Όνειρα σε κούτες…

0
755

thinkfreeΠακετάρει η Εύα Μπαλταγιάννη

Με είχε στοιχειώσει η «Πολίτικη Κουζίνα».  Είχαν καταγράψει τόσο ανεξίτηλα τη σκηνή, όπου η Τουρκάλα άφηνε μια για πάντα τον Χωραφά με την ομπρέλα στο χέρι, χωρίς να κοιτάξει πίσω και, ακούγοντας τα λόγια του που ανέφεραν, ότι στους σταθμούς των τρένων, αν κοιτάξεις πίσω, δίνεις υπόσχεση ότι θα επιστρέψεις, ρίζωσα στο κεφάλι μου,  να κοιτάω μπροστά κάθε φορά που άφηνα τον σταθμό της πόλης μου με προορισμό τη δική μου «πόλη του φωτός», τη Θεσσαλονίκη.

«Δε θα επιστρέψω», έλεγα. Ο κόσμος ανοίγεται μπροστά μου, θα δουλέψω και θα ζήσω μακριά από αυτό το μέρος που τόσο με είχε κουράσει…

Στην αρχή, φοιτήτρια. Οι καταβάσεις στη μικρή μου, επαρχιακή πόλη στο κέντρο της Ελλάδας, έγιναν μηδαμινές και κόπηκαν σε κάποιο σημείο.

Οι δικοί μου φώναζαν για έλλειψη επικοινωνίας, για χάσιμο της μικρής τους, για αλλαγές σε χαρακτήρες, για σκληρή στάση, για απομόνωση.

Εγώ; Εγώ χαμπάρι. Είχα ανέβει να κυνηγήσω το όνειρό μου. Τη δημοσιογραφία μου! Αυτήν, που με έκανε από τα 6 να διαβάζω το μάθημα στον τοίχο και να γράφω υπέροχες εκθέσεις και να κοιτώ με τις ώρες την Μαρία Παπαπαναγιώτου να μιλάει για τα φάρμακα- που καθόλου δε με ενδιέφεραν, αλλά τι ωραία που τα έλεγε;-   και να χάσκω τη Μαλβίνα, που πριν καλά καλά ξεφτυλίσει τον έναν, είχε «οπλίσει» το λεκτικό της «γκάνι» για τον επόμενο…

Εκεί, χτύπησα από το πρώτο έτος μια πόρτα του στυλ «γεια σας, δεν με ξέρετε, αλλά θα με γνωρίσετε, γιατί θα δουλέψω για εσάς, δε θέλω λεφτά, πώς μπορώ να ζητήσω άλλωστε, όταν δεν  έχω ιδέα ακόμη από δημοσιογραφία», εκεί, έφτασα να κάνω τρεις δουλειές, η μια δημοσιογραφική και οι άλλες δυο για να μπορώ να αγοράσω και μια γόβα ρε αδερφέ, εκεί έμαθα να γράφω (αν μπορεί κανείς να πει ότι  γράφει καλά), έμαθα να περπατάω στο δρόμο και, αντί να κοιτάω το ψηλό γαλανομάτικο, να ψάχνω για μια είδηση, ένα «κάτι» που θα μου δώσει τροφή, εκεί έκανα παραμονή πρωτοχρονιάς στο κανάλι, λες και φύτρωσα και δεν έχω γονείς να με περιμένουν, χωρίς να ζητήσω φράγκο, χωρίς να μου δώσει και κανείς από την καλή του την καρδιά.

Εκεί, άκουσα πόσο καλή είμαι στη δουλειά μου, αλλά και πάλι, η καλοσύνη μου έφτανε μέχρι το ότι έπρεπε να δουλέψω πιο πολλές ώρες, αλλά τα χρήματα είναι λέξη ξένη και οι εργοδότες μου δεν ήξεραν άλλη γλώσσα πέραν της ελληνικής.

