ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ

0
1998

august

Γράφει η Νατάσσα Καραμανλή

-΄Eλα τώρα,  μην κάνεις πείσματα. Πιες λίγο κρασί. Κοίτα πως ιδρώνει το ποτήρι, είναι ακόμα δροσερό.

-Τίποτα δεν θέλω, μπορείς να με αφήσεις για λίγο ήσυχη; Η γυναίκα κοίταξε τον άνδρα στα μάτια και έσπρωξε το ποτήρι μακριά της.

-Με σκοτώνει αυτός ο μήνας. Με διαλύει ο Αύγουστος, το ξέρεις. Δεν αντέχω τούτη τη φασαρία στο νησί, ούτε και τα κλάματα των παιδιών στην παραλία. Γιατί μ’ έφερες εδώ; Απάντησε μου. Γιατί με αφήνεις να πεθαίνω κάθε Αύγουστο;

Ο άνδρας κοίταξε τα χέρια της που έμοιαζαν με πληγωμένα χελιδόνια. Οι χαρακιές στους καρπούς της ήταν έντονα ορατές, κάτω από το ανελέητο φως του μεσημεριού. Ο άνδρας ντράπηκε και χαμήλωσε απότομα το βλέμμα του.

Ήταν πάντα τόσο όμορφη. Ακόμα και μέσα στις καυτές ανάσες του Αυγούστου. Με το ψάθινο καπέλο να της καλύπτει ολόκληρο το μέτωπο και τα μαύρα μυαλά της να απωθούν τα αδιάκριτα βλέμματα, ακόμα κι έτσι, ήταν η εικόνα μιας θεάς που ξέπεσε στη γη. Λίγες σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν στη βάση του λαιμού της κι η αλμύρα από το σώμα της τον  μεθούσε περισσότερο από το κρασί. Της κράτησε τρυφερά το χέρι.

-Αγαπημένη μου, δεν φταίει ο Αύγουστος. Είναι το καλοκαίρι. Έτσι είναι παντού. Τα κλάματα θα γίνουν γέλια και η φασαρία, ένα σύννεφο από καυτά φιλιά. Οι εραστές θα ξαπλώσουν τη νύχτα στην άμμο και θα ορκίσουν τον έρωτα τους στα δυο φεγγάρια του Αυγούστου.  Είναι ο μήνας του πλεονασμού. Ως και η φύση τον έχει προικίσει διαφορετικά από τους υπόλοιπους μήνες. Πιες λίγο κρασάκι, θα σου κάνει καλό. Θα σε πάρω αγκαλιά για να κατεβούμε μαζί τις σκάλες. Έλα, πάμε να σε βάλω να ξεκουραστείς. Να πάρεις και τα χάπια σου.

Η γυναίκα έβγαλε το καπέλο της και με μια απρόσμενη κίνηση, το πέταξε στα κύματα. Γέλασε δυνατά, καθώς το γυμνό της κρανίο άστραψε απροστάτευτο κάτω από τον ήλιο.

-Δεν θέλω χάπια. Ποτέ πλέον χάπια. Κοίταξε με! Έχω γίνει μια γυναίκα που δεν γνωρίζω. Μια άλλη. Είναι ξένη σε μένα και δεν την αγαπώ. Αυτή η γυναίκα που μου μοιάζει, με πονά, να ήξερες μόνο πόσο πολύ με πονά. Σαν αφρισμένο κύμα έρχεται το άγγιγμα της και ανάμεσα στις παύσεις, γίνεται ακόμα πιο σκληρή και μου μιλά. Και τότε ο πόνος γίνεται διπλός. Ντύνομαι το τίμημα του και σφίγγω τα δόντια. Μα η φωνή της, εκείνος ο στριγκός ήχος, σαν φάλτσα νότα από σάλπιγγα που  καλεί  το τέλος μου, μέσα στην καρδιά μου αντηχεί. Κλαις;

H γυναίκα πέφτει στην αγκαλιά του άνδρα. Τα δάκρυα τους ενώνονται και χύνονται στην ακύμαντη θάλασσα, πλάι στο ψάθινο καπέλο που αρμενίζει σαν έρημο βαρκάκι.

-Θέλω να είσαι δυνατή, της λέει και φιλά το άτριχο κρανίο της. Τίποτα δεν τελειώνει αν εμείς δεν το εγκαταλείψουμε, ούτε καν η ζωή. Κράτα με δίπλα σου. Σ’ αγαπώ.

Η γυναίκα σκουπίζει τα δάκρυα του με την παλάμη της και τον φιλά στα βλέφαρα.

-Κι εγώ σ’ αγαπώ, αλλά ξέχασα πώς είναι να αγαπώ εμένα. Φοβάμαι και στην καρδιά μου κάνει πάντα κρύο τις νύχτες. Θέλω να τελειώσω αυτό που δεν πρόλαβα. Εκείνο που άφησα στη μέση. Εμένα θέλω πίσω, αλλά δεν μπορώ να με έχω πια. Κι όσο κι αν με πονά που δεν θα γεράσω στο πλευρό σου, τούτη τη φορά δεν θα δειλιάσω. Άσε με να φύγω, δεν το βλέπεις πώς υποφέρω;

O ήλιος έδυε ματώνοντας τη θάλασσα και ο άνδρας έστρεψε το βλέμμα του στον ορίζοντα, την στιγμή που η γυναίκα άπλωνε το χέρι της αργά προς το τραπέζι.  Με τις άκρες των δαχτύλων της έπιασε το μαχαίρι και το έκρυψε πίσω από την πλάτη του άνδρα. Ο ουρανός βαφόταν πορφυρός, καθώς η γυναίκα κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια του άνδρα που αγαπούσε. Γλίστρησε σιγά –σιγά το μαχαίρι στα πλευρά της και φίλησε τον άνδρα με πάθος στο στόμα. Εκείνος ανταπέδωσε το παθιασμένο της φιλί και την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά επάνω του.

-Θα σ’ αγαπώ κάτω από όλα τα φεγγάρια. Και θα σ’ αγαπώ διπλά, στα τρελαμένα φεγγάρια του Αυγούστου, είπε η γυναίκα κι έμπηξε με δύναμη το μαχαίρι στα πλευρά της.

-Όχι, Θεέ μου. Τί πήγες κι έκανες; Μείνε μαζί μου. Δε με νοιάζει ο Αύγουστος. Μονάχα εσύ με νοιάζεις, σε όλες τις εποχές. Πάντα εσύ.

-Να με θυμάσαι πάντα τον Αύγουστο, ψιθύρισε η γυναίκα κι έκλεισε τα μάτια της.

Το αίμα λέρωσε αυθάδικα το πολύχρωμο καφτάνι της και κύλησε γοργά στη θάλασσα, για να ανταμώσει το ψάθινο καπέλο που σεργιάνιζε στα κύματα.

Προηγούμενο άρθροΚΘΒΕ: ΝΕΑ ΚΟΝΤΡΑ ΒΟΥΡΟΥ – ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΗ ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ
Επόμενο άρθρο18 ΝΕΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΦΕΤΙΝΟΥ REWORKS
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.