Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: από πού στρίβουμε;

0
766

No 851994Γράφει ο Τάσος Ρέτζιος / δημοσιογράφος – κριτικός κινηματογράφου

Τι μπορεί να είναι η θέαση μιας ταινίας μέσα σε μια αίθουσα, πέρα από μια κοινή εμπειρία; Μπορεί να είναι το έναυσμα μιας σκέψης, μιας δράσης ή μιας αλλαγής; Μπορεί, με άλλα λόγια, να είναι κάτι παραπάνω από αυτό που ορίζεται ως βλέπω μια ταινία; Αν οι απαντήσεις εξαρτώνται, εν πολλοίς, από την παιδεία, τις εμπειρίες ή και τις ανάγκες ενός εκάστου, ένα φεστιβάλ κινηματογράφου οφείλει εκτός από το να θέτει τις «σωστές» ερωτήσεις, να δίνει και τις «κατάλληλες» απαντήσεις…

Αυτό το εισαγωγικό… ξεκαθάρισμα, ωστόσο, προϋποθέτει ότι ένα φεστιβάλ κινηματογράφου είναι κάτι περισσότερο από μια συλλογή προβολών και ταινιών ή τουλάχιστον ότι οι επιλογές του έχουν κάποια στόχευση. Το πρόσφατο 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ίσως περισσότερο από ποτέ άλλοτε, δίνει μια καλή αφορμή για να δούμε λίγο πιο προσεκτικά αυτά τα θέματα…

-Καταρχήν τα… παρασκηνιακά: Ο Δημήτρης Εϊπίδης έστησε μια διοργάνωση στην κόψη του ξυραφιού, με την ανανέωση της θητείας του να μετατρέπεται σε σίριαλ με αίσιο για τον ίδιο τέλος, αφού επανα(διορίστηκε) από τον υπουργό Πολιτισμού, Κώστα Τασούλα, μόλις στις αρχές του φθινοπώρου. Φυσικά ο προϋπολογισμός ήταν σαφώς συρρικνωμένος, αν και θα είχε ενδιαφέρον να μάθει κανείς πώς ακριβώς ξοδεύονταν οι προηγούμενοι, που μετριούνταν σε εκατομμύρια ευρώ…

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι φήμες οργιάζουν. Από το ότι υπήρξαν εκβιασμοί για την ανανέωση της θητείας, μέχρι τους εμπλεκόμενους (σε μεγάλη γκάμα οι τελευταίοι, από τον Μπουτάρη μέχρι τη… μνημονιακή συγκυβέρνηση). Η πραγματικότητα, ωστόσο, δείχνει κάπως πιο… κωμική. Οι παλινδρομήσεις και οι κόντρες του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του ΦΚΘ, Γιάννη Σμαραγδή, έφεραν μεν το Φεστιβάλ με διεύθυνση, αλλά στην ουσία χωρίς διοικητικό συμβούλιο ή μάλλον κουτσουρεμένο και μετέωρο, μετά τη λήξη της θητείας του. Έτσι, ζήσαμε μεγάλες στιγμές όταν ο πρόεδρος (ακόμη) Σμαραγδής είδε (μόνο είδε, χωρίς να συμμετέχει!) την πρότασή του να βραβευτούν τέσσερις άνθρωποι του σινεμά (Βούλγαρης, Παπαστάθης, Ζουμπουλάκη, Συνοδινού), να γίνεται ένα βιαστικό πασάλειμμα στην τελετή λήξης, ενώ οι υποσχέσεις που έδινε για επαναφορά του ελληνικού τμήματος, άλλη πορεία και οικονομικούς ελέγχους να γίνονται… έπεα πτερόεντα.

Από την πλευρά του ο Εϊπίδης έχει εδώ και καιρό συγκεντρώσει πολλές… αντιπάθειες, τόσο με τον αποκλεισμό και το «κυνήγι» κάθε διαφορετικής κριτικής φωνής (με αποκορύφωμα όσα τραγικά συνέβησαν με τους κριτικούς κινηματογράφους), όσο και κυρίως με το ότι ο ίδιος «διοικεί» με σύστημα και ανθρώπους που ο ίδιος είχε καταγγείλει στο παρελθόν, όταν διευθύντρια ήταν η Δέσποινα Μουζάκη. Το πιο… εμφανές, ωστόσο, είναι η αδυναμία του πλέον να ανταποκριθεί σ’ έναν οργανισμό που φωνάζει από μίλια μακριά ότι χρειάζεται ανανέωση ή/και αλλαγή προσανατολισμού.

