CARTELΕΣ | «Εsse est esse lectum»: Είναι σημαίνει να διαβάζεσαι

0
640

«Όταν δεν εκδίδεις ένα βιβλίο, καταδικάζεσαι να το ξαναγράφεις αιωνίως». Η φράση αποδίδεται στον Μπόρχες αλλά αρκετοί το αμφισβητούν. Ανεξαρτήτως πατρότητας ωστόσο ή μητρότητάς της, η μη έκδοση ενός βιβλίου είναι ο εφιάλτης κάθε συγγραφέα. Είτε πρωτόβγαλτου γιατί εισπράττει άρνηση από τις συγγραφικές φασκιές του, είτε αναγνωρισμένου γιατί το χτύπημα, ενδεχομένως σκληρότερο, κατά κάποιο τρόπο απειλεί τα κεκτημένα.
Και τι γίνεται με τα χιλιάδες, εκατομμύρια ανέκδοτα βιβλία; Το μην εκδοθέν δεν αποτελεί από μόνο του αξιολογική κρίση. Ας ξεκινήσουμε από αυτή την παραδοχή. Καλώς ή κακώς η έκδοση ενός βιβλίου δεν αποτελεί ταυτόχρονα τεκμήριο αξιοκρατικό ούτε συνεπάγεται κακή ποιότητα του βιβλίου. Ούτε και το ανάποδο βέβαια. Η έκδοση δεν σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα καλό βιβλίο.
Σε αυτό το περίεργο «κενό» μεταξύ της ύπαρξης και μη ύπαρξης ενός βιβλίου, με όρους έκδοσης και μόνο, υπεισέρχονται παράγοντες που δυστυχώς πολλές φορές εκφεύγουν της ίδιας της εκδοτικής και συγγραφικής διαδικασίας. Οι κανόνες της αγοράς είναι ένας από αυτούς. Η ζήτηση – από ιδρύσεως της «αγοράς»- προσδιορίζει εν πολλοίς την προσφορά. Πόσοι εκδίδουν σήμερα διηγήματα; Ή ποίηση; Είναι αυτό απόδειξη ότι έπαψαν να γράφονται έξοχα διηγήματα ή αριστουργηματική ποίηση; Προφανώς όχι. Η χαμηλή, ωστόσο, «ζήτησή» τους θα ρίξει στο κενό πολλά όμορφα κείμενα, θα θυσιάσει πολλές ιστορίες στον βωμό της ανυπαρξίας.
Η «ζήτηση» όμως περιλαμβάνει και παράγοντες άλλους εκτός από την ειδολογική προτίμηση. Περιλαμβάνει θεματικές, μέγεθος βιβλίου, στυλ γραφής κ.ά. «Τι πουλάει;». Είναι το ερώτημα που έχει οδηγήσει στα συρτάρια, πραγματικά ή ηλεκτρονικά πολλά «διαμαντάκια» γραφής. Από την άλλη έχει εκτινάξει στις λίστες πωλήσεων δείγματα γραφής που μπορεί να μην πληρούν όρους λογοτεχνικής αξίας. Έργα «ευπώλητα» θα ξεχαστούν με την ίδια ευκολία που αποθεώθηκαν θέτοντας εν αμφιβόλω την ίδια την αξία τους από το σύντομον της ζωής τους. Ή μήπως όχι; Μήπως είναι οι γρήγοροι ρυθμοί της εποχής που καταδικάζουν τα βιβλία στην τόσο σύντομη εξαφάνισή τους σε συνδυασμό με την δυσθεώρητη παραγωγή; Προφανώς και αυτό επηρεάζει. Εξίσου προφανές είναι ότι τα πραγματικά σπουδαία βιβλία βρίσκουν πάντα οδούς διαφυγής και καταρρίπτουν κάθε κανόνα.
«Εsse est esse lectum»: Είναι σημαίνει να διαβάζεσαι. Το βιβλίο, το κάθε βιβλίο, αποκτά οντότητα την στιγμή που θα διαβαστεί. Αυτό είναι σχεδόν αξίωμα και υπερπηδά όλα τα επιχειρήματα που αφορούν την αγορά, την συγκυρία, την αξία, την διάρκεια ζωής. Κανένα βιβλίο δεν είναι βιβλίο αν δεν αποκτήσει τον πρώτο έστω αναγνώστη του. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν έχει αυταπόδεικτη ταυτότητα πέραν αυτής βεβαίως της δημιουργίας του, της κατάθεσης ταλέντου, ψυχής, ικανότητας ή μη του αφηγητή, δηλαδή του συγγραφέα. Εάν όμως δεν κάνει αυτή την μικρή έστω διαδρομή μέχρι τα χέρια των αναγνωστών, θα στερείται για πάντα την ίδια την οντότητα. Και τα πράγματα είναι απλά σχετικά. Από εκεί και πέρα η διαδρομή του θα προσδιοριστεί από πολλούς παράγοντες, συγκυριακούς ή μη, καλλιτεχνικούς ή μη, οικονομικούς ή όχι Αλλά η ίδια η οντότητά του θα έχει δομηθεί από τον αναγνώστη.
Esse est Legere: Eίναι σημαίνει να διαβάζεις. Εσύ αναγνώστη, πέρα από τις φιλοδοξίες όσων γράφουν, πέραν από τις δικές τους ματαιόδοξες ή μη ανησυχίες, το ξόμπλιασμα του νου και της ψυχής τους, είσαι ο έτερος πόλος ή ίσως ο ισημερινός της γραφής. Γιατί κι εσύ θα «είσαι» εν μέρει από αυτό που θα διαβάσεις. Από τα βιβλία που θα επιλέξεις, από τα κριτήρια που θα διαμορφώσεις, από τους Καιάδες και τους Παραδείσους όπου θα κάνεις τις κατατάξεις σου, και εσύ θα διαμορφωθείς από αυτές τις χιλιάδες λέξεις που οι συγγραφείς θα βάλουν αντάμα και θα σου προτείνουν να χορέψεις μαζί τους. Και εσύ θα είσαι εν τέλει αυτός που θα διαλέξει. Αυτό που του ταιριάζει και κουμπώνει στην ήδη αποκτηθείσα ταυτότητά του ή αυτό που θα τον αλλάξει για πάντα και ναι τα βιβλία μπορούν να το κάνουν αυτό.
Υπάρχουν βιβλία τσιγγούνικα, που δεν αφήνονται στην δίνη ιδεών, ανθρώπων, εμπειριών. Είναι βιβλία που δεν τολμούν, δεν ρισκάρουν, την φοβούνται την ζωή που περιγράφουν. Κι υπάρχουν και αναγνώστες εξίσου τσιγκούνηδες που χρεώνουν όλες τις τσαγκαροδευτέρες της ζωής τους σους κακούς συγγραφείς. Ανάμεσά τους, στην μέση γη, όμως, πάντα θα υπάρχουν οι τόποι, οι ιεροί, οι ανέγγιχτοι όπου οι συγγραφείς θα υπάρχουν («Εsse est esse lectum»: Είναι σημαίνει να διαβάζεσαι) και οι αναγνώστες θα συν-υπάρχουν μαζί τους (Esse est Legere: Eίναι σημαίνει να διαβάζεις). Κι αυτή η συνύπαρξη όσο υπάρχει θα δίνει αμέτρητες ευκαιρίες στα βιβλία που θέλουν να αποκτήσουν οντότητα, να έχουν την ευκαιρία τους.

