Τα παιδιά ενός κατώτερου μισθού

1
379

Γράφει η Άντζελα Ζιούτη  [email protected]

«Γκαρσονιέρα μια σταλιά δύο επί τρία, ενοικιάζεται. Φρεσκοβαμμένη, φωτεινή και με απεριόριστη θέα». Περνάει μία μέρα, περνάνε δύο το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη που έβαλε την αγγελία στη στήλη «Ενοικιάσεις κατοικιών» δε χτυπάει. Βρε, λες να μην μπήκε η αγγελία, διερωτήθηκε με το δίκιο του ο ιδιοκτήτης. Τρέχει μέχρι το περίπτερο και αγοράζει μία εφημερίδα. Τη ξεφυλλίζει γρήγορα μέχρι να βρει τις αγγελίες. Ουφ, εντάξει πρώτη πρώτη η δική του. Και ο αριθμός του κινητού του γραμμένος πεντακάθαρα κι αυτός. 6936877…  Ξαναπήγε σπίτι του, κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του λίβινγκρουμ, σταύρωσε τα πόδια του πάνω στο τραπεζάκι. Με το κινητό ενεργοποιημένο περίμενε τώρα – ξαλαφρωμένος για το ότι καταχωρήθηκε σωστά η αγγελία του – να τον καλέσει ο υποψήφιος ενοικιαστής. Κάπως έτσι κυλούσαν οι ώρες και οι μέρες. Δίχως κανείς να ενδιαφέρεται να μισθώσει τη γκαρσονιέρα. Δεν εμφανίστηκε ποτέ κάποιος εργαζόμενος ή έστω ένας πρωτοετής φοιτητής που μόλις ήρθε από την επαρχία στην πόλη να ζητήσει να δει το χώρο. Η γκαρσονιέρα άδεια. Για μήνες.
Κι επειδή κανένας νοικοκύρης δε θέλει να βλέπει το ακίνητο του ξενοίκιαστο, αποδέχεται ακόμη και τη μείωση του μισθώματος έως και αρκετά ευρώ σε σχέση με την αρχική τιμή ζήτησης.  Ξαφνικά ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης βρίσκει άμεση εφαρμογή και η τελική τιμή του μισθώματος αντανακλά ακριβώς αυτό το συσχετισμό των δύο μεγεθών.  Και να σκεφτεί κανείς ότι τα μικρά σπίτια στις μεγάλες πόλεις κάποτε αποτελούσαν είδος εν ανεπαρκεία με τους φοιτητές να βολεύονται τελικά μαζί με άλλους συγκατοίκους σε παλαιές κατοικίες. Εκείνη την εποχή ήταν που η πολλοί κατασκευαστές άρχισαν να χτίζουν μαζικά πολυκατοικίες με μικρά διαμερίσματα στις περιοχές που βρίσκονται κοντά σε πανεπιστημιακές σχολές. Πάνε αυτά. Περάσανε. Οι τότε φοιτητές είναι σημερινοί εργαζόμενοι και μπαμπάδες. Και όσο κι αν ονειρεύτηκαν στα φοιτητικά έδρανα ότι στην αγορά εργασίας θα είναι τα παιδιά ενός ανώτερου Θεού, τελικά στις μέρες της Τρόικα που ακολούθησαν αποτελούν το επιστημονικό προλεταριάτο με μισθούς που τους μετάτρεψαν σε μια νύχτα σε παιδιά ενός κατώτερου μισθού. Και αν κάποτε οι ουτοπιστές μιλούσαν για αυτοδιαχείριση και κοινόβια, να που τώρα βγαίνουν λιγάκι προφήτες. Οι άνθρωποι θα αρχίσουν να δείχνουν μεταξύ τους αλληλεγγύη, να συσπειρώνονται και να ζουν ομαδικά. Πιθανότατα όχι από ιδεαλισμό και εφηβική διάθεση  αλλαγής της κοινωνίας. Αλλά από φτώχεια.
Προηγούμενο άρθρο«Πάνω απ’ όλα η πατρίδα και οι Έλληνες»
Επόμενο άρθροΤο ΚΘΒΕ στο εξωτερικό
Γεννήθηκα το Φεβρουάριο του ’68 στη Θεσσαλονίκη. Η μαμά λέει ότι εκείνη τη μέρα, χιόνιζε πολύ. Η συγκοινωνία είχε σταματήσει και το ολόλευκο αστικό τοπίο διακόπτονταν από τις βαθιές πατημασιές των περαστικών. Στην ίδια πόλη μερικά χρόνια μετά σπούδασα οικονομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Από τα οικονομικά όμως αγάπησα πιο πολύ την ποίηση. Τον Λειβαδίτη, τον Καρούζο, τον Πρεβέρ. Γιατί η επιστήμη σε μαθαίνει πως να κουμαντάρεις τα λεφτά. Ενώ η ποίηση πως να κουμαντάρεις τη ψυχή. Το 1999 εκδόθηκε η συλλογή μου «Ο Θεός κατοικεί σε ουρανοξύστη, 31 ποιήματα της πόλης» από τον Παρατηρητή. Λίγο αργότερα το 2003 κυκλοφόρησε από τα Ελληνικά Γράμματα «Η Αρχιτεκτονική των σιωπηλών ημερών». Το πρώτο μου μυθιστόρημα εκδόθηκε από τη Φερενίκη το 2009 με τον τίτλο «Ο ήλιος στο πάτωμα». Προφητικός τίτλος για μια χώρα που κατρακύλησε κατόπιν στο ναδίρ. Αρθρογραφούσα στην Karfitsa και τώρα στο Thinkfree. Ευτυχώς που η σκέψη δεν είναι Μερσεντές να κατασχεθεί. Γιατί εδώ σκεφτόμαστε ακόμη. Ελεύθερα.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.