-Πολλά ακόμη θα μπορούσαμε να γράψουμε (κι έχουν ήδη γραφεί αλλού) για τις παρασκηνιακές δολιχοδρομίες του συνδυασμού Φεστιβάλ – Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου – ελληνικό σινεμά – Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά, εντέλει, το ζήτημα δεν βρίσκεται (μόνο) εκεί. Ούτε, φυσικά, η επιτυχία μετριέται με τις γεμάτες αίθουσες μιας δεκαήμερης γιορτής.

Γιατί; Μα διότι ένα φεστιβάλ (για να επιστρέψουμε από εκεί όπου ξεκινήσαμε) οφείλει να είναι κάτι περισσότερο από μια φιέστα, να διαμορφώνει συνειδήσεις, γούστα, να μπολιάζει τον κοινωνικό ιστό και στην περίπτωση της χώρας μας σήμερα, να τον αναλύει και να τον συνθέτει. Ξέρω, ακούγεται λίγο σαν το έργο ενός κοινωνιολόγου, αλλά πότε ο πολιτισμός έπαψε να είναι μια πολύτιμη κοινωνική διάσταση; Πότε έχασε το ρόλο του ως εμβρυουλκό ευρύτερων εξελίξεων; Και πότε απεμπόλησε αυτές τις δυνατότητες; Δυστυχώς, σήμερα, στο δικό μας Φεστιβάλ Κινηματογράφου, έχουμε τις αρνητικές απαντήσεις!

Εδώ και χρόνια, ο Δημήτρης Εϊπίδης τονίζει πως το σινεμά που προτείνει έχει κοινωνικές και ανθρωπιστικές αναφορές, αγκαλιάζει τους αγώνες για τα δικαιώματα, είναι ανεξάρτητο και είναι και ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με τι; Προφανώς με τις εμπορικές αίθουσες, τα μούλτιπλεξ, τον κινηματογράφο ψυχαγωγίας. Πόσες παγίδες όμως και πόσες αναντιστοιχίες κρύβει αυτή η θεώρηση…

Η αντίθεση με τον εμπορευματοποιημένο κινηματογράφο δεν εμπόδισε το Φεστιβάλ να αποδεχτεί την ενοικίαση των τεσσάρων αιθουσών στο λιμάνι στην εταιρία της Village. Όχι μόνο αυτό, αλλά ασμένως την αποδέχτηκε, αφού του έλυσε (;) και κάποια οργανωτικά προβληματάκια. Αν ήταν συνεπές προς το όραμά του το Φεστιβάλ θα είχε αξιοποιήσει το ίδιο αυτές τις έρημες μέχρι πέρυσι αίθουσες για να αναπτύξει αυτό το περίφημο artiplex, ένα κύκλωμα αιθουσών με ταινίες τέχνης, ανήσυχες κλπ. Δεν το έκανε και το επιχείρημα ήταν ότι θα αποτύγχανε… εμπορικά.

Όπως αποτυγχάνουν εμπορικά και οι ταινίες τέτοιων χαρακτηριστικών όταν βγαίνουν στις αίθουσες εκτός του δεκαημέρου του Φεστιβάλ. Προφανώς το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, εδώ και παραπάνω από δύο δεκαετίες δεν κατάφερε να αλλάξει (για να μην πούμε να δημιουργήσει) τα γούστα του κοινού στη Θεσσαλονίκη. Ας μη μιλήσουμε για εκείνον τον κοινωνικό μετασχηματισμό, που όντως τον πετυχαίνουν θεσμοί με όνομα όχι πιο βαρύ απ’ όσο έχει το ΦΚΘ, αλλά με πολιτική σκέψη μεγαλύτερη από την ανάλωση σε τακτικισμούς και ίντριγκες για ανανέωση θητειών, εξασφάλιση συμβάσεων και μοίρασμα χρημάτων…

Κι ας μην πιάσουμε τις αυταρχικές, ηγεμονικές κι εν γένει προβληματικές συμπεριφορές της διοίκησης, που καμιά σχέση δεν έχουν με τα χαρακτηριστικά με τα οποία περιγράφει τις επιλογές των ταινιών που προβάλλονται!

Αλλά τι είδους επιλογές είναι αυτές; Ας πάρουμε για παράδειγμα την τελευταία διοργάνωση: οι σπουδαιότερες, must to see, ταινίες, που και το ίδιο το Φεστιβάλ προέκρινε προβάλλοντας τες στην κεντρική αίθουσα και ώρα, είναι κάτι σαν πρεμιέρες εταιριών διανομής, ήδη προγραμματισμένες για έξοδο στις αίθουσες και βραβευμένες στα μεγάλα φεστιβάλ. Ακόμα και το διαγωνιστικό τμήμα, με πρώτες και δεύτερες ταινίες σκηνοθετών, λίγες πρώτες προβολές διαθέτει. Το Χρυσό Αλέξανδρο βέβαια, μετά από λίγες ημέρες κανείς δεν θα τον θυμάται, όπως και δύσκολα θα βρεις κάποιον να θυμάται κάποιον από τους προηγούμενους…

