Τα νηστικά της Εδέμ

3
381

Γράφει η Άντζελα Ζιούτη

Μέχρι τώρα έμοιαζε με την Εδέμ. Ένας παράδεισος για τους ξένους που κατέκλυζαν τα καλοκαίρια τα νησιά και ξεδίπλωναν τις πετσέτες τους στην καυτή άμμο. Αλλά και για τους γηγενείς δεν ήταν άσχημα: δημόσιοι υπάλληλοι κάποιοι που άπλωναν την αρίδα τους στο σκονισμένο γραφείο και διάβαζαν τα άστρα, κάποιοι άλλοι που ζούσαν σα πασάδες από τον τουρισμό διαθέτοντας ένα μικρό χοτέλ στον Αγιόκαμπο, ενώ άλλοι πάλι τα φέρνανε στα ίσα με τη βιοτεχνία πλαστικής σόλας συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.

Κάπως έτσι θα περιγράφει ο Ιστορικός του μέλλοντος την Ελλάδα πριν το μνημόνιο. Διότι μετά την εισβολή του ΔΝΤ στη χώρα μας “τα ίσια ανάποδα” όπως θα έλεγε και ο Μαζωνάκης. Το βιοτικό επίπεδο των νεοελλήνων σαν ένας χαλασμένος δείκτης ρολογιού γυρνάει προς τα πίσω. Φτάνοντας και πάλι στη δεκαετία του ’60 όπου οι βαλίτσες κατεβαίνουν από το πατάρι του σπιτιού για να ανέβουν στο αεροπλάνο για την Αυστραλία. Εξάλλου καλύτερα δεκάδες χιλιάδες μίλια μακριά από την πατρίδα, παρά μέσα στους δεκάδες χιλιάδες άνεργους αυτής.

Πτώχευση,  “κούρεμα”, αναδιάρθρωση χρέους. Όπως και να το βαφτίσεις είναι η βαθύτερη ύφεση των μεταπολεμικών χρόνων που βιώνουμε στη χώρα μας, είναι η χολέρα της εποχής. Μεταδίδεται ταχύτατα και το ενδεχόμενο να χάσει κανείς έτσι στα ξαφνικά τη δουλειά του σκορπίζει πανικό και ανασφάλεια. Τα εισοδήματα κατακρεουργούνται, η ζήτηση μειώνεται, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κλείνουν. Μοιάζει με το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου για τους εργαζόμενους μια πιθανή απόλυση. Τι κι αν χτύπαγες κάρτα πάντα 15’ νωρίτερα από την τυπική ώρα έναρξης του οκτάωρου. Τι κι αν  οι συνάδελφοι σου σε σέβονταν για την πλατιά μόρφωση του και την συνθετότητα των γνώσεων σου. Τι κι αν  έκανες σπουδαίες προτάσεις προς τη διοίκηση της εταιρείας για την βέλτιστη ανάπτυξη και πλήρη αξιοποίηση των πόρων της…  Μία Δευτέρα σε κάλεσαν στο λογιστήριο. Ωχ! Εκεί που είχες το μηνιάτικο, την κουρσάρα και τη μεζονέτα που κοιτούσε θάλασσα, μένεις να κοιτάς απορημένος τα χαρτιά της απόλυσης και να μετράς τα λεφτά της αποζημίωσης. Με αυτά τα ρημάδια πρέπει να περάσεις τους επόμενους μήνες μέχρι να βρεις μία νέα δουλειά… Νοίκι, το ρεύμα, κοινόχρηστα, δόση αυτοκινήτου, φαγητό. Επιπλέον είναι και αυτά τα αισθήματα πικρίας που σε «στενεύουν» πιο πολύ και από το σφιγμένο ήδη ζωνάρι.

Δε χρειάζεται καθόλου να τα «βάψεις μαύρα». Αυτό που απαιτείται όμως είναι να διαχειριστείς πλέον σωστά τα οικονομικά. Με την αποζημίωση να αποπληρώσεις ένα μέρος των χρεών σου, όπως πιστωτικές κάρτες ή προσωπικά δάνεια. Οι περιττές δαπάνες πρέπει να περιοριστούν στο ελάχιστο. Αν συνήθιζες να συχνάζεις σε γκουρμέ εστιατόρια, όπου έκλεινες καινούργιες προσοδοφόρες δουλειές τον καιρό που εργαζοσουνα,  τώρα δεν έχει άλλη επιλογή από το να μένεις σπίτι και να καθαρίζεις πατάτες σαν τον φαντάρο που πήρε δέκα μέρες φυλακή.  Τα βράδια που δεν σε κολλάει ύπνος, μπορείς να βάζεις τις αθλητικές σου φόρμες και να κάνεις το γύρο του οικοδομικού τετραγώνου. Γυμναστήριο τέλος. Είναι βέβαιο, ότι σου είναι τελείως άχρηστο πια. Έτσι κι αλλιώς με το επίδομα ανεργίας το κορμί σου θα γίνει και πάλι καλλίγραμμο καίγοντας όλα τα λίπη. Αυτό που λέμε «θα στεγνώσεις σαν την ρέγκα».    

 

Προηγούμενο άρθροΠερί δημοκρατικής νομιμότητας
Επόμενο άρθροΗ βράβευση του Π. Ψωμιάδη από τους ομογενείς της Αστόρια
Γεννήθηκα το Φεβρουάριο του ’68 στη Θεσσαλονίκη. Η μαμά λέει ότι εκείνη τη μέρα, χιόνιζε πολύ. Η συγκοινωνία είχε σταματήσει και το ολόλευκο αστικό τοπίο διακόπτονταν από τις βαθιές πατημασιές των περαστικών. Στην ίδια πόλη μερικά χρόνια μετά σπούδασα οικονομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Από τα οικονομικά όμως αγάπησα πιο πολύ την ποίηση. Τον Λειβαδίτη, τον Καρούζο, τον Πρεβέρ. Γιατί η επιστήμη σε μαθαίνει πως να κουμαντάρεις τα λεφτά. Ενώ η ποίηση πως να κουμαντάρεις τη ψυχή. Το 1999 εκδόθηκε η συλλογή μου «Ο Θεός κατοικεί σε ουρανοξύστη, 31 ποιήματα της πόλης» από τον Παρατηρητή. Λίγο αργότερα το 2003 κυκλοφόρησε από τα Ελληνικά Γράμματα «Η Αρχιτεκτονική των σιωπηλών ημερών». Το πρώτο μου μυθιστόρημα εκδόθηκε από τη Φερενίκη το 2009 με τον τίτλο «Ο ήλιος στο πάτωμα». Προφητικός τίτλος για μια χώρα που κατρακύλησε κατόπιν στο ναδίρ. Αρθρογραφούσα στην Karfitsa και τώρα στο Thinkfree. Ευτυχώς που η σκέψη δεν είναι Μερσεντές να κατασχεθεί. Γιατί εδώ σκεφτόμαστε ακόμη. Ελεύθερα.

3 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.