Προηγούμενο άρθροΧάλογουιν και εξανδραποδισμός
Επόμενο άρθροGENESIS ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΜΕ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
Γεννήθηκα στις 8 Μαρτίου του 1973 ένα μεσημέρι μιας μάλλον κρύας ημέρας. Η γέννησή μου την ημέρα της γυναίκας θα έπρεπε, κατά την άποψη των άλλων, να με σημαδέψει με την ευθύνη να εκπροσωπήσω επάξια το «ασθενές φύλλο» στην αέναη μάχη του με το, υποτίθεται, ισχυρό. Η διαφορά είναι ότι εγώ ποτέ δεν πίστεψα σε αυτή την ευθύνη αλλά ούτε και σε αυτή τη μάχη. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κανείς δεν με προετοίμασε κατάλληλα για τα θέλω μου και έτσι αναγκάστηκα να τα «λουστώ». Η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Πέρασα λοιπόν από αυτά τα σκαλοπάτια, τα ανέβηκα με κόπο μέχρι ενός σημείου και στο πρώτο πλατύσκαλο κοίταξα πάνω και είδα ότι στην άνοδο με περιμένει… κατηφόρα. Κι έτσι έφυγα για να προστατεύσω την αγάπη μου. Έτσι γίνεται με τα μεγάλα πάθη. Πρέπει να τα εγκαταλείψεις για να τα κρατήσεις ανέπαφα και ακέραια στην καρδιά σου. Έκτοτε είχα την ευτυχία να βρω τον σύντροφο που με τρέφει με λέξεις και συναισθήματα καθημερινά. Κι έτσι οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα. Και μαζί με αυτές μια ανάγκη, που και που, να τις μοιράζομαι με εκείνους που δίνουν καθημερινά τη μάχη με άλλες λέξεις, τις δικές τους. Γιατί οι λέξεις είναι δυνατό πράγμα κι ας επιλέγουμε συχνά να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε, να αδιαφορούμε για την εξαγνιστική, την καθαρτική ιδιότητά τους. Το ThinkFree είναι για μένα ο πομπός και ο δέκτης αυτής της πεποίθησης. Και η ευκαιρία να ανταμώσω ξανά με ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί μου δυνατές λέξεις στο παρελθόν, όπως ο Γιάννης και η Ξανθούλα. Κι όσο ανταμώνουμε με τις λέξεις, ανταμώνουμε και με τους ανθρώπους. Και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.