“Προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα;”

0
665

Rodin le penseurΓράφει ο Θέμης Παρλαβάντζας / [email protected]

«Δούλεψε σαν να ζεις τις πρώτες ημέρες ενός καλύτερου έθνους» παρότρυνε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 τους Σκωτσέζους συμπατριώτες του ο Άλασντερ Γκρέι, μυθιστοριογράφος, ζωγράφος, ποιητής, υποστηρικτής του «Ναι» για την  ανεξαρτητοποίηση της Σκωτίας.

Μια εντελώς αυθαίρετη αναγωγή στα καθ’ ημάς ήταν αναπόφευκτο να δημιουργήσει κάποιο προβληματισμό για το αύριο του τόπου μας. Τόσο η προτροπή «δούλεψε» –  με την ευρύτερη σημασία τού: ονειρέψου, φαντάσου, σχεδίασε, οργάνωσε, αγωνίσου – όσο και η φράση «ενός καλύτερου έθνους» θα ήταν σε θέση να γίνουν αποδεκτά και να κινητοποιήσουν κάθε Έλληνα ξεχωριστά; Και γιατί τελικά δεν δημιουργήθηκαν συνθήκες δημιουργικής ώσμωσης και σύνθεσης τέτοιες που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια μικρή αθόρυβη εθνική επανάσταση;

Κυριαρχεί ευρέως η αντίληψη πως σαν ήρωες βαρναλικοί «…δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα». Θεωρίες, απόψεις, πολεμική έχουν ήδη διατυπωθεί για το θέμα εδώ και καιρό. Πολύς λόγος έχει γίνει για την ατολμία των συγκαιρινών Ελλήνων, την αναιμική τους βούληση να πάρουν την τύχη στα χέρια τους και για τη μοιρολατρική τους παράδοση στη βουλιμία των τροϊκανών. Γιατί πια τόσο μουδιασμένη η Ελλάδα; Παροτρύνσεις για εξεγέρσεις εναντίον της ντόπιων κυβερνήσεων, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, των ξένων και εγχώριων μονοπωλίων, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Τουναντίον. Σε μια τόσο δύσκολη περίοδο το τέρας του ναζισμού σήκωσε κεφάλι.

Εξετάζοντας προσεκτικά τα χρόνια της κρίσης, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η αμφιβολία, η αμφισβήτηση, ο σκεπτικισμός έχουν για τα καλά φωλιάσει στη σκέψη των Ελλήνων. Οράματα, ηγεσίες, προτάσεις, σχεδιασμοί, επαναστάσεις έχουν προ πολλού χάσει τη λάμψη τους και το αύριο κανοναρχείται από τη δυσπιστία και τον προβληματισμό. Το μούδιασμα του έθνους είναι πασιφανές!

Αναζητώντας τις αιτίες, μια ψύχραιμη ματιά στα πράγματα θα φώτιζε πρώτα και κύρια τις εξωγενείς συνθήκες που δημιουργούν για κυβερνήσεις και πολίτες ένα ασφυκτικό, χωρίς ορίζοντες πλαίσιο στη διεθνή σκηνή. Η αλληλεξάρτηση των κρατών – ακόμη και ισχυρών – και η ηγεμονία των αγορών έχουν περιορίσει σημαντικά τις δυνατότητες των κυβερνήσεων να «διαφεντέψουν» τον τόπο τους. Τράπεζες, κεφάλαια, ΜΜΕ, οίκοι αξιολόγησης, υπερεθνικοί οργανισμοί, βιομηχανικοί και επικοινωνιακοί κολοσσοί  διαμορφώνουν ένα υπερβολικά σύνθετο σκηνικό αταξίας και χάους(;) υπαγορεύοντας συμπεριφορές και πολιτικές. Το εθνικό κράτος, αδύναμο όσο ποτέ, αναζητεί εναγωνίως ταυτότητα. Όσο κι αν οι εθνικιστικές κορώνες βρίσκουν ώτα ευήκοα για περισσότερη εσωστρέφεια και περιχαράκωση στις αξίες του παρελθόντος, η πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης μοιάζει ανεπίστρεπτη. Από την άλλη πλευρά, κάθε προτροπή σε ξεσηκωμούς και επαναστάσεις αριστερού τύπου αντιμετωπίζεται επίσης με επιφύλαξη, καθώς τα παραδείγματα της αριστερής διακυβέρνησης στον πλανήτη εξαντλούνται είτε στη φαιδρότητα ενός Μαδούρο είτε στη Βορειοκορεατική φρικαλεότητα. Ξεχωριστή αναφορά θα έπρεπε επίσης να γίνει και στις εστίες πολέμου σε Αφρική, Ασία και Ευρώπη καθώς και στον Ισλαμικό φονταμενταλισμό και τη δυναμική του σκότους που φιλοδοξεί να σπείρει.

