Το λαμπρό μέλλον ενός ετοιμοθάνατου γέρου

0
1574

aris logo wallpapers

(Γράφει ο Δημήτρης Πετρίδης)

 

            “Κοιτάξτε πόσο ωχρό είναι το δέρμα του”, είπε με πανικόβλητο ύφος ο τραυματιοφορέας. “Είναι κίτρινος”.

            “Με μεγάλους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια”, παρατήρησε ο παθολόγος.

            “Ναι, αλλά κατά τ’ άλλα είναι πανέμορφος: γυμνασμένο σώμα, ωραία, αρρενωπά χαρακτηριστικά, βελούδινα μαλλιά… Θεός!”, ολοκλήρωσε την περιγραφή του αρρώστου η 23χρονη νοσοκόμα.

            “Άρα, για να συνοψίσουμε, έχουμε να κάνουμε μ’ έναν κιτρινόμαυρο Θεό”, έθεσε το θέμα στις σωστές του διαστάσεις ο χειρούργος κι έκλεισε την πόρτα της εντατικής.

            “Θεός… Θεός!”, ξανάπε, συνεπαρμένη από τα 6 ομοιόμορφα κουτάκια που αποτελούσαν την κοιλιακή χώρα του ασθενούς, η νοσοκόμα και του χάιδεψε το μάγουλο.

            Την ίδια στιγμή, εντελώς απροειδοποίητα, ο άρρωστος άνοιξε τα μάτια του. “Ο Γκάνγκστερ… Ο Δράκος… Ο Ξανθός…”, ψέλλισε και το κορμί του συσπάστηκε τόσο βίαια, που άπαντες στο δωμάτιο θα πόνταραν πως μόλις είχαν αντικρίσει τον επιθανάτιο, κινητικό του «ρόγχο». Ωστόσο, η καρδιά του χτυπούσε ακόμα.

            “Παραληρεί!”, ήταν το αστραπιαίο πόρισμα του χειρούργου και διέταξε να συνδέσουν τον ασθενή με τα μηχανήματα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσουν τη ζωή του. “Ας κοιτάξουμε τις ζωτικές του ενδείξεις”, είπε αμέσως μετά τη διασωλήνωση.

            Έσκυψαν και οι τέσσερις- οι δύο γιατροί, με τον τραυματιοφορέα και τη νοσοκόμα- πάνω από το μόνιτορ και αυτό που είδαν τους ξάφνιασε: το μόνο που εμφανίστηκε στην οθόνη ήταν τρεις βαθμολογικοί πίνακες.

            Ο πρώτος είχε ως υπέρτιτλο το “Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου”. Στην τελευταία θέση του πίνακα- κι αυτή που αναβόσβηνε με έντονα, κιτρινόμαυρα γράμματα- ήταν, έλεγε, ο Άρης.

            Ο δεύτερος έγραφε “Πρωτάθλημα Μπάσκετ”. Ο Άρης καταλάμβανε την έβδομη θέση, σε τετραπλή, μάλιστα, ισοβαθμία, πράγμα που σήμαινε πως θα μπορούσε να πέσει κάλλιστα και στη δέκατη.

            Ο τρίτος πίνακας τιτλοφορούνταν “Πρωτάθλημα Βόλεϊ”. Υπήρχε, φυσικά, και σ’ αυτόν “Άρης”- εκεί, στο νούμερο 8.

            Οι άνθρωποι του ιατρικού επιτελείου κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με ολοφάνερη απορία. Ένα δεύτερο προτού μιλήσουν για τον ελέφαντα στο δωμάτιο- που είχε τη μορφή ενός γιγαντιαίου “ΤΙ;;;”- οι πίνακες χάθηκαν και στη θέση τους εμφανίστηκε το εξής μήνυμα:

            “1914-2014, 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΗΣ”.

            Η νοσοκόμα, με την έκπληξη να ποτίζει κάθε κύτταρο του κορμιού της, ρώτησε, κουνώντας άηχα τα χείλη της, “100;”. “Ένας αιώνας”, ψιθύρισε σκεφτικά ο τραυματιοφορέας, που ήταν εξπέρ στις μετατροπές δευτερολέπτων σε λεπτών, λεπτών σε ώρα, ώρες σε μέρα, μέρες σε βδομάδα κ.τ.λ.

            Ο παθολόγος, με τη δέουσα ιατρική σοβαρότητα, απεφάνθη πως η ζωή του ασθενούς κινδύνευε λόγω προχωρημένης ηλικίας. Ο χειρούργος ένευσε και πρόσθεσε ότι κατά την καθαρά επιστημονική του γνώμη το αν θα ζούσε ή όχι ο άρρωστος για να δει το επόμενο ξημέρωμα ήταν θέλημα Θεού. Όταν τον ρώτησε η νοσοκόμα “Ποιου Θεού”, απάντησε, αστειευόμενος, “του Πολέμου”.  

            Έτσι, καθότι και οι τέσσερις κατάγονταν από την Τραπεζούντα, αποφάσισαν να μιμηθούν τον Πόντιο Πιλάτο: ένιψαν τας χείρας τους, συμφώνησαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα και περίμεναν να δουν τι θα συμβεί.

