Συνοικία το όνειρο

0
911
f7e0f6acda2d

Γράφει ο Δημήτρης Πετρίδης

          Είναι μια κοπέλα. Μια κοπέλα ευειδής που μοιάζει να ξεπήδησε από τις καλύτερες σελίδες του Playboy. Φοράει ένα μαγιό που θα ήταν άχρηστο αν ήθελες να προστατευτείς από το κρύο του Βορείου Πόλου, για παράδειγμα, καθώς μόλις και μετά βίας ξεπερνά τα 7 εκατοστά υφάσματος σε σύνολο (πάνω και κάτω μαζί). Σε κοιτάζει με λάγνο βλέμμα που υπόσχεται πολλά, περπατά πάνω στις 40ποντες γόβες της βγάζοντας, εν κινήσει, τα 3 πάνω εκατοστά του μαγιό, έπειτα τα 4 του κάτω, μέχρι που μετατρέπεται σε μία σύγχρονη Εύα- η γύμνια της δεν καλύπτεται ούτε με τα φύλλα μια ολόκληρης συκιάς. Σε μια κίνηση γεμάτη συμβολισμό σε πιάνει από το πλευρό και μετά λίγο πιο κάτω και δεξιά. Αφήνεσαι στα χάδια της, την ίδια ώρα που μονολογείς “Εύα, να ένα μήλο”.

          Τα πιο γλυκά μας όνειρα ξεκινάνε κάπως έτσι.

          Και όχι έτσι: έξω, δικαιολογημένα, ο Σπανούλης και ο Περπέρογλου λόγω τραυματισμών, έξω ο μεγάλος μας τραγικός, ο Σοφοκλής, έξω ο Μαυροκεφαλίδης, μέσα, αρχικώς, ο Κουφός, μέχρι τη στιγμή (2 ημέρες πριν τη έναρξη της προετοιμασίας) που θυμήθηκε πως πρέπει να δουλέψει το καλοκαίρι με στόχο την ατομική του βελτίωση- αυτό είναι το 32ο συνεχές καλοκαίρι που ο Κώστας βελτιώνεται, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται κάθε χρόνο και χειρότερος-, αμφιβολία για τη συμμετοχή του, τιμωρημένου από το NBA, Καλάθη.

          Αυτό δε θυμίζει σε τίποτα όνειρο. Είναι ένας σχεδόν απτός, ερεβώδης εφιάλτης.

          Και μετά τα πρώτα φιλικά της Επίσημης Αγαπημένης, η ζοφερότητα του εφιάλτη εντάθηκε: η Εθνική μας παρουσιαζόταν άχρωμη, άοσμη, με εμφανές πρόβλημα στη θέση του σέντερ, όπου η μοναξιά του Μπουρούση ήταν εφάμιλλη με αυτή του Λούκυ Λουκ, και με τεράστια δυσκολία στο ν’ αντιμετωπίσει τις πιο αθλητικές ομάδες (χαρακτηριστικό παράδειγμα το ματς με τη Γαλλία).

         Κάπου εκεί, κι ενώ οι μαύρες πλερέζες αρνούνταν πεισματικά να μας αφήσουν στην ησυχία μας, ο Νικ Καλάθης πάτησε και πάλι στο παρκέ και για πρώτη φορά το μαύρο μετατράπηκε σε γκρίζο. Και μετά…

         Και μετά άρχισε το Παγκόσμιο Κύπελλο στα γήπεδα της Ισπανίας. Η ομάδα μας άρπαξε από τα μαλλιά τη Σενεγάλη, τις Φιλιππίνες και το Πουέρτο Ρίκο και κράτησε το κεφάλι τους κάτω από το νερό μέχρι που πνίγηκαν. Προκριθήκαμε ήδη στους “16” και μένει να μάθουμε ποια θέση θα καταλάβουμε στον όμιλό μας (μπορούμε να τερματίσουμε από 1οι μέχρι 3οι) μετά τα δύο εναπομείναντα παιχνίδια κόντρα σε Κροατία και Αργεντινή.

         Στη μία όψη του νομίσματος- ενός μεγάλου, πολύ μεγάλου νομίσματος- αναγράφεται το εξής: κανένας από τους πρώτους 3 αντιπάλους μας δεν εντάσσεται στην κατηγορία των παγκόσμιων δυνάμεων του μπάσκετ. Καμία δεν αποτελεί μπασκετικό φόβητρο, καμία δε θα καταφέρει να μπει στη λίστα με τις κορυφαίες εθνικές που αντίκρισε ποτέ ο πλανήτης Γη.