Εκεί, ξύπνησα στις 4 το χάραμα να κάνω ραδιόφωνο και κάθε εβδομάδα «την επόμενη Πέμπτη θα συζητήσουμε για τον μισθό σου» και ποτέ δεν ήρθε η καταραμένη εκείνη Πέμπτη, αλλά ήρθε μια Πέμπτη που έμαθα ότι την Παρασκευή δε θα κάνω ραδιόφωνο γιατί ο σταθμός  κατεβάζει ρολά…

Εκεί, πήρα το πτυχίο και πόσο χάρηκα δε φαντάζεσαι. Και πόσο νευρίαζα όταν μου έλεγαν οι μεγαλύτεροι του είδους ότι θα το παίξω «και καν’ το κορνίζα», επίσης δε φαντάζεσαι. Και πόσο πίστευα, ότι θα βρω δουλειά- όχι, δουλειά είχα πάντα, πληρωμένη δουλειά δεν μου προσέφερε ποτέ κανείς- πάλι δε φαντάζεσαι…

Και πέρασαν έξι χρόνια. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με δυο- τρία «μεγάλα» ονόματα της δημοσιογραφίας και την ατυχία να καταλάβω, ότι όσο πιο μεγάλος είναι ο τενεκές, τόσο μεγαλύτερο θόρυβο κάνει.

Είχα την τύχη, να συνεργαστώ με δυο- τρεις  «μικρότερους» δημοσιογράφους, οι οποίοι μου έμαθαν, πως όσο μικρότερο είναι το μπουκάλι, τόσο πιο ακριβό είναι το άρωμα που περιέχει…

Και η ρουφιάνα η δημοσιογραφία, είναι τενεκές γ@@μώτο. Αλλά στον πάτο του, υπάρχει άρωμα. Εκεί, που κανείς δεν κοιτάει, εκεί που κανείς δε βάζει το χέρι του… Εκεί, στα τάρταρα που λέμε, στο χαμαλίκι, στο σκύψε το κεφάλι σου γιατί εγώ (ο μπαμπάς) σου έλεγα να μπεις στρατό κι εσύ μου ήθελες να σκαρφαλώνεις στα δέντρα για να δεις αν ο απέναντι δέρνει την κόρη του και έκραζες τον διευθυντή στην εφημερίδα του σχολείου.

Έτσι, με πολλή δουλειά, πολλά όνειρα και καθόλου λεφτά, πέρασαν έξι χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Ξέρω, καλά, στα έξι χρόνια νιώθεις θύμα; Να σου πω εγώ, που δουλεύω δέκα χρόνια έτσι…

«Ο καθένας έχει την τιμή του», μου είχε πει κάποιος. Και αν δε ζητήσεις να πληρωθείς, θα είσαι πάντα το «καλύτερο κορίτσι» που «έλα μωρέ, η Μπαλταγιάννη τώρα; Αυτή δε ζητάει τίποτα, ας την εκεί να δουλεύει και έλα να φάμε κανά δυο κομμάτια από την “πίτα”».

Και έτσι, πέρασαν έξι χρόνια. Και έτσι, αφαίμαξα γονείς και κηδεμόνες, κυνηγώντας το όνειρο, που στο τέλος έγινε εφιάλτης και με πήρε στο κατόπι.

Και μια μέρα, πήρα τη βαλιτσούλα μου και είπα, μετά από τέσσερα χρόνια, να κάνω επιτέλους διακοπές στην μικρή μου, επαρχιακή, παραθαλάσσια πόλη, που ξαφνικά, τόσο μου είχε λείψει.

Και η εβδομάδα έγινε μήνας και όταν ξελαμπίκαρε το τσερβέλο μου, που ένιωθα, ότι μέσα είχε κάτι από τις «Αποφράξεις Ερμής», είδα, ότι αντί να πεθάνω εγώ, πρέπει να σκοτώσω αυτή την Εύα που κάθε ώρα και στιγμή απεδείκνυε, ότι ο Τζάμπα ζει.

Κι έτσι, ο μήνας έγινε «μαμά, μπαμπά, αποφάσισα να επιστρέψω στο σπίτι. Θα στείλω βιογραφικά και εδώ, αλλά και στην Αθήνα και όπου με πάρουν πάω. Μέχρι τότε, δεν μπορώ να έχω μηνιάτικο 150 ευρώ και να σας τρώω 1000».

Κι έτσι, κατάλαβα, ότι φεύγοντας για διακοπές από Θεσσαλονίκη, ξέχασα να κοιτάξω πίσω, γιατί ήξερα, ότι τίποτα δεν με περίμενε πια.

