15 Αυγούστου 1261 : μία ξεχασμένη επέτειος

0
4074

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΑΤΣΙΟΛΑΣ /ΥΠ. ΔΙΔ. ΙΣΤΟΡΙΑΣ Α.Π.Θ.

15 Αυγούστου 1261 : ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος εισέρχεται θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη

 

Το Καλοκαίρι του 1261 μικρές αριθμητικά δυνάμεις υπό τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο κινούνται στις περιοχές της ανατολικής Θράκης πλησίον της Κωνσταντινούπολης. Πληροφορούνται ότι η Πόλη είναι χωρίς υπερασπιστές -όλα τα λατινικά στρατεύματα απουσιάζουν. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία να ανακαταληφθεί η Κωνσταντινούπολη μετά από 57 έτη λατινικής κυριαρχίας.

 

Στις 12-13 Απριλίου 1204 οι Σταυροφόροι και οι Βενετοί της Δ΄ Σταυροφορίας πετυχαίνουν αυτό που δεν είχε συμβεί ποτέ: καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη. Ακολουθεί μιας ανείπωτης φρίκης λεηλασία. Τον Μάιο στέφεται ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας (1204-1205) ως πρώτος Λατίνος Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης και πρακτικά ιδρύεται η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Το νέο αυτό κρατικό μόρφωμα αποδείχτηκε θνησιγενές και βραχύβιο. Οι Λατίνοι (Φράγκοι και Βενετοί) καταλαμβάνουν διάφορες  περιοχές του ελλαδικού χώρου και του Αιγαίου ιδρύοντας διάφορα κρατίδια φεουδαρχικού τύπου. Παράλληλα, όμως ιδρύονται τρία ελληνικά βασίλεια : η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στον μακρινό Πόντο, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας στη Μικρά Ασία. Επιπρόσθετα, στον ανταγωνισμό δυνάμεων και ισχύος που αναπτύσσεται στα εδάφη της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι σημαντική και η παρουσία των Βουλγάρων που από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα είχαν ιδρύσει ένα ισχυρό βασίλειο.

Μετά το 1204 με την πάροδο των ετών η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης όλο και εξασθενεί, ενώ η Αυτοκρατορία της Νίκαιας όλο και δυναμώνει και επεκτείνεται. Αυτά τα χρόνια σίγουρα ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Ιωάννη Βατάτζη (1222-1254), ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους αυτοκράτορες εν γένει του Βυζαντίου.

Το 1261 είναι το έτος  είναι το έτος θανάτου της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Στο θρόνο της Νίκαιας είναι ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1259-1282), μια πολυσήμαντη προσωπικότητα, ένας ηγεμόνας μιας αυτοκρατορίας που ανακάμπτει και που οραματίζεται να αποκτήσει την παλαιά δόξα και αίγλη. Ύψιστος στόχος η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Από την άλλη πλευρά, μέσα στα τείχη της Πόλης βασιλεύει ο Βαλδουίνος Β΄(1228-1273), αλλά το βασίλείο του πλέον δεν έχει ούτε πόρους οικονομικούς ούτε δύναμη στρατιωτική.

Τον Ιούλιο του 1261 στρατιωτικές δυνάμεις της Νίκαιας υπό την ηγεσία του Αλ. Στρατηγόπουλου βρίσκονται στην περιοχή της ανατολικής Θράκης για να εποπτεύσουν τα σύνορα με τη Βουλγαρία όχι όμως πολύ μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Α. Στρατηγόπουλος πληροφορείται ότι μέσα στην Πόλη, ο λατίνος Αυτοκράτορας είναι ανυπεράσπιστος. Οι λίγες ένοπλες δυνάμεις του είχαν εκστρατεύσει μαζί με τους Βενετούς σε περιοχή του Ευξείνου Πόντου και συγκεκριμένα ήταν απασχολημένες με την κατάληψη του Δαφνουσίου. Η κατάληψη της Πόλης μπορούσε να γίνει σχεδόν αναίμακτα και σχετικά εύκολα. Την νύχτα της 25ης Ιουλίου κρυφά εισέρχονται στην πόλη βυζαντινές δυνάμεις, εξουδετερώνουν τις ελάχιστες φρουρές, κατευθύνονται στα ανάκτορα, τα οποία ο Βαλδουίνος Β΄ εγκαταλείπει άρον άρον, ενώ παράλληλα πυρπολούνται περιοχές όπου ζουν λατίνοι. Η πόλη είχε περάσει εκ νέου στα χέρια των Ελλήνων, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επέστρεφε στην έδρα της και μια νέα εποχή ξεκινούσε για το Βυζάντιο.

