Σκοτώνουν τους συνταξιούχους όταν γεράσουν

0
772
orwell
George Orwell

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΣΤΡΟΥΜΦ Γράφει ο Βαγγέλης Γεωργάκης / συγγραφέας – λογοτέχνης 

Περίμενε υπομονετικά στη σειρά του στο ΑΤΜ. Ήταν υπομονετικός άνθρωπος και περίμενε. Μια ζωή περίμενε. Όταν είχε φτάσει στο Κέντρο Περισυλλογής Νεοσυλλέκτων περίμενε. Στα σκαλιά της εκκλησίας περίμενε υπομονετικά τη γυναίκα -νόμιζε τότε- των πιο ωραίων ονείρων του. Είχε αποδειχτεί των χειρότερων εφιαλτών του. Έτσι ήταν όμως η ζωή. Ένας προθάλαμος στο χάος, στο τίποτα. Μέσα στις τράπεζες περίμενε. Τώρα περίμενε έξω από αυτές; Ποια η διαφορά;  Τώρα μάλλον ήταν καλύτερα. Τώρα ήταν καλοκαίρι.

Μολαταύτα, μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί γύρω τους. Έκαναν τη μαύρη τύχη τους ακόμη χειρότερη. Ήταν το πρώτο καλοκαίρι που θυμόταν ο καιρός να είναι τόσο άσχημος. Αλλά ακόμη και αυτό είχε περάσει πλέον στα ψιλά, στις λεπτομέρειες.

Η ουρά ήταν μεγάλη. Έφτανε μέχρι τη γωνία και τύλιγε το οικοδομικό τετράγωνο σαν φίδι ή διαφημιστική κορδέλα. Η αστυνομία τους επόπτευε. Διακριτικά. Μια απειλητική βροντή ακούστηκε: θα έβρεχε. Αμέσως, ένας αστυνομικός τους είπε να κάνουν λίγο πίσω, λίγο στο πλάι, σαν να ήταν υπεύθυνοι για τη βροντή και τα δεινά αυτού του τόπου. Εκείνη τη στιγμή ένοιωσε ένα γιγαντιαίο σκαθάρι που αν ένας ανώτατος αξιωματούχος το έβλεπε μπροστά του θα το έλιωνε.

Ένα πολυτελές αυτοκίνητο πέρασε με θόρυβο μπροστά τους, σαν να τους κορόιδευε, αυτούς και τα προβλήματα τους. Μια κατάμαυρή Πόρσε που μπορεί και να την οδηγούσε ο ίδιος ο διάβολος. Μετά πέρασε μια σακαράκα, μετά ένα μηχανάκι, ένα ποδήλατο, ένα παιδί με ένα παγωτό στο χέρι και μετά… μετά δε θυμόταν. Δε θυμόταν λεπτομέρειες. Το κόστος της αναμονής ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Θα κατέρρεε· αφού πρώτα πέθαινε.

Η πρώτη χοντρή σταγόνα βροχής τον βρήκε στο κούτελο και δεν τον ανησύχησε. Αντίθετα ήταν ένα δροσιστικό διάλειμμα. Μια λεπτή ψιχάλα εξαπλώθηκε γύρω τους.

Κόσμος περίμενε υπομονετικά σαν κι αυτόν. Συνταξιούχοι γκριζομάλληδες με κουρασμένα, αποστεωμένα πρόσωπα.   Ήταν όλοι υπομονετικοί και λογικοί άνθρωποι. Γι’ αυτό τα είχαν καταφέρει να φτάσουν μέχρι εδώ. Άλλοι, λιγότερο σώφρονες, είχαν χαθεί στην πορεία. Το αποκορύφωμα της λογικής όμως οδηγούσε στην ουρά των ΑΤΜ.

Το μαύρο αυτοκίνητο ξαναπέρασε. Το παιδί με το παγωτό όχι. Το είχε δει αυτό το αυτοκίνητο, κάπου το θυμόταν· αλλά δε θυμόταν που. Η βροχή, εντωμεταξύ, δυνάμωσε.

Ο μπροστινός του, συνταξιούχος και αυτός, διαμαρτυρόταν. Ο πισινός του διαμαρτυρόταν. Το στομάχι του επίσης. Έβριζαν όλους και όλα. Ναι ή όχι, όχι ή ναι. Η ζέστη παρά τα σύννεφα και το μπουμπουνητό ήταν ανυπόφορη. Η κατάσταση εφιαλτική.

Σκάλισε το κινητό του με αμηχανία. Μπήκε στο facebook -μεγάλη εφεύρεση- και ένοιωσε ξανά σημαντικός. Μετά όμως το αίσθημα αμηχανίας, αποξένωσης, αυτογελοιοποίησης -και τρόμου- επανήλθε.

Η σειρά είχε προχωρήσει, αναμφίβολα προχωρήσει, παραπέρα. Η βροχή επίσης δυναμώσει. Θα έφτανε μέχρι το τέλος του μηχανήματος για να πάρει εξήντα ολόκληρα ευρώ. Εξήντα ευρώ στα εξήντα του, τρεις και εξήντα, εξήντα κιλά δυναμίτη για όσους τους είχαν φτάσει μέχρι εδώ. Το δικό του σιωπηλό γέλιο ακούστηκε σαν καμπάνα στην εκκλησία του εγκέφαλου του απολύτως παρανοϊκό. Αν ο Όργουελ τα έγραφε όλα αυτά στο «1984» κανείς δεν θα τον πίστευε, θα τον περνούσαν όλοι για τρελό. Τι είναι αυτά που γράφεις ρεε… Θα τον έκραζαν μέσω facebook και θα τον ξεφτίλιζαν. Κανείς δεν θα ήξερε για τον Όργουελ σήμερα. Ο τιμημένος συγγραφέας είχε προβλέψει πολλά· αλλά όχι όλα.

Μια βροντή και ένας βρυχηθμός προϊστορικού θηρίου ακούστηκαν ταυτόχρονα σαν να κήρυσσαν την συντέλεια, ενώ η βροχή συνεχιζόταν πλέον ασταμάτητα. Ήταν το μαύρο αυτοκίνητο· για τρίτη φορά. Μόνο που αυτή τη φορά δεν πέρασε από το δρόμο. Πήρε φόρα και έπεσε πάνω στη σειρά, τη σάρωσε. Κατάλαβε αμέσως τι γινόταν. Εκείνα τα ανεπανάληπτα, τελευταία, δευτερόλεπτα. Κάποιος μπακατέλας, πλούσιος, ψυχοπαθής, που δεν είχε τι να κάνει, έκανε την πλάκα του. Κάποιο κωλόπαιδο με τη μηχανή του μπαμπά. Ή μπορεί να ήταν και κλεμμένο. Όπως εκείνο το καλοκαίρι με τη ληστεία στο Διακοφτό. Το αυτοκίνητο ήταν πολυτελές, αλλά… ήταν κλεμμένο. Φωτιά στο σύστημα. Εκείνο το καλοκαίρι γεννήθηκε επίσης το πρώτο του παιδί, είχε πάρει προαγωγή και είχε πάρει πολλά κιλά, θυμόταν την ώρα που η μάσκα του μαύρου τέρατος τον κατέτρωγε. Μουσακάς, όχι σούσι, ποδόσφαιρό, παιδί, θάλασσα, παιδί, ένα τυχαίο απόκομμα εφημερίδας που πάνω έγραφε: ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Και αυτό ήταν το τελευταίο που θυμόταν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.