            Αυτό που συνέβη, ήταν το εξής: το μόνιτορ απέκτησε- εκτός από εικόνα- και φωνή. “Οι μεγάλοι μου αντίπαλοι”, φώναξε αντί χαιρετισμού και στην οθόνη άρχισαν να παρελαύνουν περήφανοι (ασπρόμαυροι και κιτρινόμαυροι) δικέφαλοι αετοί, καταπράσινα τριφύλλια, δαφνοστεφανωμένοι έφηβοι, ο ροπαλοφόρος ημίθεος των 12 άθλων και άλλοι.

            “Είναι δαιμονισμένος!”, τσίριξε έντρομη ακούγοντας τη βαριά αντρική φωνή η νοσοκόμα και βγήκε έξω από την εντατική.

            “Δαιμονίστηκε!”, συμφώνησε ο τραυματιοφορέας και ακολούθησε τη νοσοκόμα.

            “Έχει καταληφθεί από κάποιον δαίμονα!”, έδωσε τη δική του εκδοχή των πραγμάτων ο χειρούργος κι εξαφανίστηκε.

            “Πού πήγαν όλοι;”, αναρωτήθηκε ο παθολόγος και πήγε να σκαλίσει τ’ ακαταλαβίστικα ορνιθοσκαλίσματά του σε κάποιο συνταγολόγιο.

            Τα φώτα τρεμόπαιξαν για μια στιγμή κι έπειτα έσβησαν εντελώς, βυθίζοντας την αίθουσα στο σκοτάδι. Αδιατάραχτη ησυχία απλώθηκε σε κάθε εκατοστό του χώρου- ησυχία που, κρίνοντας από τη γενικότερη κατάσταση του αρρώστου, θα γινόταν σύντομα νεκρική σιγή.

            Ή μήπως όχι;

            “Πήρα το πρώτο μου πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο το 1928”, είπε ο καταβεβλημένος αιωνόβιος από το κρεβάτι του, σα να μην τον είχε εγκαταλείψει το «κοινό» του. “To δεύτερο το 1932. Το τρίτο το 1946. Κέρδισα το κύπελλο το 1970. Είχα στις τάξεις μου παιχταράδες όπως ο Κλεάνθης Βικελίδης, ο Κούης, ο Φοιρός ο Ζήνδρος, ο Σεμερτζίδης.

            Στο πόλο πήρα 3 πρωταθλήματα Ελλάδος μέσα σε μια τετραετία (1928-1932). Στο βόλεϊ κατέκτησα πανηγυρικά τον τίτλο και το σούπερ καπ το 1997, με την αρμάδα του coach Χαριτωνίδη και των Μητρούδη, Γκάνεφ, Χατζηαντωνίου να σαρώνει τους πάντες στο διάβα της.        

            Ο παγκόσμιος πρωταθλητής του 2005 στα 50 μέτρα ύπτιο, ο Άρης Γρηγοριάδης, ήταν δικός μου αθλητής. Διάβολε, έχω υπάρξει ακόμα και πρωταθλητής Ελλάδος στο χόκεϊ- και, όχι, δεν ήμουν η μόνη ομάδα που συμμετείχε στο πρωτάθλημα. Και, τέλος, η ναυαρχίδα μου το…”

            Ο ειρμός των σκέψεών του διεκόπη από μια παρατεταμένη κρίση βήχα. Ο Άρης, εν έτει 2014, δεν έδειχνε να διάγει τις πιο λαμπρές του ημέρες. Τελικά, μήπως είχαν δίκιο οι «γιατροί»; Μήπως πέθαινε;

            Χρόνια πολλά, αγάπη μου γλυκιά…, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός ψίθυρος ακριβώς έξω από την πόρτα της εντατικής που νοσηλευόταν.

            Ώστε είχαν έρθει, λοιπόν; Ήταν εδώ; Με τη σκέψη στους δικούς του ανθρώπους να του δίνει φτερά στην πληγείσα καρδιά του, ο Άρης βρήκε τη δύναμη να ολοκληρώσει τον παραληρηματικό του μονόλογο:

            “Η ναυαρχίδα του συλλόγου μου- το μπάσκετ. Χρειάζεται να πω πολλά; Είχα τον Γκάλη, το καταλαβαίνετε; Το Γιαννάκη. Τον Ιωαννίδη. Το Γκάνγκστερ, το Δράκο, τον Ξανθό. Ξέρετε πολλές ομάδες που κατάφεραν να ενώσουν όλους τους Έλληνες; Ε, λοιπόν, κοιτάξτε το θνησιμαίο κουφάρι μου- εγώ τα κατάφερα. Πήρα τίτλους, έγινα Αυτοκράτορας, προσέθεσα λίγο κίτρινο και λίγο μαύρο στις φλέβες κάθε φιλάθλου. Έφτασα στην κορυφή και έμεινα εκεί. Για χρόνια”.

            …και στα εκατό θα ’μαι πάλι εδώ να στο τραγουδώ, επέμειναν οι οπαδοί του κατάκοιτου γέροντα. Ο Άρης τράβηξε τα καλώδια από το κορμί του, κλώτσησε μακριά το μόνιτορ με τις βαθμολογίες, που σχεδόν επέτασσαν να πεθάνει, και σηκώθηκε στα πόδια του. Πήρε μια βαθιά, αναζωογονητική ανάσα και πήγε να συναντήσει την κίτρινη λαοθάλασσα.

            Κολύμπησε μέσα της, έγινε ένα με τους οπαδούς και τους άκουσε να τον αποκαλούν και πάλι “Αγάπη μου γλυκιά”.

            Τελικά, ο Θάνατος μπορούσε να περιμένει.

            Ο Άρης είχε γίνει και πάλι παιδί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.