Στη Ρώμη του Μόντι

0
3478
Trastevere, Rome 2012 (c)GTKessopoulos
Trastevere, Rome 2012 (c)GTKessopoulos

Γράφει ο Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος /[email protected]

 

Λίγο πριν τη τριμερή συνάντηση κορυφής Μέρκελ, Σαρκοζί και Μόντι, στις 20 Ιανουαρίου στη Ρώμη, η ιταλική πρωτεύουσα δεν μοιάζει με πόλη σε κρίση. Η «αιώνια πόλη» βέβαια δεν είναι μια οποιαδήποτε πόλη. Οι χιλιάδες καθημερινοί επισκέπτες, Ιταλοί και μη, στο ολοζώντανο ιστορικό της κέντρο απαλύνουν την αίσθηση της κρίσης. Ωστόσο, η συζήτηση με έναν ταξιτζή για παράδειγμα, είναι ενδεικτική ότι όλο και περισσότερο Έλληνες και Ιταλοί γινόμαστε una razza una faccia, έστω πένητες. Και εκεί αντιμετωπίζουν πλέον τις ίδιες προκλήσεις που εφόσον πραγματοποιηθούν θα αλλάξουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Βέβαια, όσο κι αν δεν συμφωνούμε με δοτούς πρωθυπουργούς τύπου Μόντι ή Παπαδήμου, εντούτοις πρέπει να πούμε ότι στην Ιταλία των 70 εκατ. πολιτών η κυβέρνηση αποτελείται από … υπουργούς ενώ στην Ελλάδα των 10 εκατ. πολιτών αποτελείται 49!

Από κει και πέρα, αν περπατήσεις στο πιο εμπορικό κομμάτι του ιστορικού κέντρου, στο τρίγωνο μεταξύ Fontana di Trevi, Piazza Di Spagna και Piazza di Rotonda, μπορεί να πετύχεις τον Ιταλό πρωθυπουργό και άλλους γνωστούς πολιτικούς να περπατούν χωρίς προκλητική ασφάλεια να τους περιτριγυρίζει. Ούτως ή άλλως, τόσο το κοινοβούλιο όσο και το αντίστοιχο Μέγαρο Μαξίμου φρουρούνται στοιχειωδώς και εξ αποστάσεως, αποτελούν δε κτίρια «επισκέψιμα» για τους τουρίστες που μπορούν να περάσουν απ’ έξω χωρίς να… συλληφθούν.

Όπως και να το κάνουμε, υπάρχει τάξη παντού και στα πάντα. Η παρουσία της αστυνομίας και της δημοτικής αστυνομίας είναι σταθερή και πυκνή, τόσο ώστε να δίνει πραγματική αίσθηση ασφάλειας. Οι αρχαιότητές τους είναι ζηλευτά φροντισμένες και ανοιχτές για το κοινό, χωρίς ξαφνικά λουκέτα που δυσφημούν τη χώρα –υπερβαίνουν δηλαδή τα εσκαμμένα.

Η Via dei Condotti με τα χλιδάτα καταστήματα (κυρίως ένδυσης) είναι πάντα σε ακμή –την πελατεία της εξάλλου δεν την αγγίζει η κρίση. Το Antico Caffe Greco, που έκανε εγκαίνια το 1760, στον αριθμό 86 του περίφημου δρόμου (τον αναφέρει και η Τζ. Καρέζη στην ταινία «Τζένη Τζένη»), είναι πάντα γεμάτο από τουρίστες που πληρώνουν 8-10 ευρώ τον καφέ προκειμένου να καθίσουν στις καρέκλες όπου, μεταξύ άλλων, ήπιαν τον καφέ τους ο Goethe, ο Byron, ο Franz Liszt, ο Hans Christian Andersen, ο Felix Mendelssohn κ.ά. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αγοράζουν και τα συλλεκτικά φλιτζάνια με το λογότυπο που κοστίζουν από 45-60  ευρώ.

Το σημείο που η Via dei Condotti συναντά τη Via del Corso, τον πιο εμπορικό δρόμο της Ρώμης, «βατό» για κάθε βαλάντιο, δεσπόζει τις μέρες της Πρωτοχρονιάς το χριστουγεννιάτικο δέντρο με το αστέρι – logo της Mercedes, αλλά και ο διάκοσμος με τη «χρυσή ζώνη» του κορυφαίου οίκου ιταλικής μόδας Fendi.

Via del Corso, Rome 2012 (c)GTKessopoulos

Κι αν πετύχεις πρώτη μέρα εκπτώσεων, η Via del Corso… πεζοδρομείται αναγκαστικά, αφού κατά μήκος των 3 περίπου χιλιομέτρων της ξεχύνονται χιλιάδες τουρίστες και Ιταλοί για ψώνια, που φυσικά δεν χωρούν στα μικρά πεζοδρόμια της παλιάς πόλης. Για το διάκοσμο δεν το συζητάμε… Τρία χιλιόμετρα, από την Via Vittorio Emmanuelle και την Piazza Venezia μέχρι την Piazza del Popolo, λαμπιόνια στα χρώματα της ιταλικής σημαίας!

Τα σημάδια της κρίσης φαίνονται στο φαγητό, όχι τόσο στις τιμές, που παραμένουν κανονικές έως ακριβές (τουλάχιστον 15-20 ευρώ το άτομο), αλλά στις προσφορές, καθώς βρίσκεις πίτσα με 6 ευρώ συν το ποτό ή μακαρονάδες με 5 ευρώ –μην εμπιστεύεστε… τα πιάτα έρχονται… λειψά!