-Για να ξαναγυρίσουμε στα χαρακτηριστικά του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: από τις Κάννες μέχρι το πιο μικρό φεστιβάλ, οι ταινίες που κυκλοφορούν εκεί, οι… φεστιβαλικές, αυτά τα χαρακτηριστικά διαθέτουν. Τίποτα λιγότερο, αλλά πολύ περισσότερα, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχουν «ανακαλύψεις» και προτάσεις. Ο ίδιος ο Δημήτρης Εϊπίδης είχε πρωτοσταστήσει τη δεκαετία του ’90 σε τέτοια πράγματα και σύστησε στην απαίδευτη τότε σινεφίλ κοινότητα σημαντικούς δημιουργούς. Αποδείχτηκε ότι απλώς δεν ήμασταν καλά ενημερωμένοι για το τι συνέβαινε έξω και μόλις η πληροφόρηση, η ενημέρωση και το διαδίκτυο έκαναν τη δουλειά τους, το ΦΚΘ… στούμπωσε και φέτος «ανακαλύψαμε» τη Χάνα Σιγκούλα, ενώ τα αφιερώματα συνεχίζουν να παρακολουθούν όσους σκηνοθέτες είναι «καυτοί» στον ανεξάρτητο χώρο, χάρη στην τελευταία τους δουλειά που προβλήθηκε στα πρόσφατα ξένα φεστιβάλ (Μούντρουτσο και Ραχμάνι φέτος).

Ακούω τις φωνές από πίσω: και τι άλλο να κάνει ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ από το να μας δείχνει τις νέες τάσεις και να διοργανώνει ωραίες γιορτές του σινεμά; Να εκπαιδεύει είναι η απάντηση, να διαχέεται όλο το χρόνο, να δημιουργεί καταστάσεις, να παράγει, έστω σε μια χώρα και σε μια πόλη που παράγει κυρίως ανυποληψία και παρασιτισμό.

-Αλλά πρόκειται για ένα ελληνικό φεστιβάλ, οπότε υπάρχει μια ακόμα ευκαιρία: να ποντάρει πάνω στο ελληνικό σινεμά! Όχι βέβαια, με τον τρόπο που έγινε φέτος, μ’ αυτήν την καταγέλαστη λίστα των διακοσίων ταινιών (στην οποία χώρεσε το «Σώσε με» και οι «Γενναίοι της Σαμοθράκης» κι έλειπε οποιαδήποτε ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου) των «εκατό χρόνων ελληνικού σινεμά» (χαρίζοντας τους αδελφούς Μανάκια προφανώς στο… σκοπιανό σινεμά) και μια απολύτως διαβλητή «ψηφοφορία» ή με τις προσβλητικές για τους βραβευθέντες τιμητικές εκδηλώσεις. Κινήσεις που έγιναν απολύτως υπολογιστικά εξαιτίας της κριτικής περί αφελληνισμού του ΦΚΘ και όχι από πραγματικό νοιάξιμο για το ελληνικό σινεμά. Ούτε βέβαια η πονταρισιά πρέπει να γίνει γιατί το greek weird cinema είναι στη μόδα έξω, τώρα που είμαστε και ως χώρα στο επίκεντρο, μιας κι αυτή η θεώρηση παράγει μεν ενδιαφέροντα προϊόντα, απολύτως όμως αυτοαναφορικά και ξεκομμένα από τις κοινωνικές διεργασίες.

Πρέπει να γίνει με αγάπη και σεβασμό στο όλον του ελληνικού κινηματογράφου, να υπάρχει ένα Φεστιβάλ πρεσβευτής της ελληνικής ταινίας, χώρος ώσμωσης με το διεθνές περιβάλλον και όχι να σέρνεται σε μεσημεριανές προβολές στις δεύτερες και στις τρίτες αίθουσες… Μόνο έτσι το ΦΚΘ θα έχει σταθερό πεδίο αναφοράς, σίγουρο βηματισμό και ματιά εξαγωγική, όχι μηρυκασμού. Διαφορετικά δεν έχει λόγο ύπαρξης, αφού ήδη υπάρχουν πορτοκαλιές σε καλύτερα κλίματα, όπου συγκεντρώνονται και τα περισσότερα εύγευστα πορτοκάλια του ελληνικού σινεμά…

Το Φεστιβάλ πρέπει να αλλάξει! Κατεύθυνση, νοοτροπία, επιλογές, διαδικασίες, ανθρώπους! Αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι προλαβαίνει πλέον…

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Δε μετρώ» στο Θέατρο Έξω από τα Τείχη
Επόμενο άρθροΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ / Ένα βιβλίο για την αξία της υγιεινής και σωστής διατροφής
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.