Εσένα που διαβάζεις, σου φαίνεται πολύ Μάρθα Βούρτση το σκηνικό, το ξέρω. Αλλά κουράστηκα ρε φίλε! Δεν κουράστηκα από τη  δουλειά μου- είμαι ερωτευμένη μαζί της και ο έρωτας σου κλείνει τα μάτια, σε όποια μορφή και αν σου παρουσιάζεται- κουράστηκα στο όνομα της  κ@λοκρίσης να μου στραγγίζεις το όνειρο και την όρεξη και τη θέρμη και τη δύναμη!

Να μου λες ότι δεν παίζει μία, όταν σε βλέπω ότι τρως. Να μου τη λες, επειδή έφυγα στις 5 που σχολούσα και δεν έμεινα μέχρι τι 8, για να κάνω και κάτι άλλο.

Να μου λένε ότι αυτό που κάνω είναι χόμπυ από τη στιγμή που δε «λαδώνει τ’ άντερο» και να μου έρχεται να σε στείλω από εκεί που ήρθες, μάλλον, επειδή αισθάνομαι ότι έχω κάνει το επάγγελμά μου χόμπυ και όχι το αντίθετο.

Κι έτσι, βρέθηκα πάλι στην μικρή μου πόλη, που τόσο μίσησα κάποτε, τόσο ένιωθα ότι δε με ήθελε όταν ήρθα για διακοπές, που τόσο με ηρεμεί,  που τόσο με γεμίζει κουράγιο.

Και έκανα τον Γιάννη να γελάσει τις προάλλες που με ρώτησε γιατί δεν έγραφα τόσον καιρό.

Τι να σου γράψω κι εσένα; Σκέφτηκα. Ποιον νοιάζει τι όρεξη έχω εγώ να γράψω. Πού να βρω την όρεξη να γράψω, εάν νιώθω ότι όπου πάω, χτυπάω σε τοίχο…

«Ξενοικιάζω κύριε Γιάννη», του είπα και ένιωθα σαν καρτούν με τεράστια μάτια έτοιμα να ρίξουν καρεκλοπόδαρα.

Κάπου εκεί στη Θεσσαλονίκη, κάτι χιλιόμετρα μακριά, μπροστά στο κινητό του ήταν εκείνος που πήρε το μήνυμα και, μάλλον θα χαμογέλασε.

«Μη χάνεις το κουράγιο σου», μου είπε.

«Το όνειρό μου χάνω», του είπα.

Και κάπως έτσι, έμαθα να μη λέω σε καμία περίπτωση «ΠΟΤΕ» και να έχω ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα.

Γιατί, στην τελική, ο μόνος σταθμός που ήταν εκεί όταν ο κόμπος έφτασε στο χτένι, ήταν εκείνος που αρνούμουν να κοιτάξω, κάθε φορά που έφευγα.

Γεια σου Θεσσαλονίκη μου, δε θα φύγω με τρένο αυτή τη φορά, να μην μπλεχτώ πάλι σε στερεότυπα…

Προηγούμενο άρθροΦεστιβάλ Σερίφου 2013
Επόμενο άρθροΚαλημέρα… τρυφερή!
Γεννήθηκα στη δύση της δεκαετίας του ’80 ένα μεσημεράκι του Απρίλη, μέρα Τετάρτη. Κοινώς, κριός στο ζώδιο, με λέοντα ωροσκόπο και κυβερνήτη τον Άρη. Από τότε κι έχοντας ως γνώμονα τα παραπάνω, πολεμάω με όλα: με τη σχολή (Δημοσιοφραφία & ΜΜΕ στο ΑΠΘ), με τη δουλειά (ΑΝΤ1 97,5 – Θεσσαλονίκης), με όλους και μ’ εμένα. Θυμάμαι πάντα να φωνάζω ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος. Τώρα που είμαι, ψάχνω ό,τι κινείται γύρω από την πολιτική ζωή της χώρας και έχω μια έμφυτη τάση να το κρίνω. Πρότυπό μου η μία και μοναδική Μαλβίνα. Αγαπημένη ατάκα: «Το να μένεις στάσιμος σ’ έναν κόσμο που κινείται συνεχώς, είναι απλά σα να πηγαίνεις πίσω».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.