Ο Γεώργιος Ακροπολίτης περιγράφει τα γεγονότα της εισόδου και της κατάληψης της Πόλης : «Ξαφνικά λοιπόν ο καίσαρ Στρατηγόπουλος, εξορμώντας κατά τη διάρκεια της νύχτας, προσέγγισε την Κωνσταντινούπολη. Καθώς όμως είχε μαζί του και κάποιους άνδρες που προέρχονταν από την πόλη και γνώριζαν τι ακριβώς συνέβαινε σ’ αυτήν και αφού τους ρώτησε έμαθε ότι υπήρχε κάποια τρύπα στην περιφέρεια του τείχους της πόλης, από την οποία θα μπορούσε να εισχωρήσει στρατιώτης-χωρίς λοιπόν διόλου να χρονοτριβήσει ανέλαβε την επιχείρηση. Και πέρασε από την τρύπα ένας και τον ακολούθησε άλλος, εκείον ύστερα άλλος κι έτσι ως τον δέκατο πέμπτο και σε σύντομο χρονικό διάστημα μπήκαν περισσότεροι άνδρες μέσα στην πόλη […] Οι υπόλοιποι παίρνοντας στα χέρια τους αξίνες και σπάζοντας τις αμπάρες των πυλών, κατέστησαν απρόσκοπτη την είσοδο του στρατεύματος μέσα στην πόλη». («αἴφνης οὖν ό Στρατηγόπουλος Ἀλέξιος ὁ καῖσαρ νυκτός ἐπιών τῇ Κωνσταντίνου προσήγγισεν. ἐπεί δὲ μεθ’ ἑαυτοῦ εἶχε καὶ ἄνδρας τινάς ἐξωρμημένους τῆς πόλεως καὶ ἀκριβῶς εἰδότας τὰ κατ’ αὐτήν, καὶ πυνθανόμενος αὐτῶν ἐμεμαθήκει ὀπήν τινα περί τὸ τεῖχος τῆς πόλεως, δι’ἧς ἀνήρ ὁπλίτης δύναιτ’ ἄν εἰσελθεῖν, μήδ’ ὅλως μελλήσας τοῦ ἔργου εἴχετο. Καὶ εἰσῆλθε διά ταύτης ἀνήρ, καὶ ἐπακολούθησε αὐτῷ ἕτερος, εἶτα ἐκείνῳ ἄλλος, καὶ οὕτω μέχρι τῶν πεντεκαίδεκα, τάχα δἐ καὶ πλείους ἄνδρες ἐντός εἰσῆλθον τῆς πόλεως. […] Οἱ δὲ ἄλλοι ἀξίνας εγχειρισάμενοι καὶ τους μοχλούς τῶν πυλῶν διαρρήξαντες ἐλευθέραν πεποίηνται τήν εἴσοδον τῷ στρατεύματι.»)

Και συνεχίζει  αφηγούμενος τις αντιδράσεις και τη φυγή των Λατίνων της Πόλης : «Αντίθετα, όσοι βρίσκονταν μέσα, συγκλονισμένοι από το αιφνιδιαστικό εγχείρημα, όπως μπορούσε ο καθένας αγωνιζόταν για την ατομική του σωτηρία. Και οι άνδρες κατευθύνονταν στα μοναστήρια και φορούσαν τα άμφια των μοναχών, για να αποφύγουν τον θάνατο, ενώ οι γυναίκες φώλιαζαν στις τρύπες των τειχών και κρύβονταν σε σκοτεινές και κρυφές στοές. Ο ηγεμόνας της πόλης Βαλδουίνος κστευθύνθηκε βιαστικά στο μεγάλο παλάτι». («Οἱ δ’ ἐντός τῷ αἰφνιδίῳ κατασεισθέντες τοῦ πράγματος, ὡς εἶχεν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν ἐπραγματεύετο. Και οἱ μέν περί τά σεμνεῖα ἐβάδιζον καὶ μοναχικά ἐνεδέδυντο ἄμφια, ὅπως τόν φόνον ἐκφύγοιεν, γυναῖκες δε εἰς ὀπάς τειχῶν συνεστέλλοντο καὶ εἰς στοάς σκοτεινάς καὶ ἀποκρύφους ἐκρύπτοντο. ὁ δε τῆς πόλεως κατάρχων Βαλδουῖνος περί τό μέγα παλάτιον ὥρμησεν.»)

Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής αυτής επιχείρησης οι δυνάμεις του Στρατηγόπουλου πυρπολούν περιοχές όπου ζούσαν λατινικοί πληθυσμοί-χαρακτηριστική κι εδώ η αφήγηση του Γ. Ακροπολίτη : Αλλά όταν το αντιλήφθηκαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, έβαλαν φωτιά στα σπίτια των Λατίνων που βρίσκονταν κοντά στην προκυμαία και τα πυρπόλησαν, πρώτα-πρώτα όσα ανήκαν στους Βενετούς κι έπειτα των άλλων εθνών, στην περιοχή των κατοικιών που είχε την προσωνυμία κάμποι. Κι όταν οι στρατιώτες των Λατίνων είδαν την πόλη να καίγεται, γρονθοκοπώντας τα μάγουλά τουςκαι παίρνοντας μαζί τους όσους μπόρεσαν στις τριήρεις τους και στα υπόλοιπα πλοία τράπηκαν σε φυγή, ενώ μία τριήρης αναχώρησε για το μεγάλο παλάτι και πήρε το Βαλδουίνο, ο οποίος παρά τρίχα θα είχε συλληφθεί.» («ἀλλά τὰ Ῥωμαϊκά στρατεύματα τοῦτο γνόντες πῦρ ταῖς οἰκίαις τῶν Λατίνων ἐνέβαλον παρά τὸν αἰγιαλόν κειμέναις, καὶ ἐνέπρησαν ταύτας, καὶ πρῶτα μεν τὰς τῶν  Βενετικῶν εἶτα τὰς τῶν ἄλλων γενῶν, ἅς καὶ κάμπους κατωνόμαζον. ἐπεί δε εἶδον τὴν πόλιν πυρπολουμένην οἱ τῶν Λατίνων, τάς παρειάς ταῖς χερσί τύψαντες, καὶ λαβόντες ὅσους ἠδύναντο ἐντός τῶν τριήρεων αὐτῶν καὶ τῶν λοιπῶν πλοίων, ὑπεχώρησαν, μιᾶς τριήρεως αὐτῶν εἰς τὸ μέγα παλάτιον άπελθούσης και ἀναδεξαμένης τον Βαλδουῖνον ἐν χρῷ τῆς ζωγρείας γενόμενον.»)

Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, όταν αρχικά έμαθε από τη μικρή του αδερφή την ανακατάληψη της Πόλης εμφανίστηκε δύσπιστος. Όμως, λίγες μέρες αργότερα οργάνωσε τη θριαμβική επιστροφή του στην Πόλη. Στις 15 Αυγούστου 1261 με μια μεγαλοπρεπή τελετή εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Η ανάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα εκ νέου την Κωνσταντινούπολη ήταν πια γεγονός και η 57χρονη λατινική κυριαρχία της Πόλης είχε λάβει οριστικό τέλος. Στα εδάφη της περιελαμβανόταν η  βορειοδυτική Μικρά Ασία, η Θράκη, η Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη, διάφορα νησιά του Αιγαίου και περιοχές του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου.

