκαν άγνωστες και παραγγείλαμε καφέ. Μας σέρβιρε, άνοιξε το τραπεζάκι που ήταν κι αυτό στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος και η περιπέτεια ξεκίνησε.

-Ο Θανάσης ζούσε μοναδικές στιγμές. Μα καλά σε αεροπλάνο είμαστε; ρώτησε.

-Όχι του λέω, απλά έτσι είναι τα ΚΤΕΛ στην Τουρκία. Παρέχουν υπηρεσίες, παρόμοιες με τις υπηρεσίες των αεροπλάνων, σε πολύ χαμηλότερες τιμές. Το κάνουν για να ανταγωνιστούν τις αεροπορικές εταιρείες, αλλά πρωτίστως γιατί πρέπει να ευχαριστήσουν τον πελάτη τους, εσένα, εμένα κι όλους αυτούς Θανάση μου, που κουβαλάν κότες και κουνέλια όπως είπες πριν.

Ο Θανάσης δεν μίλησε. Απολάμβανε το ταξίδι. Απόλαυσε και τα κέικ που μας κέρασαν, το αναψυκτικό, το νερό που μας πρόσφεραν σε σφραγισμένες συσκευασίες των 150ml, απόλαυσε και την κολόνια λεμόνι που μας έφερνε ο νεαρός συνοδός με το παπιγιόν για να αναζωογονούμαστε. Απολαύσαμε και το τσιγάρο στην εικοσάλεπτη στάση που κάναμε σε ένα χώρο με πολλά μαγαζιά γύρω – γύρω για να μπορείς να επιλέξεις που θες να πας, ενώ, να μην ξεχάσω, είχαμε συνεχή σύνδεση wi-fi στο εσωτερικό του λεωφορείου.

Χρησιμοποιήσαμε κι άλλες φορές με τον φίλο μου λεωφορεία στην Τουρκία και δεν είχαν καμιά διαφορά σε παροχή υπηρεσιών από το πρώτο που μας μετέφερε στη χώρα. Ευγένεια, καθαριότητα και πάμπολες υπηρεσίες. Ο Θανάσης στο τέλειωμα του ταξιδιού μας, γύρισε, με κοίταξε με βλέμμα γεμάτο ενοχές και είπε: συγνώμη.

-Τη συγνώμη φίλε μου, την χρωστάς σ αυτούς που είπες υπανάπτυκτους κι όχι σ’ εμένα, του είπα κι εκεί χωρίσαμε για να πάει ο καθένας σπίτι του.

Προηγούμενο άρθροΣοκ για το ΠΑΣΟΚ…
Επόμενο άρθροΜΜΕ: Ελευθερία, ηγεσία και πολιτική
Ως Σπύρος Σιδέρης γεννήθηκα κάτω από τον Αττικό ουρανό, τον Οκτώβρη του ’64 αγναντεύοντας την Ακρόπολη. Από τότε η ζωή μου είναι ένα μεγάλο ταξίδι. Από τη Θράκη στη Μακεδονία, από την Πελοπόννησο και την Αρχαία Ολυμπία στην Ήπειρο τη Θεσσαλία και την Καρδίτσα. Σπούδασα στη Βουλγαρία, έζησα ταξιδεύοντας στην Ελλάδα και πέρασα γι’ αρκετά φεγγάρια από τη Μεγάλη Βρετανία, όπου εργάστηκα στο Ελληνικό Ραδιόφωνο του Λονδίνου (LGR). Γράφω και συγγράφω, μιλώ κι αναλύω, είτε από τα ερτζιανά, είτε από τις σελίδες εφημερίδων, είτε από φιλόξενες ιστοσελίδες. Τα τελευταία χρόνια ζω στην ακριτική Θράκη και την Αλεξανδρούπολη ενώ εργάζομαι σε ξένα μέσα ως ανταποκριτής-αναλυτής. Τιμήθηκα δύο φορές για τη συγγραφή διηγημάτων και εξέδωσα δυο παιδικά παραμύθια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.