Αν λοιπόν οι εξωγενείς αντικειμενικοί παράγοντες υποδαυλίζουν τον προβληματισμό κάθε καλόπιστου Έλληνα πολίτη, τη φλόγα του σκεπτικισμού και του μουδιάσματος κρατούν άσβεστη οι ενδογενείς, οι εντός των ελληνικών τειχών και των νοών παράγοντες.  Ποιος αγνοεί τις φαυλεπίφαυλες κυβερνήσεις του παρελθόντος – εν πολλοίς υπεύθυνες για την κατάντια της Ελλάδας –  ενδεδυμένες πλέον με τη λεοντή του πατριωτισμού που παριστάνουν τον οραματιστή του αύριο;  Ποιος δεν βλέπει πως οι μεταρρυθμίσεις γίνονται στο πόδι από κυβερνήτες ολίγιστους, γαντζωμένους σε μια καρέκλα ετοιμόρροπη; Ποιος δεν κατανοεί πως η λιλιπούτεια αντιπολίτευση του χθες έγινε αξιωματική ωθούμενη από ένα αφιονισμένο εκλογικό σώμα με τη λογική του «λεφτά υπάρχουν;» Ποιος δεν νιώθει την ένδεια των εναλλακτικών προτάσεων, όπως διατυπώνονται από κρατικοδίαιτα κόμματα, για την έξοδο από την κρίση; Παρά το γεγονός πως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συχνά προχωρήσει σε άστοχες και αναποτελεσματικές  κινήσεις αντιμετώπισης της κρίσης, ωθούμενη από το γερμανικό ηγεμονισμό, ωστόσο, ακόμη και σήμερα παραμένει ισχυρή η δυναμική της. Οι φωνές για έξοδο από την Ε.Ε. εξακολουθούν να προέρχονται από τους ακραίους της αριστεράς και της δεξιάς. Αλλά και σε ατομικό επίπεδο το υποκειμενικό στοιχείο τροφοδοτεί τον σκεπτικισμό και εν τέλει το μούδιασμα και τη σιωπηρή αποδοχή σκληρών ή κι άδικων πολιτικών. Αν και δεν ομολογείται ανοιχτά οι περισσότεροι Έλληνες γνωρίζουν πως τις φαύλες ηγεσίες τις ανέδειξαν και τις ανέχτηκαν οι ίδιοι, αναγνωρίζοντας εμμέσως και τη δική τους μικρή ή μεγάλη ευθύνη στο όλο πρόβλημα. Όλοι επίσης γνωρίζουν πως στις γνωστές παθογένειες του ελληνικού κράτους θα έπρεπε κάποτε να μπει ένας φραγμός.

Για κάθε καλόπιστο παρατηρητή καθόλου τυχαία δεν πρόκυψε το εθνικό μας μούδιασμα. Αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στην κοινωνία έχουν πάντα ένα κόστος, συνήθως μεγάλο και συνήθως άδικο, αφού πρώτα και κύρια θίγονται οι ασθενέστεροι. Αν δε αυτό το μούδιασμα αποτελεί γέννημα της συνειδητοποίησης μιας κατάστασης και της πραγματικής αυτογνωσίας, τότε ίσως και να υπάρχει πραγματικό όφελος από την περιπέτειά μας στις συμπληγάδες της κρίσης. Οψόμεθα!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.