         Στην άλλη, μάλλον τη σωστή, λέει: ναι, αλλά καμία τους- όπως αποδείχτηκε και από τα υπόλοιπα παιχνίδια του ομίλου- δεν είναι και αμελητέα ποσότητα. Η Σενεγάλη, που η Εθνική μας συνέτριψε, κέρδισε τους ικανότατους Κροάτες οι οποίοι την προηγούμενη ημέρα είχαν δει το λάδι τους να βγαίνει μέχρι να νικήσουν τις Φιλιππίνες- κόντρα στις οποίες η Εθνική μας έκανε κάτι σαν περίπατο. Ακόμα και το άναρχο, μπασκετικά, Πουέρτο Ρίκο έχει παίκτες παγκόσμιου βεληνεκούς. Άρα;

        Άρα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση: η Εθνική μας δεν επέστρεψε σε επίπεδα 2005-2006, όμως έχει κάνει σαφή βήματα προόδου σε σχέση με τις πρόσφατες, αποτυχημένες συμμετοχές της σε Παγκόσμια και Ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Για πρώτη φορά μετά την εποχή που οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν, η ομάδα επιζητά το γρήγορο παιχνίδι και τους πολλούς αιφνιδιασμούς, «απογαλακτίστηκε», επιτέλους, από το ελαφρώς παρωχημένο picknroll και ξεπερνά σταθερά τους 65 πόντους στην επίθεση, που άλλες εποχές ήταν το επιθετικό μας ταβάνι.

       Διαθέτει στις τάξεις της έναν από τα καλύτερα πλέι- μέικερ του τουρνουά, τον Καλάθη (που παίζει ανέλπιστα καλά, αν αναλογιστούμε πως είχε να συμμετάσχει σε επίσημο παιχνίδι από το Φεβρουάριο), την πάντα αξιόπιστη παλαιά φρουρά (Πρίντεζης, Ζήσης, Μπουρούσης, Καϊμακόγλου), τον αγχωμένο, αλλά NBAer, πλέον, Παπανικολάου, δύο 24χρονους με πείρα συνταξιούχου (Σλούκας, Μάντζαρης), έναν κλασικό σουτέρ (Βασιλειάδης), τους φιλότιμους Γλυνιαδάκη και Βουγιούκα και το μεγαλύτερο πρότζεκτ που έχει βγάλει ποτέ η Ελλάδα, το μοναδικό γαλανόλευκο παιδί που κάποια μέρα θ’ αγγίξει τον ουρανό, το Γιάννη Αντετοκούνμπο. Και, το κυριότερο; Στον πάγκο κάθεται ένας «σύγχρονος» και κανονικός προπονητής, ο Κατσικάρης, και όχι το ιταλικό πειραματόζωο (ο Τρινκέρι). 

      Επομένως, πάμε να κάνουμε συλλογή σώβρακων στο Μουντομπάσκετ, σωστά; Λάθος: η Εθνική μας μπορεί να αποπνέει υγεία και να γεμίζει τα κύτταρα των αμετανόητων πιστών της με αισιοδοξία, όμως έχει και φανερές αδυναμίες. Η έλλειψη δεύτερου σέντερ πρώτης γραμμής μετά τον Μπουρούση είναι τόσο ορατή που μπορεί να τη δει ακόμα και ο Όμηρος, ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης που θα ξελασπώσει την ομάδα στα δύσκολα απουσιάζει (Σπανούλης), οι ομάδες της κορυφής είναι απλά δύο, ή και περισσότερες, κλάσεις καλύτερες από μας (Ισπανία, ΗΠΑ), δεν έχουμε δοκιμαστεί στα δύσκολα, οπότε δεν μπορούμε να ξέρουμε από τι μέταλλο είμαστε φτιαγμένοι, ενώ ο επόμενός μας σούπερ σταρ, ο Γιάννης, στο 5 εναντίον 5 μοιάζει σαν ψάρι έξω από το νερό. Αν είχε ξεπεράσει τον τραυματισμό του ο Σπανούλης ή αν, έστω, κατέβαινε ο Κουφός ή ο Σχορτσανίτης θα μπορούσαμε να μιλάμε ανερυθρίαστα ακόμα και για μετάλλιο, ωστόσο την ιστορία τη γράφουν οι παρόντες. Οι απόντες γράφουν κάτι άλλο- μπορεί τη γεωγραφία. 

      Το αν θα διαπρέψουμε (πρόκριση στην 8άδα) ή αν θ’ «αποτύχουμε» (αποκλεισμός στους 16) εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το που θα τερματίσουμε στο Β΄ γκρουπ. Πιθανή κατάκτηση της πρώτης θέσης του ομίλου ισούται με έναν πιο βατό αντίπαλο στο πρώτο νοκ- άουτ παιχνίδι (τη Σερβία, μάλλον), ενώ η 2η ή και η 3η θέση μας στέλνει πάνω σε αντιπάλους που δεν ταιριάζουν και τόσο στο αγωνιστικό μας στυλ (Βραζιλία ή Γαλλία). 

      Όμως αρκετά με τους υπολογισμούς. Η Εθνική μας παίζει μετά από καιρό και πάλι ελκυστικό μπάσκετ, διαθέτει βαριά φανέλα- κανείς δε θα μας ήθελε αντίπαλους σε ματς ζωής ή θανάτου-, έχει πολύ ταλέντο, ικανότατο προπονητή και, το σπουδαιότερο, μας κάνει κάθε φορά που κλείνουμε τα μάτια να ονειρευόμαστε. 

     Το τώρα.

     Το αύριο.

     Το απώτερο μέλλον.

     Τέλος, λοιπόν, στους εφιάλτες. 

     Η (μπασκετική) Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει.

 

           

 

             

 

 

 

 

           

 

             

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.