Στην Παναγία Σουμελά του Πόντου… (φωτό)

0
1772

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Γράφει ο Γιάννης Κεσσόπουλος

Φωτογραφίες: Νώντας Στυλιανίδης, Γιάννης Κεσσόπουλος

Εκείνος ο Αύγουστος του 2008 θα μείνει αξέχαστος. Κι εκείνη η «εκδρομή». Όχι γιατί γνώρισα τον Ιβάν Σαββίδη σε ανύποπτο, σχετικά, χρόνο (είχε τελειώσει την πρώτη του απόπειρα για να πάρει τον ΠΑΟΚ, οι περισσότεροι προεξοφλούσαν ότι δεν πρόκειται να ξαναασχοληθεί). Ούτε μόνο γιατί συμμετείχα στην πρώτη στην ιστορία μεταφορά αντιγράφου της εικόνας της Παναγίας Σουμελά από τη Μονή του Βερμίου στη Μονή του Πόντου.

Ο κύριος λόγος είναι ότι ήρθα σε επαφή με τη γη των παππούδων μου, των γονιών του πατέρα μου. Του Κώστα και της Μαρίας. Που ήρθαν στην Ελλάδα το ’22 από την Αυλίαινα της Αργυρούπολης και από την Τραπεζούντα αντίστοιχα. Διωγμένοι και ξεριζωμένοι όπως εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που σκόρπισαν στη ρωσική γη της Μαύρης Θάλασας αλλά και στα λιμάνια της μητρικής ελληνικής γης.

Τον παππού τον θυμάμαι να κάθεται σε μια καρέκλα, στη βεράντα, δίπλα στην είσοδο του σπιτιού του, στο Σέδες, ασπρομάλλη, φαλακρό, με δέρμα ηλιοκαμμένο, να παίζει στα δάχτυλα ένα μεγάλο κεχριμπαρένιο κομπολόι. Ήμουν μόλις 5 ετών όταν «έφυγε».

Τη γιαγιά τη ζήσαμε λίγα χρόνια ακόμη. Ήμουν εννιά χρονών όταν «χάθηκε» σε τροχαίο. Μαυροφορεμένη, κλασική γιαγιά, μιλούσε ποντιακά, έβγαζε πίκρα για τον ξεριζωμό, μας μαγείρευε πιροσκί με μαρμελάδα ή με τυρί.

Τον Αύγουστο του 2008, λοιπόν, πραγματοποίησα με τον πιο υπέροχο τρόπο -μια δημοσιογραφική αποστολή- το όνειρο πολλών απογόνων των προσφύγων του Πόντου. Το προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά ήταν μια περιπέτεια από μόνο του. Φτάσαμε στην Τραπεζούντα αεροπορικώς, μας υποδέχθηκαν με κεμεντζέ και ποντιακούς χορούς για την παρέα στον εξωτερικό χώρο, ανεβήκαμε στα πούλμαν, κάναμε στάση στο θρυλικό «Της Τρίχας το γιοφύρ'», η διαδρομή μαγευτική, τα παρχάρια ήταν εκεί, εντυπωσιακά με εκείνο το υποβλητικό αλπικό πράσινο, συνεχίσαμε μέχρι το τουριστικό περίπτερο περίπου 3 χιλιόμετρα μακριά από το μοναστήρι. Λόγω Ιβάν προφανώς, μας επέτρεψαν να κινηθούμε οδικώς άλλα 2 χλμ περίπου κι έτσι περπατήσαμε ένα χλμ για να φτάσουμε στη Μονή, μέσα από ένα μονοπάτι σχετικό δύσβατο. Στη διαδρομή συναντήσαμε έναν λυράρη, να αναζητά το μεροκάματό του στους τουρίστες.

Μόλις φτάσαμε στη Μονή, εψάλη τρισάγιο στη μνήμη των προγόνων. Με συναισθήματα πρωτόγνωρα. Και απερίγραπτακαθώς οι μνήμες και η σκέψη για το τι τράβηξαν οι άνθρωποι που ξεριζωμένοι άφησαν τις ζωές τους εκεί. Αφού ανεβήκαμε μια στενή σκάλα, εισήλθαμε στο κυρίως μέρος της Μονής. Το θέαμα εντυπωσιακό! Τίποτα δεν σε προϊδεάζει για το τι κρύβεται πίσω από δύο επίπεδα κτίσματα που φαίνονται στις φωτογραφίες της Μονής που κρέμεται πάνω στο βράχο. Ένας μικρός οικισμός φτιαγμένος και οργανωμένος μέσα στο βράχο. Κυριολεκτικά μέσα στο βράχο. Με το αρχονταρίκι, τους κοιτώνες, την αίθουσα υποδοχής, το ναΐσκο… Γεμάτος ο χώρος με βυζαντινές τοιχογραφίες. Μέσα στο βράχο. Το μισό μοναστήρι δεν  βρεχόταν από τη βροχή που μόλις άρχισε να πέφτει…

Όσο για την Τραπεζούντα, θύμιζε κωμόπολη της προδικτατορικής Ελλάδας. Δεν είδαμε πολλά, μόνο την κεντρική πλατεία. Οι φωτογραφίες η γεύση που πήραμε τότε.

Κάπως έτσι, το τάμα εκπληρώθηκε χωρίς καν να το τάξουμε. Ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ένα ταξίδι ανακάλυψης της Ελλάδας που εμείς οι νεώτεροι δεν γνωρίσαμε. Ένα ταξίδι με δάκρυ ή με κόμπους για την Ελλάδα που χάθηκε.

Προηγούμενο άρθροΡε μπας και υπάρχει μια άλλη Ελλάδα;
Επόμενο άρθροΠροσκλητήριο Ξυδάκη για την πολιτιστική κληρονομιά
Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία από μεράκι. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη (πολιτιστικός ρεπόρτερ, προϊστάμενος πολιτιστικού, συντάκτης ύλης πολιτικού, αρθρογράφος). Και διευθυντή τον αείμνηστο Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως πολιτιστικός συντάκτης κι έπειτα η free press «Karfitsa» στην οποία εργάστηκα ως διευθυντής από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Από το Μάιο 2016 ως τον Μάρτιο 2018 αρθρογράφος στη thessnews. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, γραφείο Τύπου σε δύσκολες μάχες (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, Δήμος Δέλτα) και λογογράφος λόγων κρίσιμων. Σταθερά, από την πρώτη του μέρα, στο thinkfree.gr, καταφύγιο λέξεων και σκέψεων. Καταφύγιο δημιουργικότητας στην εποχή που ο χώρος των ΜΜΕ έχει διαλυθεί και τα πάντα αμφισβητούνται. Καταφύγιο αξιοπιστίας και αλήθειας στην εποχή των fake news και του κιτρινισμού. https://www.facebook.com/gkessopoulos

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.