Ο Βυζαντινολόγος G. Ostrogorsky σχολιάζει τα γεγονότα της ανακατάληψης : «Στα 57 χρόνια της λατινικής κυριαρχίας η Κωνσταντινούπολη είχε χάσει το μεγαλείο και τον πλούτο της. Τη βάρβαρη λεηλασία του 1204 ακολούθησε συστηματική σύληση των βυζαντινών θησαυρών. Τα μεγάλα έργα τέχνης είχε διοχετεύσει η λατινική αυτοκρατορία στη Δύση γιατί με την αγωνία και την ένδεια, νόμιζε ότι χαρίζοντάς τα θα διατηρούσε την εύνοια των δυτικών δυνάμεων. Οι εκκλησίες είχαν ερημωθεί από τους θησαυρούς και από τα άγια λείψανά τους και το ανάκτορο των Βλαχερνών βρισκόταν σε ερείπια. Παρά ταύτα ο βυζαντινός λαός πανηγύρισε με μεγάλο ενθουσιασμό το γεγονός. Η είσοδος του αυτοκράτορα στην ελευθερωμένη πόλη πήρε τη μορφή θρησκευτικής πανηγύρεως. Ο λαός προϋπάντησε τον Μιχαήλ Η΄ με την εικόνα της Οδηγήτριας, που πιστευόταν ότι ήταν έργο του ευαγγελιστή Λουκά. Ο αυτοκράτορας πορεύτηκε πεζός, «περισσότερο χριστιανός παρά αυτοκράτορας», με την ιερή πομπή στη μονή Στουδίου και ύστερα στην Αγία Σοφία» (G. Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Γ΄, σελ. 131-132)

 

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, Θεσσαλονίκη 41996

Α.Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τ.Β΄(μετάφραση : Δ. Σαβραμη),Αθήνα 1971

G. Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Γ΄ (μετάφραση :Ι. Παναγόπουλος), Αθήνα 2012

Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο;, Αθήνα 2009

Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή (Εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια : Σ. Σπυρόπουλος), Θεσσαλονίκη 2004

NicolDonald Μ., Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, 1261 -1453(μετάφραση Στ. Κομνηνός),  Αθήνα 1996

Σταυρίδου-Ζαφράκα Αλκμήνη, Νίκαια και Ήπειρος τον 13ο αιώνα,  Θεσσαλονίκη 1991

A. Gardner, The Lascarids of Nicea, Amsterdam 1964

Τζ. Φίλλιπς, Η Τέταρτη Σταυροφορία και η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης (μετάφραση :Λ. Καρατζας), Αθήνα 2005

P. Lock, Οι Φράγκοι στο Αιγαίο (μετάφραση : Γ. Κουσουνέλος), Αθήνα 1995

Προηγούμενο άρθρο«Οι κατηγορίες των like» της Δέσποινας Αυγερίδου
Επόμενο άρθροΑνασκαφές , αλγόριθμοι και πειράματα στο Νόησις
Ο Κωνσταντίνος Μπατσιόλας γεννήθηκε το 1979 και κατάγεται από τη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης. Είναι συζευγμένος και έχει μια κόρη, ζει στη Θεσσαλονίκη όπου και δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως φιλόλογος εργαζόμενος στην ιδιωτική εκπαίδευση. Έχει σπουδάσει Ιστορία-Εθνολογία (Δ.Π.Θ.), Θεολογία (Α.Π.Θ) και έχει μεταπτυχιακές σπουδές στην Εκκλησιαστική Ιστορία (Α.Π.Θ). Είναι Υποψήφιος Διδάκτορας Εκκλησιαστικής Ιστορίας στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. Γνωρίζει Αγγλικά και Ιταλικά. Έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια και έχει συμμετάσχει σε διάφορα επιστημονικά συνέδρια στους τομείς της Ιστορίας, της Θεολογίας και των ΜΜΕ. Στη γενέτειρά του Χαλάστρα έχει αναπτύξει έντονη κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα με συμμετοχή σε τοπικούς συλλόγους και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Παράλληλα, έχει πραγματοποιήσει ομιλίες για ζητήματα ιστορικά και ήταν μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Λαϊκού Πανεπιστημίου Δήμου Δέλτα. Αρθρογραφεί στον ηλεκτρονικό τύπο ασχολούμενος με θέματα Ιστορίας, Πολιτισμού και Πολιτικής. Είναι συγγραφέας του έργου "Η Θεσσαλονίκη κατά τη Λατινοκρατία" που εξεδόθη το 2019 από τις εκδόσεις "Μέθεξις".

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.