Η Ρώμη είναι πόλη για να την περπατήσεις, όχι μόνο Via Venneto με τα μεγάλα ξενοδοχεία (στο Excelsior έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας «Μοντέρνα σταχτοπούτα» με Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ). Ό,τι βρίσκεται εντός των τειχών είναι αρχιτεκτονικά καλαίσθητο είτε χρονολογείται στην Αναγέννηση, είτε στα χρόνια του φασισμού, είτε στα ενδιάμεσα χρόνια. Οι δρόμοι πολλοί και φαρδείς, κυκλοφοριακό ελάχιστο.

Κολοσσαίο, Rome 2012 (c)GTKessopoulos

To SPQR δεσπόζει παντού, είναι τα αρχιγράμματα της «νομαρχίας» του Λάτσιο που έχει πρωτεύουσα τη Ρώμη. Το μετρό βρώμικο, παλιό, αφρόντιστο. Οι Ρωμαίοι έξω από το Κολοσσαίο αποτελούν γραφικότητα αλλά και ατραξιόν, αν και συνυπάρχουν διαφορετικές… ποιότητες. Τα σουβενίρ των Ιταλών εμείς στην Ελλάδα τα χαρακτηρίζουμε γελοία, κάτι αγαλματάκια, κάτι αρχαιολατρικά, κάτι ομοιώματα του Πάπα, ποδοσφαιριστών, πολιτικών, ηθοποιών, ταυτισμένων με την ιταλική κουλτούρα. Κοντά σ’ αυτά και οι αθλητικές στολές των μεγάλων ομάδων του Calcio, του ιταλικού πρωταθλήματος (ιδίως Ρόμα και Λάτσιο), και όλων των αστέρων.
Το Βατικανό είναι must και δικαίως.

Η ουρά συνήθως… στρίβει στη γωνία, ο κόσμος πολύς αλλά αξίζει τον κόπο και όχι μόνο για την Capela Sistina. Αλλά και το ανέβασμα στον τρούλο του Αγίου Πέτρου είναι μια εμπειρία. Μεγάλη ουρά, πάνω από ώρα αναμονής, όμως τα 551 σκαλοπάτια είναι κάτι που πρέπει να το γνωρίσει κανείς. Ειδικά μετά την πρώτη στάση όπου βλέπεις το εσωτερικό του τρούλου και του ναού, σε περιμένουν άλλα περίπου τριακόσια σκαλοπάτια, στενά, που όσο τ’ ανεβαίνεις ο τρούλος σε «πλακώνει», για να βγεις στον εξωτερικό μικρό κυκλικό εξώστη (θυμίζει Πύργο του Γαλατά στην Κωνσταντινούπολη) απ’ όπου βλέπεις πραγματικά τον… ουρανό και φυσικά τη Ρώμη –πραγματικό παρατηρητήριο.

Το Trastevere (=διασχίζοντας τον Τίβερη) είναι μαζί με το Βατικανό στην άλλη πλευρά του Τίβερη. Πας με πόδια άνετα, κι όταν φτάνεις μπαίνεις πάλι σε ένα σκηνικό απίστευτο με περισσότερα νεανικά και λιγότερο τουριστικά στέκια. Κτίρια παλιά και αφρόντιστα, δίνουν την εικόνα της φθοράς της παλιάς πόλης της Ρώμης, σε μια γειτονιά που ήταν ανέκαθεν λαϊκή.

Τελικά, φεύγεις με τη διαπίστωση ότι πουθενά δεν είναι σαν την Ελλάδα. Παντού (Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία) προϋπήρχαν οι βασικές δομές οι οποίες αντέχουν στην κρίση και κρατούν ισχυρή την εικόνα τους κράτους. Αρχιτεκτονικά, αρχαιολογικά, σε θέματα ασφάλειας. Μόνο εμείς αντιμετωπίζουμε κρίση ταυτότητας. Ίσως γι’ αυτό είμαστε και η χώρα με τις λιγότερες (έως καθόλου) σημαίες σε δημόσιους χώρους, σε αντίθεση με την Ιταλία που σε κάθε βήμα σου κυματίζει η σημαία της ενωμένης Ιταλίας. Προφανώς πιστεύουν στην πατρίδα και δεν πιστεύουν ότι αυτό είναι κακό.

Αναχωρείς με μια απογοήτευση βαθιά για τη δική μας πατρίδα. Που δε μοιάζει ούτε με τη Δύση, αλλά ούτε και με την Ανατολή. Που κατάντησε πια πατρίδα χωρίς προσωπικότητα. Άλλ’ αντ’ άλλων δηλαδή…

 

Προηγούμενο άρθρο«Νιου Γιορκ Τάιμς»: Το πλούσιο αγροτικό παρελθόν των Ελλήνων οδηγός για το μέλλον
Επόμενο άρθροΣυγνώμη, κύριε, ποιος είστε;
Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία από μεράκι. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη (πολιτιστικός ρεπόρτερ, προϊστάμενος πολιτιστικού, συντάκτης ύλης πολιτικού, αρθρογράφος). Και διευθυντή τον αείμνηστο Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως πολιτιστικός συντάκτης κι έπειτα η free press «Karfitsa» στην οποία εργάστηκα ως διευθυντής από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Από το Μάιο 2016 ως τον Μάρτιο 2018 αρθρογράφος στη thessnews. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, γραφείο Τύπου σε δύσκολες μάχες (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, Δήμος Δέλτα) και λογογράφος λόγων κρίσιμων. Σταθερά, από την πρώτη του μέρα, στο thinkfree.gr, καταφύγιο λέξεων και σκέψεων. Καταφύγιο δημιουργικότητας στην εποχή που ο χώρος των ΜΜΕ έχει διαλυθεί και τα πάντα αμφισβητούνται. Καταφύγιο αξιοπιστίας και αλήθειας στην εποχή των fake news και του κιτρινισμού. https://www.facebook.com/gkessopoulos

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.