«5.13 ακριβώς»

0
1021

akrivos_biblio__mainΜιχάλης Τζανάκης, 5.13 ακριβώς, εκδ. Οσελότος

Της Τέσυς Μπάιλα

Μια σημαντική ιστορική νουβέλα καταθέτει στην πρώτη του συγγραφική δουλειά ο συγγραφέας Μιχάλης Τζανάκης στο έργο του «5.13 ακριβώς» που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οσελότος.

Ένα ξεχασμένο μπαούλο που όταν ανοίγει όλα αλλάζουν, αναμνήσεις, ιστορικές αναφορές και ένα έγκλημα πάθους αλλά κυρίως ένα ερωτικό γράμμα, έμμετρα γραμμένο, γίνονται η αφορμή για να μας δώσει ο  συγγραφέας μια προσωπική μαρτυρία απέναντι στα δύσκολα χρόνια που σημάδεψαν την Ιστορία του τόπου του, μια καταγραφή των γεγονότων που σημάδεψαν τις αρχές του εικοστού αιώνα και ταυτόχρονα προσδιόρισαν τη μοίρα των ανθρώπων, θέλοντας να τονίσει ότι: « τελικά η ζωή των ανθρώπων και των λαών στηρίζεται και εξαρτάται από τα μεγάλα ΝΑΙ και τα μεγάλα Όχι κι είναι αυτά που τροφοδοτούν τη μεγάλη σπουδή που λέγεται Ιστορία και σπρώχνει με ορμή την ανθρωπότητα μπροστά».

Ο Μιχάλης Τζανάκης αρχίζει να συνομιλεί με την Ιστορική πραγματικότητα, φωτίζοντας συγκεκριμένες στιγμές, φέρνοντας στην επιφάνεια ταυτόχρονα μια κοινωνική παράμετρο εστιάζοντας σε έννοιες αναμφίβολα πρωταρχικές όπως η φιλία, η ελευθερία, η ανάγκη να επικρατήσει η αγάπη, να νιώσουν οι άνθρωποι ότι η ελπίδα υπάρχει ολόγυρά μας και θα γίνει το πρωτογενές υλικό για να φτιάξουν οι άνθρωποι τα νέα τους όνειρα ή αλλιώς για να φέρουν τη δική τους Άνοιξη στη ζωή, αφού όπως λέει ο ποιητής: «Εκείνο που σου προσάπτουν τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες»

Μέσα στις σελίδες του βιβλίου η Κρήτη κυριαρχεί. Ιστορίες από τον τόπο του συγγραφέα, ιστορίες αλλοτινών εποχών που όμως γίνονται η αφορμή να ταξιδέψει ο αναγνώστης στο Κρητικό σώμα, στα Λευκά όρη, στον Ψηλορείτη, τα Αστερούσια και το πέλαγος το «ανεπανάληπτο» που βρέχει την κρητική γη και σχηματίζει την τραχύτητα των ακρογιαλιών της. Ο συγγραφέας με λόγο που ρέει δημιουργεί εικόνες μεγάλης αισθητικής καθώς περιγράφει το νότο της Κρήτης με ζωντάνια και γλαφυρότητα. Οι εικόνες μπλέκονται μέσα στους ήχους και οι μυρωδιές του νησιού «έρχονται με τους νοτιάδες της Άνοιξης» και ο αναγνώστης γοητεύεται από τις κρητικές μυρωδιές, τους ήχους και το χρώμα το κρητικό που φωτίζει τις σελίδες του βιβλίου.

Οι ήρωες του βιβλίου ολοζώντανοι μας προσκαλούν να συνοδοιπορήσουμε μαζί τους στα σοκάκια της μνήμης τους εκεί που «ο χρόνος μυρίζει αγάπη» και όχι φόβο. Κι εκεί στα σοκάκια των αναμνήσεών τους είναι που ο αναγνώστης θα θαυμάσει την άρτια σκηνοθετική επιμέλεια του κειμένου και θα αισθανθεί το βιωματικό φορτίο που κουβαλάει στις πλάτες του ο συγγραφέας, το οποίο καταθέτει ενώπιόν του, καθιστώντας τον ταυτόχρονα ικανό να περιδιαβεί στο αφηγηματικό του κόσμο με την συναίσθηση της δικής του ευαισθησίας.

Ο Τζανάκης γράφει για την Κρήτη των περασμένων γενιών, την Κρήτη του μόχθου και της επιβίωσης, την Κρήτη του ’22 της μεταξικής εποχής, την Κρήτη του πόνου κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο κι εκεί ανταμώνει με εγκλήματα, μυστικά, πόθους και πάθη, αισθήματα που μυρίζουν αγάπη, αλλά και προδοσίες και αναπάντητα ερωτηματικά. Και ακριβώς εκεί είναι που ο αναγνώστης θα νιώσει το συγγραφικό ήθος και την προσπάθεια του Μιχάλη Τζανάκη να εξεικονίσει με ευαισθησία και ευθυβολία στο λόγο του το έργο αυτό. Η φιλολογική του ιδιότητα μας δίνει ένα κείμενο άρτιο γλωσσικά που με ακρίβεια ηθογραφεί και παρουσιάζει τον κοινωνικό και ιστορικό ιστό μιας άλλης, δύσκολης εποχής και ταυτόχρονα ο δημιουργός του υπογράφει ένα εξαιρετικό βιβλίο που θα μας συγκινήσει όλους.

ΥΓ. Το βιβλίο το διάβασα στο αεροπλάνο επιστρέφοντας από Κρήτη, τότε που η μνήμη μου ήταν γεμάτη ακόμη από το κρητικό φως αλλά κυρίως από το φως των ανθρώπων. Μοιάζει να είναι τυχαίο, όμως την στιγμή που το αεροπλάνο προσγειώθηκε διάβασα την τελευταία φράση του βιβλίου και το έκλεισα. Ήταν 5.13 ακριβώς.

Από το οπισθόφυλλο:

Ο φυσιολογικός θάνατος της γιαγιάς ανοίγει ένα «ξεχασμένο» μπαούλο, μέσα στο οποίο βρίσκονται στριμωγμένοι άνθρωποι, ήρωες, αισθήματα, Ιστορία. Το άνοιγμα αυτού του μικρού μπαούλου θα μετατρέψει τη βραδιά ενός τριαντάρη σ’ έναν καταιγισμό συναισθημάτων, συγκινήσεων και αποκαλύψεων, που αρχίζουν από ένα «λάθος» έγκλημα πάθους στα χιονισμένα Λευκά Όρη, θα συνεχίσουν στον κάμπο της Μεσσαράς και στη Σμύρνη του ’22, θα περάσουν δια πυρός και σιδήρου από τη μεταξική Ελλάδα και τη γερμανική θηριωδία, για να κατασταλάξουν σ’ ένα εργένικο δωμάτιο, μέσα σ’ ένα αντικείμενο που μυρίζει πάνω από έναν αιώνα ελληνικής ιστορίας.

Προηγούμενο άρθροALBOROSIE &The Shengen Clan LIVE στη Θεσσαλονίκη στις 9 Ιουλίου!
Επόμενο άρθροΣυναυλία πρωτότυπης μουσικής «Στα χρώματα εκείνης της αυγής», με έργα για πιάνο και ορχήστρα
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.