Σαντορίνη: συνάντηση με το ακαταμάχητο μεσογειακό φως

0
1827

Η λογοτέχνης Τέσυ Μπάιλα (*) γράφει για το αγαπημένο μέρος των καλοκαιρινών της διακοπών

Από την πρώτη στιγμή, όταν το καράβι της γραμμής μπαίνει στον κόλπο που σχηματίζει η καλντέρα και προσεγγίζει τους ηφαιστειογενείς βράχους, η ψυχή δοκιμάζεται μπροστά στο ανυπέρβλητο δέος των πέτρινων όγκων. Συνάντηση με το ακαταμάχητο μεσογειακό φως που εξαπολύεται αιφνιδιαστικά από κάθε γωνιά και καλωσορίζει όσους θέλουν να μυηθούν στα μυστικά ενός νησιού αδιάρρηκτα συνδεδεμένου με τη βίαιη αναγεννητική δύναμη της φύσης και της μοίρας.

Και ύστερα ο ανήφορος προς τις άσπρες πολιτείες του ονείρου. Τα θολωτά σπίτια, οι «ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού», τα καμπαναριά τα φωλιασμένα στις αυλές των σπιτιών, χτισμένα όλα στο πιο ψηλό σημείο του νησιού, μοιάζουν με  φωλιές πουλιών κρεμάμενες «στου βράχου το απλησίαστο» και μαρτυρούν τη σοφία ενός καλλιτέχνη που όρισε σκοπό του να βρει την αρχιτεκτονική αρμονία δαμάζοντας την πέτρα.

Φιδογυριστά καλντερίμια, πλούσια καπετανόσπιτα, λαξεμένες κατοικίες και στέρνες, επειδή «λίγο το νερό για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του». Αμέτρητα εκκλησάκια, υπόσκαφα με χρωματιστούς τρούλους και θυρώματα, πλεγμένα αξεδιάλυτα, σχεδόν αγκαλιασμένα το ένα μέσα στο άλλο, θωρούν εκείνη τη βαθιά κυανή έκταση του Αιγαίου, που μοιάζει ατάραχη σαν λίμνη από ψηλά. Και ορθώνονται με σεβασμό αλλά και περηφάνια απέναντι από το μεγάλο ρυθμιστή της τύχης αυτού του νησιού, το ηφαίστειο.

Εκεί είναι ο ιδανικός τόπος των διακοπών μου. Μακριά από το τουριστικό εκβαρβαρισμό και την αισθητική παραζάλη, που μοιραία κατακλύζει το νησί κάθε καλοκαίρι και την πολύβουη βραδινή ζωή, μόνη ή με εκλεκτή συντροφιά, παρέα με τη φωτογραφική μου μηχανή και το «Άξιον Εστί» στο mp3 μου περιδιαβαίνω τα καλντερίμια, αναζητώντας να κλέψω στιγμές από τους ανελέητους χειμάρρους φωτός που καταυγάζουν την πέτρινη συμπάγεια ολόγυρά μου.

Μπάνιο με το πρώτο φως της ημέρας στο Καμάρι. Η αίσθηση μιας  θάλασσας ασημένιας σε περιβάλλει. Στην σπάνια Κόκκινη Παραλία με τα πόδια να καίγονται πάνω στα πορώδη, αρχαία παράλια του Ακρωτηρίου κι από εκεί κολυμπώντας στην Άσπρη Παραλία, την κυκλωμένη από τα πανύψηλα βράχια της ελαφρόπετρας. Ταξίδι με καραβάκι στις Καμμένες και μπάνιο σε ιαματικά νερά, εκεί όπου χρωμοθέτης της παλέτας είναι ο ήλιος ή η «έμπνευση της όστριας» και της φωτιάς. Βόλτα στον Καρτεράδο, το προγονικό μου χωριό, με τον Άη Γιάννη και την Παναγιά την Κόκκινη. Κι από εκεί, περπάτημα δεκαπέντε λεπτών, ανάμεσα σε αμπέλια και τεράστιες φραγκοσυκιές και μάντρες με μπουκαμβίλιες και τα Φηρά, η πρωτεύουσα του νησιού, υπόσχεται δροσερό καφέ και απόκοσμη θέα.

Και το απόγευμα περίπατος στους οικισμούς της σιωπής και της άκρατης ομορφιάς. Ανάμεσα σε καμπαναριά, μαυριδερούς βράχους και υπόσκαφες κάναβες, στα σοκάκια της Οίας ή του Ημεροβιγλίου. Βόλτα στο μοναδικό Φηροστεφάνι, ακριβώς πάνω στο χείλος του γκρεμού. Με τον ήλιο να ορίζει και πάλι το ακριβές μέτρο των χρωμάτων, των σταλαγμένων μέσα σε ένα ποτήρι κρασί, φτιαγμένο με τον ίδιο, παραδοσιακό τρόπο από την εποχή του Ομήρου.

Σε ένα νησί που αιώνες τώρα «καλπάζει» στα ίδια κύματα και προχωρά λουσμένο στο φως με τη βοήθεια των ίδιων ζεφύρων. Μια πολιτεία που στέκεται περήφανη στο ορφικό μεταίχμιο του πεπρωμένου της. Σε πείσμα κάθε ανθρώπινης παρέμβασης που κερδοσκοπικά προσπαθεί, χρόνια τώρα, να καταστρέψει την ισορροπία μιας σπάνιας ομορφιάς.

*συγγραφέας του μυθιστορήματος “Ουίσκυ μπλε” (εκδ. Ψυχογιός)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.